VS

Χρήστος Μήτσης & Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος «αναμετρώνται» για το «Uncut Gems»

Από , -

Οι δύο κριτικοί του «α» είδαν την ταινία των Τζος και Μπένι Σάφντι που προβάλλεται στο Netflix και αποφάσισαν να... κονταροχτυπηθούν. Είναι τελικά ή όχι αριστούργημα; Ιδού οι απαντήσεις...

Υπόθεση

Ο Άνταμ Σάντλερ, σε έναν σπάνιο δραματικό ρόλο, υποδύεται τον Νεοϋορκέζο κοσμηματοπώλη Χάουαρντ Ράτνερ, ο οποίος εργάζεται στην περίφημη Συνοικία των Διαμαντιών. Το κατάστημά του λειτουργεί μόνο με εκλεκτούς πελάτες, έτσι τα προϊόντα του είναι αντίστοιχης ποιότητας, αν και αμφιβόλου προελεύσεως.
Την ίδια ημέρα που θα πέσει στα χέρια του ένα άκοπο διαμάντι το οποίο πάσχιζε για μήνες να αποκτήσει θα μπει στο μαγαζί του ένας παίκτης του NBA που, μαγεμένος από την ομορφιά του, θα απαιτήσει να το αποκτήσει. Διστακτικά ο Χάουαρντ θα του το εμπιστευτεί για μία ημέρα, με αντάλλαγμα το δαχτυλίδι πρωταθλητή του παίκτη, κίνηση η οποία πυροδοτεί ένα σπιράλ αλυσιδωτών αντιδράσεων.

ΝΑΙ // Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Οι Τζος και Μπένι Σάφντι («Good Time») κάνουν σινεμά λες και η ζωή τους εξαρτάται από αυτό. Τα πλάνα του «Uncut Gems» τα διαπερνά ένα ρίγος επιτακτικότητας, σαν να έχουν μόνο μία ευκαιρία για να πετύχουν. Όπως ο πρωταγωνιστής τους Χάουαρντ Ράτνερ, το σκηνοθετικό δίδυμο είναι αγκιστρωμένο στην αδρεναλίνη, μεταξύ των δύο όμως υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Οι Σάφντι κάνουν σινεμά, ενώ ο Χάουαρντ πουλάει και αγοράζει συνεχώς τη ζωή του.

Από τη στιγμή που ξεκινάει η ταινία είναι αδύνατο να αποστρέψεις το βλέμμα. Εξάλλου, το ελκυστικό νεο-νουάρ στιλιζάρισμα, χάρη στο 35άρι φιλμ με το οποίο γυρίστηκε, και η ταχύτητα των εξελίξεων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Έτσι αναπτύσσεται ο κόσμος του Χάουαρντ, ένα καλειδοσκόπιο κενών υποσχέσεων και υπέρογκων στοιχημάτων σε τροχιά σύγκρουσης με τον τοίχο. Mε μετρονόμο την ασύλληπτη ερμηνεία του Σάντλερ, το μοντάζ προοδευτικά αποκτά το τέμπο της υστερίας.

Ο τρόπος δε που σκηνοθετείται ο Σάντλερ από τους Σάφντι αναδεικνύει τις δύο κυρίαρχες θεματικές του «Uncut Gems»: την άρνηση της θνητότητας και τον εθισμό στο ρίσκο. Ο Χάουαρντ, αλαφιασμένος, ρίχνεται από το ένα στοίχημα στο άλλο, μεθυσμένος από το ρίσκο και την αυτοκαταστροφή. Η εμμονή του με το στοίχημα παραλληλίζεται με τη σεξουαλική επιθυμία, η οποία κορυφώνεται μόνο όταν έχει ποντάρει βαριά. Πρόκειται για τις μοναδικές συναισθηματικές καταστάσεις κατά τις οποίες δείχνει να έχει επίγνωση του κόσμου γύρω του. Οι Σάφντι δεν αναπαριστούν ρομαντικά τον ήρωά τους επειδή δεν ζητούν να τον καταλάβουμε. Είναι ένας άντρας ανεπανόρθωτα διαβρωμένος από την απληστία, τοξικός όπως τόσοι άλλοι.

Αντεστραμμένο, το «Uncut Gems» διαβάζεται επίσης σαν μια φανταστική ιστορία πίσω από ένα αληθινό γεγονός. Ενώ ο χαρακτήρας του Σάντλερ ζει την προσωπική του κόλαση, παράλληλα εξελίσσονται τα play offs του NBA ανάμεσα στους Boston Celtics και τους Philadelphia 76ers, με βασικό ρόλο να δίνεται στον παίκτη των Βοστονέζων Κέβιν Γκαρνέτ. Η παρουσία του προσθέτει μια έξτρα διά­σταση στην ταινία, ανατρέποντας τη συνήθη φόρμα των νουάρ αλλά και τα ίδια τα όρια του σινεμά.

Όταν ύστερα από ένα αξέχαστο βίαιο κρεσέντο η ταινία ολοκληρώνεται, αφήνει την αίσθηση μιας ρουλέτας που μόλις σταμάτησε. Το πού κάθισε η μπίλια δεν αφορά κανέναν, αφού δεν υπάρχουν πραγματικά νικητές και ηττημένοι. Όλα αυτά δεν συμβαίνουν παρά σε έναν αδηφάγο μικρόκοσμο τον οποίο κανείς δεν θα φανταζόταν αν δεν υπήρχε η ταινία. Γι’ αυτό έχει σημασία να θυμόμαστε πως σε κάποιο σινεμά εκεί έξω, ίσως δίπλα από το μαγαζί ενός άλλου Χάουαρντ Ράτνερ, η μεγάλη οθόνη της σκοτεινής αίθουσας εξακολουθεί να φιλοξενεί μικρά θαύματα.

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί σύντομη εκδοχή ενός παλαιότερου που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

ΟΧΙ // Χρήστος Μήτσης

Ήδη από το «Heaven Knows What» (2014), το οποίο αφορά την ιστορία μιας νεαρής ηρωινομανούς, καταλαβαίνει κάποιος πως οι Τζος και Μπένι Σάφντι ξέρουν να αφηγούνται τις ιστορίες τους με κινηματογραφικούς όρους. Αεικίνητη κάμερα, νευρώδες μοντάζ, καταιγιστικοί διάλογοι και μια αίσθηση επείγοντος, η οποία δένει σφιχτά τη μοίρα των χαρακτήρων με το χρόνο που τρέχει γρηγορότερα από αυτούς προς το προδιαγεγραμμένο deadline.

Ασφυκτική, θορυβώδης κι εξίσου αγχωτική, η νεοϋορκέζικη καθημερινότητα προσθέτει επιπλέον πίεση στους εγκλωβισμένους στις αυταπάτες τους losers που γοητεύουν τους Σάφντι, όπως η Χάρλεϊ του «Heaven Knows What» ή οι Νικ και Κούνι του «Good Time». Όπως και ο Χάουαρντ του «Uncut Gems», του οποίου η ανόητη αυτοπεποίθηση, ο εθισμός στην αδρεναλίνη (ως μανιώδης στα κάθε λογής στοιχήματα) και η απερίσκεπτη εμπιστοσύνη στην καλοσύνη των άλλων θα τον παρασύρουν σε μια λαβυρινθώδη και φρενήρη πορεία προς τη σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου.

Στο σύμπαν των Σάφντι όλοι, παιδιά ενός κατώτερου νεοϋορκέζικου θεού, πασχίζουν αφιονισμένοι να γράψουν μόνοι τους το κεφάλαιο που τους αντιστοιχεί από το πολύτομο, συλλογικό success story. Για τον Χάουαρντ αυτό κρύβεται σε ένα ακατέργαστο διαμάντι (η απατηλή λάμψη της επιτυχίας) και η ευκολία με την οποία παραδίδει ό,τι πολυτιμότερο –οικονομικά, ψυχολογικά, συμβολικά– έχει στα χέρια του Κέβιν Γκαρνέτ μοιάζει με σεναριακή αφέλεια.

Ίσως για τους Σάφντι η τραγωδία του Χάουαρντ να έγκειται ακριβώς σε αυτήν την απίστευτη ελαφρομυαλιά του, στον ναΐφ τρόπο με τον οποίο θαμπώνεται από τη λάμψη – του αστραφτερού κοσμήματος και του αστραφτερού σταρ του NBA. Αλλά όσο κι αν αυτό το αποτυπώνει απόλυτα πειστικά στην οθόνη ένας μεταμορφωμένος Άνταμ Σάντλερ, μπορεί άραγε να παρασυρθεί κάποιος στην καρδιά του σκοταδιού (σε ένα σπαρακτικό υπαρξιακό αδιέξοδο) από έναν τόσο επιφανειακό, φτενό χαρακτήρα; Βάλτε δίπλα το «Bad Lieutenant» ή τους «Βίαιους Δρόμους» και η σύγκριση είναι ντοστογεφσκικά συντριπτική.

Η επιδέξια χορογραφία μετακινήσεων, διαλόγων, αντιπαραθέσεων, βλεμμάτων, χειρονομιών και διαρκών ανατροπών που στήνει το «Uncut Gems» είναι αξιοθαύμαστη, αντάξια ενός νεανικού Σκορσέζε κι ενός σπινταρισμένου Ρόμπερτ Άλτμαν. Μοιάζει όμως να εξαντλείται σε μια νατουραλίστικη κινησιολογία χωρίς ανάσα, ενώ το δραματικό ενδιαφέρον της αρχίζει να βαριανασαίνει μετά τις πρώτες δυο-τρεις «στραβές». Σαν τον ήρωά της, η ταινία από ένα σημείο και μετά κυνηγάει την ουρά της, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τα ίδια σεναριακά τρικ. Θαμπώνει με την αφηγηματική ταχυδακτυλουργία της, εντυπωσιάζει με το διάπυρο πάθος της, αλλά, όπως ακριβώς και το «Good Time», δεν εξελίσσει στο ελάχιστο την κινηματογραφική μυθολογία του «αμαρτωλού» κυνηγού του αμερικανικού ονείρου.

Σχετικά Θέματα