Κριτική

Το Νησί των Σκύλων

Από -

Μετά τον «Απίθανο Κύριο Φοξ» ο Γουές Άντερσον επιστρέφει στο stop motion animation με μια βραβευμένη στο Φεστιβάλ Βερολίνου απλή, ανάλαφρη όσο κι ευρηματικότατη αλληγορία, που αποτίνει φόρο τιμής στην ιαπωνική κουλτούρα.

Aπό το αδέξιο τρίο των ληστών­ του «Bottle Rocket» μέχρι τον παστέλ κόσμο του Στέφαν Τσβάιχ και του «Grand Budapest Hotel», ο Γουές Άντερσον έχει διανύσει μεγάλη κινηματογραφική απόσταση. Συνεχίζει όμως να κοιτάζει τα πάντα γύρω του με βλέμμα παιδικής αθωότητας, το οποίο δανείζει στους ευαίσθητους, εμμονικούς και απροσάρμοστους στην περιβάλλουσα κανονικότητα πρωταγωνιστές­ του. Ανθρώπους που προσπαθούν να ενηλικιωθούν, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, μέσα σε δυσλειτουργικές οικογένειες από τη μία και σε ένα σύμπαν κανόνων, πειθαρχίας και αυστηρού προγράμματος (ένα κολέγιο, μια κατασκήνωση, ένα ξενοδοχείο) από την άλλη. Μια αντίθεση που από τη σεναριακή πλοκή μεταφέρεται στις ίδιες τις εικόνες του, οι οποίες με την αυστηρή συμμετρία­ και την εσωτερική αρχιτεκτονική τους (πάντα πολύχρωμα αισιόδοξη όμως) εγκλωβίζουν διακριτικά τους ήρωες σε έναν οργανωμένο και περίφρακτο χώρο.

Ο αποκλεισμένος, περίκλειστος χώρος του «Νησιού των Σκυλιών» είναι ένα νησάκι γεμάτο σκουπίδια λίγο έξω από το Μεγκασάκι. Εκεί, ύστερα από διάταγμα του γατόφιλου, διε­φθαρμένου (και με τα δικά του σχέδια ολοκληρωτικού ελέγχου) δήμαρχου Κομπαγιάσι, μεταφέρονται όλα τα σκυλιά της πόλης, με πρόσχημα το φόβο μετάδοσης της θανάσιμης γρίπης που κουβαλούν πολλά από αυτά – «πρόσφυγες» από άλλες περιοχές. Όταν μεταφερθεί εκεί και ο Σποτς, ο τετράποδος σωματοφύλακας του 12χρονου ανιψιού του δημάρχου Ατάρι, ο τελευταίος θα ξεκινήσει μια απέλπιδα προσπάθεια να τον εντοπίσει μέσα στο χαοτικό σκουπιδότοπο.

Η ενηλικίωση, η αναζήτηση της οικογενειακής στοργής, ο εγκλωβισμός, το ακατανόητα απειλητικό περιβάλλον και η απελευθερωτική δύναμη­ της φαντασίας συνδυάζονται μαγικά για άλλη μία φορά από τον έξι φορές υποψήφιο για Όσκαρ Τεξανό (!) σινε-αρτίστα, ο οποίος εξελίσσει δημιουργικά την τεχνική του stop motion animation (εδώ άμεσα επηρεασμένη από τα τηλεοπτικά σόου­ της Rankin/Bass). Κι εννιά χρόνια μετά τον «Απίθανο Κύριο Φοξ» επιστρέφει στο «κουκλίστικο» παραμύθι, το οποίο μετασχηματίζει σε μια απλή στις ιδέες, καίρια στα μηνύματα, περίτεχνη στην κατασκευή και πολυδιάστατη στις αναφορές της πολιτική όσο και πολιτισμική παραβολή.

Μια αγωνιώδης και χιουμοριστική οδύσσεια, που σε πρώτο επίπεδο αναφέρεται άμεσα στη σύγχρονη προσφυγική κρίση, συνδεδεμένη με οικονομικά συμφέροντα και μισαλλόδοξες ρητορικές. Σε δεύτερο όμως, αυτή η συγκινητικά διασκεδαστική περιπέτεια δεν είναι παρά μια γοητευτική περιπλάνηση-φόρος­ τιμής στη γιαπωνέζικη κουλτούρα, η οποία συνδυάζει –από τα χαϊκού, την παραδοσιακή ζωγραφική και τα anime μέχρι τον Ακίρα Κουροσάβα και τον Γιασουχίρο Όζου– τον αισθητικό μινιμαλισμό με την πολύχρωμη φαντασία και την κοινωνική αυστηρότητα με τη ζεν φιλοσοφία. Όπως και το αριστουργηματικό σάουντράκ της, στο οποίο συνυπάρχουν αρμονικά θέματα από ταινίες του Κουροσάβα, το ψυχεδελικό ροκ των West Coast Pop Art Experimental Band και το «πειραγμένο» ανατολίτικο σκορ (με τάικο ντραμς, κλαρινέτο και σαξόφωνο!) του Αλεξάντρ Ντεσπλά.

ΗΠΑ, Γερμανία. 2018. Διάρκεια: 101΄. Διανομή: ODEON.

Σχετικά Θέματα