Το Χόλιγουντ πήρε τ' όπλο του

Από -

Το «Σκότωσέ τους Γλυκά», οι «Παράνομοι» και η «Αγριότητα» που κυκλοφορούν αυτήν την εβδομάδα στις ελληνικές αίθουσες αποδεικνύουν ότι η βία αποτελεί ένα από τα διαχρονικά, σταθερά μοτίβα του Χόλιγουντ.

Περίπου έναν αιώνα νωρίτερα ο Άγγλος συγγραφέας Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς είχε πει ότι «η αμερικανική ψυχή είναι κατά βάση σκληρή, μοναχική, στωική και “φονιάς”». Αυτήν την εβδομάδα τρεις ταινίες που κυκλοφορούν στις ελληνικές αίθουσες βάλθηκαν να επαληθεύσουν τη συγκεκριμένη φράση, σαν ετεροχρονισμένη κινηματογραφική φάρσα. Η γκανγκστερική περιπέτεια που μας ταξιδεύει στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης «Παράνομοι» του Τζον Χίλκοουτ, το ναρκο-θρίλερ του Όλιβερ Στόουν «Αγριότητα» και το σαρκαστικό νεο-νουάρ «Σκότωσέ τους Γλυκά» του Άντριου Ντόμινικ έχουν ένα κοινό γνώρισμα: η ωμή βία είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής των τριών ιστοριών, η ματωμένη σεναριακή συνιστώσα που δείχνει ότι το αμερικανικό σινεμά δεν έχει καμία διάθεση να αφοπλιστεί. Το αντίθετο μάλιστα… Πλέον δεν έχει κανένα δισταγμό να παραδεχτεί με κάθε τρόπο ότι η βία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής Ιστορίας («έχοντας συνοδεύσει σχεδόν κάθε στάδιο και πτυχή της εθνικής εμπειρίας», όπως ισχυρίζεται και ο ιστορικός Ρίτσαρντ Μάξγουελ Μπράουν), εξοπλίζοντας όλο και περισσότερο κινηματογραφικούς (αντι)ήρωες με κοντόκαννες καραμπίνες, 38άρια περίστροφα και κάθε είδους όπλα. Για πολλούς η πηγή του κακού βρίσκεται στην πολιτισμική κληρονομιά που άφησε πίσω του ο νόμος του ισχυρού, ο οποίος κυριάρχησε κατά την ίδρυση του αμερικανικού κράτους, αλλά και στο ασταμάτητο πιστολίδι της Άγριας Δύσης. Γι’ άλλους η σημερινή έξαρση της βίας αποτελεί ένα μοντέρνο μητροπολιτικό φαινόμενο που αντανακλά τις ταξικές και φυλετικές διαφορές στο δαιδαλώδη κοινωνικό καμβά. 

Το σινεμά λοιπόν είναι το μέσο που διαχρονικά έχει αποτυπώσει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια και αντανακλαστικά τη διαδρομή της βίας στην ανήσυχη αμερικανική κοινωνία. Από τα φιλμ νουάρ του Τζον Χιούστον, τα μεταπολεμικά έπη του Τζον Φορντ και τα γουέστερν του Μπαντ Μπέντιτσερ φτάνουμε στην πιο ενδιαφέρουσα και καλλιτεχνικά ακμαία εποχή για το αμερικανικό σινεμά, τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές αυτής του ’70. Είναι η εποχή που η «Άγρια Συμμορία» του Σαμ Πέκινπα, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και ο «Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορσέζε θα εξερευνήσουν στην οθόνη τα όρια της αμοραλιστικής βίας και θα ψάξουν βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και τα καταπιεσμένα ένστικτά της για τα αίτια. Ειδικότερα ο «Νονός» του Φράνσις Φορντ Κόπολα θα προσθέσει το στοιχείο της πανίσχυρης παράνομης μπίζνας που συνοδεύει πιστά το σκηνικό βίας στο διάβα της αμερικανικής Ιστορίας. Κάτι που θα δούμε ξεκάθαρα και στην κινηματογραφική τριπλέτα των «Παρανόμων», της «Αγριότητας» και του «Σκότωσέ τους Γλυκά». Ότι δηλαδή δίπλα στην εκτυφλωτική λάμψη του αμερικανικού ονείρου βαδίζει η σκοτεινή σκιά του, μια ανθηρή παραοικονομία που μετρά τα πάντα –και κυρίως την ανθρώπινη ζωή– σε δολάρια. Οι εγκληματικές οργανώσεις λειτουργούν σαν καλοστημένες επιχειρήσεις σε μια αγορά λίγο πιο «ελεύθερη» από την κανονική, που υπακούει στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης. Το αλκοόλ στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης («Παράνομοι»), η μαριχουάνα («Αγριότητα») και η παράνομη χαρτοπαιξία («Σκότωσέ τους Γλυκά») είναι τα πολύτιμα αγαθά και οι υπηρεσίες που διατίθενται στην εκλεκτή πελατεία, έχοντας πληρώσει πρώτα το απαραίτητο αιματηρό τέλος στον αδίστακτο βωμό του κέρδους. 

Το Χόλιγουντ δεν διστάζει πια όχι μόνο να παρουσιάσει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια τις… αγαθοεργίες των παράνομων επιχειρήσεων στην οθόνη αλλά και να τις ειρωνευτεί. Στη μεταμοντέρνα εποχή της απενοχοποιημένης «νέας βίας» που εισήγαγαν στα μέσα του ’90 ταινίες όπως το «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο και το «Fight Club» του Ντέιβιντ Φίντσερ τα ταμπού που περιόριζαν για πολλές δεκαετίες το αμερικανικό σινεμά έσπασαν. Οι σκηνές άγριας βίας, που κάποτε βρίσκονταν μονάχα στα κινηματογραφικά αζήτητα του exploitation, τώρα έχουν εισβάλει στον πυρήνα του mainstream σινεμά με τη βοήθεια της τολμηρής αμερικανικής τηλεόρασης και των δημοφιλών βιντεο-παιχνιδιών – φέροντας, μάλιστα, έναν κυνικό σαρκασμό όπως αυτόν που κρύβεται πίσω από τον τίτλο «Σκότωσέ τους Γλυκά»…