Κριτική

Τρία Χρώματα: Η Κόκκινη Ταινία

Από -

Το τελευταίο μέρος της «τριλογίας των χρωμάτων» και κύκνειο άσμα του Κριστόφ Κισλόφσκι παίρνει την «απόχρωση» της αδελφοσύνης, ακολουθώντας εκείνες της ελευθερίας («Μπλε») και της ισότητας («Λευκή»), ιδέες στις οποίες στηρίζεται η Γαλλική Δημοκρατία – κάτι που εκ πρώτης όψεως δε διαφαίνεται ευκρινώς στο φιλμ. Και αυτό γιατί στο επίκεντρο βρίσκεται μια φοιτήτρια και μοντέλο (Ιρέν Ζακόμπ), η οποία αποκτά μια ιδιαίτερη σχέση με έναν συνταξιοδοτημένο δικαστή (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) που έχει ως χόμπι να παρακολουθεί τους γείτονές του. Τι κοινό, άραγε, μπορεί να μοιράζονται αυτοί οι τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες; Ο Κισλόφσκι δε βιάζεται να απαντήσει.

 

Διογκώνει το μεταξύ τους μυστήριο δίνοντας έμφαση στις ξεχωριστές μοναξιές τους, οι οποίες εξαϋλώνονται μόνο όταν βρίσκονται συντροφιά. Ο καθένας βιώνει εναλλακτικές εκδοχές του ανεκπλήρωτου. Εκείνη βρίσκεται σε μια ξεψυχισμένη σχέση δίχως φλόγα, την οποία κρατά, μάλλον, από εγωισμό. Αυτός έχει μείνει να «δικάζει» αγνώστους εν αγνοία τους. Κι όμως, τριγύρω τους αντανακλώνται ζωές που δείχνουν ευτυχείς, ολοκληρωμένες.

banner

Χωρίς ποτέ το σενάριο να υπόσχεται πως κάτι συνταρακτικό πρόκειται να συμβεί, παραμένοντας ωστόσο απολύτως υποβλητικό, ο Κισλόφσκι διατηρεί τον πλήρη έλεγχο μιας βραδυφλεγούς αφήγησης, γεμάτης διαπεραστική θαλπωρή, η οποία αναδεικνύει τη μελαγχολία του τυχαίου. Μια έννοια που διατρέχει τη φιλμογραφία του Πολωνού ως ρυθμιστής της εφήμερης ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία δεν έχει πάντα το νόημα που θέλουμε να της προσδώσουμε. Με χαμηλότονη ποιητικότητα και συνεσταλμένο πεσιμισμό, ο Κισλόφσκι δίνει έμφαση στις προσωπικές σχέσεις καδράροντάς τες σαν να είναι η μοναδική κληρονομιά που αφήνουμε πίσω μας. Κι όσο πιο σύντομα συμφιλιωθούμε με αυτή την ιδέα, τόσο ευκολότερα θα φτιάξουμε τη δική μας μοίρα.

Γαλλία. 1994. Διάρκεια: 96΄. Διανομή: SUMMER CLASSICS.