Θέμα

Το σινεμά του τρόμου αναγεννιέται στην Ισπανία

Από -

Το «Μπαρ» του Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια έρχεται να επιβεβαιώσει τη διαρκή φόρμα στην οποία βρίσκεται το ισπανικό σινεμά τρόμου από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχοντας επανεφεύρει τους κινηματογραφικούς κανόνες του είδους. Πιάνουμε το νήμα της άνθησής του και θυμόμαστε τις καθηλωτικές στιγμές του.

«Ο Λαβύρινθος του Πάνα»
«Ο Λαβύρινθος του Πάνα»

Τα τελευταία χρόνια, οι ευρωπαϊκές ταινίες που έχουν ταυτιστεί με το σασπένς, το μυστήριο και τις απρόβλεπτες ανατροπές του σινεμά τρόμου μιλούν σχεδόν όλες ισπανικά. Πέρσι ήταν το στιλιζαρισμένο αστυνομικό θρίλερ του Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ «Το Μικρό Νησί» (2014), πρόσφατα είδαμε την αιματηρή εκδίκηση της «Οργής ενός Υπομονετικού Ανθρώπου» του Ραούλ Αρεβάλο (2016), ενώ σύντομα αναμένουμε την άφιξη του «Αόρατου Επισκέπτη» (2016) του Οριόλ Πάουλο. Παρεμβάλλεται «Το Μπαρ», το νέο πόνημα του μαέστρου των θρίλερ Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια («Η Τελευταία Ακροβάτις της Μαδρίτης»), το οποίο εκτυλίσσεται εξολοκλήρου σε ένα μπαράκι που πολύ γρήγορα μετατρέπεται στο πεδίο δράσης ενός αρρωστημένου εφιάλτη. Το μοντέρνο θριλερικό ξέσπασμα των Ισπανών χρωστά την ύπαρξή του στο πρώτο κύμα ταινιών τρόμου που σάρωσε τη χώρα και απέκτησε χιλιάδες οπαδούς, ταλαιπωρώντας την κυρίαρχη καλλιτεχνική και πολιτική ελίτ.

banner
Ο θρυλικός ηθοποιός Πολ Νάσκι στο «La Marca del Hombre Lobo»
Ο θρυλικός ηθοποιός Πολ Νάσκι στο «La Marca del Hombre Lobo»

Το αντάρτικο των νεκροζώντανων
Στο τρενάκι του σινε-τρόμου που κάλπαζε στην Ευρώπη τις δεκαετίες ’60 και του ’70 δεν άργησε να επιβιβαστεί η Ισπανία του δικτάτορα Φράνκο. Οι κινηματογραφιστές ανακάλυψαν στα horror movies μια διέξοδο από τις επιτροπές λογοκρισίας, διευκολύνοντας την καλλιτεχνική τους έκφραση και ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο για αντίδραση ενάντια στη δικτατορία. Τα απόκοσμα τοπία, φόντο των σουρεαλιστικών σεναρίων με ήρωες που ποίκιλλαν από μυθικά τέρατα μέχρι ανυποψίαστους τουρίστες, με πανταχού παρόν το άφθονο γυμνό, δημιουργούσαν ένα κινηματογραφικό σύμπαν διαφυγής από τη φρανκική καθημερινότητα. Κοινό χαρακτηριστικό τους η υποσυνείδητη ανάδειξη της καταπίεσης που βίωνε η χώρα και των σεξουαλικών φραγμών που επέβαλλε το καθεστώς, περιορισμούς που οι ταινίες αυτές κατέρριπταν εντός της σκοτεινής αίθουσας – εξ ου και η επιτυχία που τις συνόδευε.

Φιλμ όπως το «La Marca del Hombre Lobo» (1968), που ταύτισε το πρόσωπο του θρυλικού ηθοποιού Πολ Νάσκι με ένα λυκάνθρωπο και κατ’ επέκταση με το σινεμά του ισπανικού τρόμου και το «La Noche del Terror Ciego» (1972), με πρωταγωνιστές αδηφάγους Ναΐτες ιππότες-ζόμπι, είναι μεταξύ των πρώτων που γνώρισαν επιτυχία.

«La Noche del Terror Ciego»
«La Noche del Terror Ciego»

Εμβληματική φιγούρα του είδους ο σκηνοθέτης Ναρκίσο Ιμπανιέζ Σεραδόρ, ο οποίος αφού πρώτα στοίχειωσε τον ύπνο του τηλεοπτικού κοινού με τη σειρά «Historias para no dormir» (1964-1968), τα κατάφερε επάξια και στο σινεμά παραδίδοντας ταινίες όπως το κομψοτέχνημα «Μεγάλη Σφαγή στο Καταραμένο Νησί» (1976), στο οποίο παιδιά δολοφονούν με ευρηματικότητα όποιον ενήλικα βρουν μπροστά τους. Αν και τυπικά δεν ανήκει στο είδος, το αριστουργηματικό «Πνεύμα του Μελισσιού» (1973) του Βίκτορ Ερίθε επηρέασε σημαντικά τους δημιουργούς του ως προς την απεικόνιση ενός φανταστικού κόσμου ο οποίος λειτουργεί σαν λυτρωτικό καταφύγιο από μια καταπιεστική πραγματικότητα.

Ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνος του, ο «μεσσίας του τρόμου» Χεσούς Φράνκο δεν σταμάτησε να γυρίζει ταινίες μέχρι το θάνατό του στα 82. Την περίοδο της ακμής του, έφερε μια μικρή σεξουαλική επανάσταση στο ισπανικό σινεμά με τα «El Secreto del Dr. Orloff» (1964), «Drácula contra Frankenstein» (1972), μα κυρίως το ανεπανάληπτο «Vampyros Lesbos» (1971). Κάτω από το φλερτ με το soft πορνό και τα αιμοδιψή πλάσματα, στις εικόνες του ανακαλύπτει κανείς ευρηματικά σχόλια για την εξουσία, τον ερωτισμό και τις σκοτεινές φαντασιώσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας.

«Vampyros Lesbos»
«Vampyros Lesbos»

Οι φόβοι αλλάζουν όψη
Η απαξίωση των ταινιών τρόμου οδήγησε στην πλήρη περιθωριοποίησή τους μετά το τέλος της δικτατορίας. Η διαιώνιση του μύθου τους βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στους πιστούς οπαδούς του είδους, τους αυτοαποκαλούμενους «σινε-φάγους». Η δράση τους ήταν καταλυτική για την επανεμφάνιση των ταινιών τρόμου στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Στην ανανεωμένη αισθητική του είδους, το cult στοιχείο είναι μετριασμένο, ενώ το βλέμμα είναι στραμμένο προς ένα ευρύτερο κοινό και προς τις θεματικές του συλλογικού άγχους. Προτού γίνει... «μπαρόβιος», ο Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια έθεσε τα θεμέλια για την επιστροφή των ταινιών τρόμου με το «El Día de la Bestia» (1995). Ένας ιερέας, ένας μεταλάς κι ένας Ιταλός αποκρυφιστής ενώνονται για να σώσουν τον κόσμο από τον Αντίχριστο, σε ένα σενάριο που αναμειγνύει τη φρίκη με το μαύρο χιούμορ.

Κατόπιν, τη σκυτάλη πήρε ο Αλεχάντρο Αμενάμπαρ με το «Tesis» (1996) του. Με πρωταγωνίστρια τη σπουδαία Άνα Τόρεντ, ο σκηνοθέτης του «Η Θάλασσα Μέσα μου» εφιστά την προσοχή στην έμμεση νομιμοποίηση της βίας μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες και τη συνακόλουθη απώλεια της ευαισθησίας προς αυτήν, οδηγώντας την ηρωίδα του σε μια παγίδα που στήνεται μετά την προβολή ενός φόνου σε ταινία snuff. Το «Tesis» γνώρισε ευρεία κριτική και εμπορική επιτυχία, την οποία ο Αμενάμπαρ επανέλαβε στους αγγλόφωνους και ανατριχιαστικούς «Άλλους» (2001), με ατού την υποβλητική ερμηνεία της Νικόλ Κίντμαν.

Την ίδια χρονιά ο κόσμος θα μάθαινε το όνομα του Μεξικανού Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, ο οποίος ξάφνιασε τους πάντες με τη στοιχειωμένη «Ράχη του Διαβόλου», ένα θρίλερ με ήρωα έναν δωδεκάχρονο τρόφιμο ενός στοιχειωμένου ορφανοτροφείου, που έχασε τον πατέρα του στον ισπανικό εμφύλιο. Ήταν ο προπομπός του αδιαμφισβήτητου αριστουργήματος «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» (2006). Με κεντρικό χαρακτήρα και πάλι ένα παιδί, αυτήν τη φορά τη μικρή Ιβάνα Μπακέρο και ιστορικό φόντο τον εμφύλιο, ο Ντελ Τόρο δημιουργεί μια αλληγορία με έντονη πολιτική χροιά, βασισμένη στον κόσμο των παραμυθιών για να προστατέψει την ηρωίδα του από τη φρίκη του πολέμου. Το μοτίβο του φανταστικού καταφύγιου ενάντια στον πραγματικό τρόμο επανέρχεται περνώντας το αντιφασιστικό μήνυμα της ταινίας μέσα από τις μαγευτικές εικόνες της.

Στις βάσεις που έθεσε ο «Λαβύρινθος», το «Ορφανοτροφείο» (2007) του Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα –με τις ευλογίες του παραγωγού Ντελ Τόρο– οριστικοποίησε την πρωτοκαθεδρία του είδους στην ισπανική βιομηχανία. Το υποβλητικό θρίλερ, που εστιάζει στη μητρότητα και στην έννοια του ψυχολογικού τραύματος, εντυπωσίασε με την αινιγματική σκηνοθεσία και το σοκαριστικό φινάλε του, που εξαργυρώθηκαν πλουσιοπάροχα στα ταμεία και στους διθυράμβους των κριτικών. Στο low budget αντίποδα, την ίδια χρονιά συναντάμε το ευρηματικό «Εγκλήματα στο Χρόνο» του Νάτσο Βιγκαλόντο. Μια υπαρξιακή περιπέτεια στο χωροχρόνο, στην οποία ο ήρωας μάχεται για να σώσει τη ζωή του από τον… εαυτό του.

Το σλόγκαν «βίωσε το φόβο» συνοδεύει το «[•REC]» (2007), την πρώτη ισπανική ταινία τρόμου που έγινε franchise γεννώντας τρία σίκουελ. Το φιλμ των Χάουμε Μπαλαγκουέρο και Πάκο Πλάθα ανασταίνει τα ζόμπι σε μια μοντέρνα εκδοχή που πατά στην αισθητική των τηλεοπτικών reality και του found footage, συνδυασμό που εξασφαλίζει μέγιστη ανατριχίλα. Ο Ντελ Τόρο βάζει ξανά το χέρι του στα «Μάτια της Τζούλια» (2010) του Γκιγέμ Μοράλ, ο οποίος επιστρέφει σε παραδοσιακές φόρμες του είδους με ένα στέρεα δομημένο και υποδειγματικά αφηγημένο θρίλερ. Τέλος, από το χορό του τρόμου δελεάστηκε ακόμα και ο ποπ auteur Πέδρο Αλμοδόβαρ, γυρίζοντας το 2011 μια «διεστραμμένη», πολυεπίπεδη και  ανατρεπτική βερσιόν του δρ. Φράνκενσταϊν στο «Δέρμα που Κατοικώ».

Με έντονη παρουσία στις οθόνες μας, οι ισπανικές ταινίες τρόμου γεννήθηκαν ως ιδεολογικό αντίβαρο της δικτατορίας και μεταλλάχθηκαν σε πεδία αναστοχασμού σύγχρονων πανανθρώπινων ζητημάτων, δίχως να μετριάζεται η καλλιτεχνική και εμπορική δυναμική τους. Έτσι, όσο τα πρωτοποριακά φιλμ θα εξάπτουν τη φαντασία μας, οι κινηματογραφικοί φόβοι μας θα μιλούν ισπανικά.

Σχετικά Θέματα