Συνέντευξη

Χριστόφορος Παπακαλιάτης: «Εδώ δεν θα κερδίσει ο φασισμός»

Από -

Ο Έλληνας δημιουργός μιλάει για το «Ένας Άλλος Κόσμος», τη δεύτερη ταινία στην οποία γράφει το σενάριο, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, αλλά και για το προσφυγικό ζήτημα, την Ελλάδα του σήμερα, την αγάπη του για το σινεμά, τον οσκαρικό Τζέι Κέι Σίμονς και, φυσικά, τον θεό Έρωτα.

Διάβασα ότι υπάρχει περίπτωση να μεταφερθούν πρόσφυγες στο Ελληνικό... Πώς σου φαίνεται ότι ο κρατικός σχεδιασμός ακολουθεί το σενάριο της ταινίας;
Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα...

Το προσφυγικό ζήτημα είναι ένας από τους σεναριακούς σου πυλώνες. Γιατί το αποφάσισες αυτό;
Την ιστορία της Δάφνης και του Φάρις, που είναι η πρώτη που ξετυλίγεται στην ταινία, την έγραψα το 2013. Εκείνη την εποχή τα πράγματα στο μεταναστευτικό, ή μάλλον στο προσφυγικό (έτσι πρέπει να λέγεται, αφού από πόλεμο έρχονται οι άνθρωποι), ήταν εντελώς διαφορετικά. Αν σκεφτείς, αυτά που γνωρίζαμε ήταν ελάχιστα. Ξέραμε ότι υπάρχει ένας εμφύλιος πόλεμος στη Συρία και ότι οι χριστιανοί φεύγουν από εκεί και περνούν από την Ελλάδα με σκοπό να φτάσουν στον Καναδά. Έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Στη συνέχεια το προσφυγικό έγινε ζήτημα όλης της Ευρώπης. Γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων το ρεπορτάζ που βλέπει η Δάφνη στο iPad της στην αρχή της ταινίας άλλαξε πολλές φορές.

Η Πλάκα αποτελεί και πάλι φυσικό σκηνικό ταινίας του Παπακαλιάτη
Η Πλάκα αποτελεί και πάλι φυσικό σκηνικό ταινίας του Παπακαλιάτη

Γιατί είχες αυτήν την ανάγκη, να έχεις κομμάτια της επικαιρότητας στην ταινία σου;
Ήθελα να είναι το φόντο της ιστορίας. Ήθελα να περνάει η πραγματικότητα και αυτό που ζει η κοινωνία γύρω και πίσω από τους ήρωες. Οι ερωτικές ιστορίες να είναι το αφηγηματικό όχημα, αλλά το φόντο στο οποίο εξελίσσεται το σενάριο να είναι πραγματικό. Η κρίση, κατά κάποιον τρόπο, είναι χαρακτήρας μέσα στην ταινία. Έχει ρόλο και θέση...

Θα μπορούσε να πει κάποιος λοιπόν ότι «Papakaliatis goes politics»;
Δεν είναι έτσι.

Εσύ μπορεί να το αρνείσαι, αλλά το κοινωνικοπολιτικό, που ήταν το αχνό φόντο του «Αν...», εδώ έχει έρθει πολύ πιο μπροστά…
Ναι, αλλά έχει έρθει και στη ζωή μας πιο μπροστά. Και στη δική μου ζωή. Πάντα έγραφα για πράγματα που με επηρεάζουν. Αυτά που ζω τα τελευταία χρόνια έγιναν φόντο στον «Ένας Άλλος Κόσμος». Αυτό υπήρχε πολύ λιγότερο στο «Αν...». Εδώ πρωταγωνιστεί η κατάσταση που ζούμε. Και αποφάσισα αυτή την κατάσταση να τη μετατρέψω σε εμπόδιο απέναντι στον έρωτα. Γιατί πάντοτε ο έρωτας είναι το βασικό σεναριακό όχημα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι αυτή η ταινία δεν είναι «Papakaliatis goes politics», αλλά «έρωτας vs politics».

Και στην ταινία και στην πραγματικότητα έχουμε δύο κοινωνίες: από τη μια, αυτή που ταξιδεύει μέχρι τη Λέσβο για να βοηθήσει τους πρόσφυγες, προσφέροντας ό,τι μπορεί, και, από την άλλη, μια κοινωνία της ξενοφοβίας και της μαυροφορεμένης βίας. Ποια από τα δύο κομμάτια πιστεύεις ότι θα επικρατήσει στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη;
Δεν γνωρίζω τόσο καλά τα πράγματα στην Ευρώπη. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τρίζει συθέμελα. Τώρα, όσον αφορά τη χώρα μας, πιστεύω ότι δεν θα κερδίσει ο φασισμός, γιατί οι Έλληνες –και γενικότερα οι λαοί της Μεσογείου– δεν το έχουμε μέσα μας. Μπορεί να υπάρχουν κάποια ακραία φαινόμενα, τα οποία ξυπνάνε και κοιμούνται ανά περιόδους, αλλά επί της ουσίας οι Νότιοι δεν έχουμε τον φασισμό στο αίμα μας. Να οφείλεται στην ιστορία μας, στον πολιτισμό μας, στο κλίμα μας; Νομίζω ότι είναι πολλοί οι λόγοι.

Έχεις το στοιχείο του επιταφίου και στις τρεις ιστορίες. Γιατί το επέλεξες αυτό;
Ο αρχικός προγραμματισμός της ταινίας ήταν να παιχτεί την περασμένη άνοιξη, πιο συγκεκριμένα τον Μάρτιο. Επειδή την ταινία θα τη δουν και κάποιοι άνθρωποι στο εξωτερικό (μια εμπειρία που αποκόμισα στο «Αν...»), ήθελα να έχω ένα ελληνικό στοιχείο που να διατρέχει και τις τρεις ιστορίες. Πάντοτε με συγκινούσε ο ύμνος «Ω γλυκύ μου έαρ». Οπότε αποφάσισα να εξελίσσονται και οι τρεις ιστορίες στο ελληνικό Πάσχα.

Καλός ο επιτάφιος, κοινωνικοπολιτικά τον περιφέρουμε εδώ και έξι χρόνια. Θα έρθει ποτέ η ανάσταση, πιστεύεις, γι’ αυτόν τον λαό;
Στην ταινία έρχεται η ανάσταση με την ανατροπή στο τέλος. Για σένα η ανάσταση συνδυάζεται με την κάθαρση; Νομίζω για όλους. Το έαρ, δηλαδή την άνοιξη, γεννιέται κάτι και μαζί με αυτό ο έρωτας. Και ο Θεός Έρωτας δίνει το «παρών» και στις τρεις ιστορίες… Ήθελα να έρθουν οι ήρωές μου σε επαφή με τον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής. Επέλεξα, μάλιστα, στο τέλος ο Τζέι Κέι να πει τον μύθο.

Ο περσινός οσκαρικός θριαμβευτής Τζέι Κέι Σίμονς στην Εθνική Βιβλιόθήκη
Ο περσινός οσκαρικός θριαμβευτής Τζέι Κέι Σίμονς στην Εθνική Βιβλιόθήκη

Ως λαός τα τελευταία χρόνια κάνουμε ένα ατελείωτο υπαρξιακό, οικονομικό και πολιτικό μπάντζι τζάμπινγκ, βουτώντας χωρίς τη θέλησή μας από το ένα άκρο στο άλλο. Τελικά μόνο ο έρωτας μπορεί να μας σώσει;
Δεν θεωρώ ότι μόνο ο έρωτας μπορεί να μας σώσει, αλλά ότι ο έρωτας είναι ανώτερος της πραγματικότητας. Αυτό δεν το λέω εγώ. Μπορεί να το νιώσει και να το πει όποιος έχει ερωτευθεί. Γι’ αυτό ξεκινά η ταινία με τον Τζέι Κέι Σίμονς στην Εθνική Βιβλιοθήκη να λέει ότι οι αρχαίοι Έλληνες, όταν κατανόησαν τη δύναμή του έρωτα, τον έκαναν θεό.

Πιστεύεις ότι, για να μην παίρνουμε χάπια ώστε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα –όπως ο ήρωας που υποδύεσαι–, πρέπει να ερωτευτούμε;
Όχι βέβαια. Το κομμάτι του χαπιού το έβαλα γιατί η θλίψη υπάρχει διά­χυτη σε όλη την Ευρώπη και κυρίως στη γενιά των σημερινών σαραντάρηδων.

Είναι και η γενιά που έσκασε η βόμβα στα χέρια της.
Ακριβώς έτσι. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η γενιά δεν είναι υπεύθυνη σε έναν βαθμό. Κουβάλαγαν μια βόμβα ή, έστω, ένα πακέτο που έπρεπε να ξέρουν τι ακριβώς έχει μέσα.

Έχεις αρκετές σινεφίλ αναφορές στην ταινία σου. Σε μια ταράτσα στην Πλάκα προβάλλονται κλασικές ταινίες όπως ο «Μάγος του Οζ», το «Metropolis»…
Δεν είναι εντυπωσιακό ότι το «Metropolis» είναι μια ταινία που γυρίστηκε το 1927; Μιλάει, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο μεν, αλλά για πράγματα που είναι επίκαιρα ενενήντα χρόνια μετά. Γι’ αυτό έβαλα τον ήρωα που ερμηνεύω (τον Γιώργο) να βλέπει σκηνές από το «Metropolis» στην ενότητα των απολύσεων και τους ανθρώπους που δουλεύουν στην εταιρεία του να μοιάζουν με εργάτες που δουλεύουν ασταμάτητα. Μη νομίζεις… Έμαθα πολλά πράγματα με αυτήν την ταινία.

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης πίσω από την κάμερα
Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης πίσω από την κάμερα

Έχει προκύψει μεγάλος έρωτας με το σινεμά μετά το «Αν…» ή εμείς το καταλάβαμε αργά;
Νομίζεις ότι ήξερα ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο; Μεγαλώνω μέσα σ’ αυτό. Για τρία χρόνια ο «Ένας Άλλος Κόσμος» ήταν η ζωή μου, όπως και το «Αν…» νωρίτερα. Εδώ όμως οι απαιτήσεις ήταν μεγαλύτερες. Το σενάριο με «ταλαιπώρησε» πάρα πολύ. Δεν βγήκε αβίαστα όπως του «Αν…». Υπήρχαν πολλά πράγματα που έπρεπε να συνδυαστούν χωρίς να χαθεί η πλοκή και τα προσωπικά μου στοιχεία. Έγραψα και ξανάγραψα οκτώ φορές την ιστορία. Μου πήρε έναν ολόκληρο χρόνο. Μελέτησα για την Εθνική Βιβλιοθήκη, για το προσφυγικό, για τον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής. Στην ταινία μπορεί να φαίνονται σαν ένα μικρό κομμάτι, αλλά ήθελα να είμαι ακριβής.

Η Πλάκα είναι για μία ακόμη φορά παρούσα.
Η Πλάκα προσφέρει από μόνη της έναν μύθο, ένα παραμύθι, σε κάθε σκηνοθέτη. Ήθελα το «Ένας Άλλος Κόσμος» να έχει στοιχεία παραμυθιού.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον Τζέι Κέι Σίμονς; Είναι πολύ δύσκολο να προσεγγίσεις τον μάνατζερ ενός Αμερικανού ηθοποιού και ακόμη δυσκολότερο να τον πείσεις ότι μια ελληνική ταινία αξίζει την προσοχή του.
Έστειλα το σενάριο στον μάνατζερ. Οι συγκυρίες και η τύχη βοήθησαν εκείνη τη στιγμή να πέσει στα χέρια του και να το διαβάσει. Ο Τζέι Κέι Σίμονς τελείωνε τότε τα γυρίσματα του «Χωρίς Μέτρο» και έψαχνε κάτι καινούργιο. Είπε στον μάνατζέρ του ότι θέλει να παίξει τον ρόλο ενός εξηντάρη με εντελώς διαφορετικά στοιχεία από την προηγούμενη ταινία του. Εκείνος του έδωσε το σενάριο του «Ένας Άλλος Κόσμος», το διάβασε, του άρεσε και με πήρε τηλέφωνο.

Μπορεί μια ταινία να αλλάξει τα μυαλά κάποιων ανθρώπων;
Τα δικά μου μυαλά αλλάζουν από τις ταινίες που βλέπω. Μακάρι να γίνεται και με τους άλλους το ίδιο. Νομίζω ότι η 7η, όπως και οι άλλες τέχνες, αυτό που έχουν ως στόχο είναι να κινητοποιούν συναισθήματα. Το έχω ξαναπεί και μπορεί να ακούγεται κάπως κλισέ, αλλά αυτό πιστεύω. Αν ο θεατής νιώσει ένα έντονο συναίσθημα, αυτό μπορεί στη συνέχεια να κινητοποιήσει και το μυαλό του. Γι’ αυτό πάντα στοχεύω περισσότερο στο συναίσθημα.

Σχετικά Θέματα