Κριτική

Ζιλ και Τζιμ

Από -

Ο πιο τρυφερός και ανθρωποκεντρικός από όλους τους σκηνοθέτες του γαλλικού νέου κύματος, ο Φρανσουά Τριφό, έδειξε από νωρίς πως ήταν περισσότερο ένας νοσταλγικός παρά ένας πρωτοποριακός δημιουργός. Μετά τα αυτοβιογραφικά «400 Χτυπήματα» και το homage στο φιλμ νουάρ «Πυροβολήστε τον Πιανίστα», η τρίτη ταινία του βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του Ανρί-Πιέρ Ροσέ πάνω στον «ανταγωνισμό» της φιλίας και του έρωτα με φόντο την Ευρώπη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση του συνεσταλμένου συγγραφέα από την Αυστρία Ζιλ και του Γάλλου διανοούμενου και μποέμ Τζιμ. Όταν και οι δύο ερωτευτούν την παρορμητική Κατρίν, θα προσπαθήσουν να συνυπάρξουν σε μια ιδιότυπη σχέση, με τον Ζιλ στον ρόλο του συζύγου και τον Τζιμ σε εκείνον του περιστασιακού εραστή.

Αν και ταινία εποχής, το «Ζιλ και Τζιμ» αντανακλά καθαρά τις ευαισθησίες των ’60s πάνω στις εξελίξεις των ηθών, με την Κατρίν να αποτελεί –όπως η Μπριζίτ Μπαρντό στο «Και ο Θεός Έπλασε τη Γυναίκα» ή (και πάλι) η Μορό στους «Εραστές»– μια μοντέρνα γυναίκα που αμφισβητεί τις κυρίαρχες συμβάσεις και απολαμβάνει το σεξ χωρίς ταμπού.

Η αφηγηματική φρεσκάδα του Τριφό, η οποία εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα για το πώς χειρίζεται τη στιλιστική ελαφρότητα με τα σκληρά συναισθήματα και την υπόγεια τραγικότητα, εστιάζει στους χαρακτήρες και περιγράφει απλά και σοφά τη σχέση με την πραγματικότητα γύρω τους. Ο δικός τους εσωτερικός πόλεμος κυριαρχίας μαίνεται δίπλα στον Α΄ Παγκόσμιο και ο μικρόκοσμος που δημιουργούν μακριά από την αστική καθημερινότητα είναι παραδεισένιος μα ουτοπικός. Όπως λέει και ο ίδιος ο δημιουργός: «Το ζευγάρι δεν είναι μια έννοια απόλυτα ικανοποιητική, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση πέρα από αυτήν».

Α/Μ. Γαλλία. 1962. Διάρκεια: 105΄. Διανομή: SUMMER CLASSICS.