Κριτική

Το Μυστικό της Ασημένιας Λίμνης

Από -

Πολλές ταινίες έχουν προσπαθήσει να αποτυπώσουν την ιδιότυπη, αφόρητα ρηχή και απατηλά γοητευτική ψυχή του Λος Άντζελες, πρωτεύουσας της κινηματογραφοφιλίας και της ποπ κουλτούρας. Ελάχιστες το έχουν καταφέρει τόσο επιτυχημένα όσο το «Mulholland Drive» του Ντέιβιντ Λιντς, βασικό σημείο αναφοράς της τρίτης ταινίας του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, ο οποίος μας αιφνιδίασε πριν από μία πενταετία με το αριστουργηματικό horror hit «Σε Ακολουθεί». Σε εντελώς διαφορετικό αλλά πάντα αλληγορικό ύφος, ο 45χρονος σκηνοθέτης επιχειρεί τώρα άλλο ένα ταξίδι βαθιά στο αμερικανικό υποσυνείδητο, ξεκινώντας από τον χιτσκοκικό «Σιωπηλό Μάρτυρα».

Από λίγες τυπικές κουβέντες, ένα τηλεφώνημα και την εικόνα του δωματίου του γρήγορα καταλαβαίνουμε πως ο Σαμ είναι ένας έξυπνος τριαντάρης, που περιφέρεται χωρίς σκοπό και δουλειά στο σύγχρονο Λος Άντζελες, σαγηνευμένος από την cool ατμόσφαιρά του. Ένα βράδυ θα δει από το μπαλκόνι του μια σέξι νεαρή γυναίκα να κολυμπάει (και να ποζάρει αλά Μέριλιν Μονρόε) στην πισίνα της πολυκατοικίας του, θα τη γνωρίσει και θα την επισκεφθεί στο δωμάτιό της. Αλλά όταν την επομένη εκείνη εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος, θα παθιαστεί με την ανεύρεσή της και θα ξεκινήσει μια περιπετειώδη αναζήτηση στην πόλη των κινηματογραφικών ονείρων και σε έναν μέχρι τότε αθέατο κόσμο, κατοικημένο από αλλόκοτους καλλιτέχνες, μυστηριώδεις κληρονόμους, πιστούς κάθε είδους σέχτας, serial killers σκύλων και νεκρές διασημότητες.

Όπως και στην προηγούμενη ταινία του Μίτσελ, έτσι κι εδώ η οδύσσεια του βασικού χαρακτήρα έχει τη μορφή λιντσεϊκού εφιάλτη. Πρόκειται για μια δαιδαλώδη περιπλάνηση σε έναν τόπο όπου όλα είναι οικεία και την ίδια στιγμή παράξενα, όψεις μιας πραγματικότητας που πίσω της κρύβει ένοχα –ψυχαναλυτικά– μυστικά. Όπως αυτό της ασημένιας λίμνης, μεταφορά της ασημένιας οθόνης, δηλαδή της κινηματογραφικής μυθολογίας, αλλά κι εκείνης των κόμικς, των pop hits και των τηλεοπτικών σίριαλ. Ο Σαμ, όπως και μια ολόκληρη, οκνηρή και αδρανής κοινωνία, είναι παγιδευμένος στη ρηχή σαγήνη τους, στην οποία υποσυνείδητα αναγνωρίζει κομμάτια από δικές του απωθημένες επιθυμίες, ψυχολογικές ελλείψεις κι εσωτερικά τραύματα.

Η προσπάθεια του Μίτσελ να συνδέσει το συλλογικό ασυνείδητο με την ποπ κουλτούρα μέσω ενός μεταμοντέρνου (οι σινεφίλ αναφορές ξεχειλίζουν) φιλμ νουάρ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ως ιδέα, αλλά μάλλον αποτυχημένη ως εκτέλεση, εγκλωβισμένη σε μια αποσπασματική, φλύαρη και υπερβολικής διάρκειας πλοκή, χωρίς ένταση και συναισθηματικό βάθος. Καθώς μάλιστα, προχωρώντας, η αλληγορία «καβαλάει» την ίντριγκα και το σαρκαστικό χιούμορ κάνει στην άκρη για χάρη μιας περιττής σοβαροφάνειας, εδραιώνεται και η αίσθηση πως όλο αυτό είναι περισσότερο ένα διασκεδαστικό κινηματογραφόφιλο αστείο και λιγότερο ένας τρομακτικός υπαρξιακός εφιάλτης.

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 139΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM.

Σχετικά Θέματα