Συνέντευξη

Το μεγάλο κόλπο του Μάριου Πιπερίδη στην Τραϊμπέκα με το «Αναζητώντας τον Χέντριξ»

Από -

Μιλήσαμε με τον Κύπριο σκηνοθέτη ο οποίος κέρδισε το πρώτο βραβείο στο σημαντικό νεοϋορκέζικο φεστιβάλ, τη δεύτερη σερί νίκη για ελληνόφωνη ταινία στη διοργάνωση.

Αρχικά πρέπει να σας ρωτήσω, πώς νιώσατε όταν πήρατε το βραβείο στην Τραϊμπέκα;
Κοίταξε, ήταν κάτι που δεν περιμέναμε καθόλου και το πρώτο βραβείο μας ήρθε σα μια μεγάλη έκπληξη Έπαιξε ρόλο και το γεγονός πως η ταινία είναι κωμωδία, ένα είδος που δύσκολα βραβεύεται στα φεστιβάλ, οπότε εξαρχής ήμαστε χαρούμενοι και μόνο από το γεγονός πως τη δέχτηκαν στην Τραϊμπέκα.

Η ταινία τι υποδοχή είχε από την κριτική επιτροπή και το κοινό του φεστιβάλ;
Ο κόσμος ήταν πάρα πολύ θετικός. Κατά τη διάρκεια της προβολής συμμετείχε, γελούσε, αλλά έμενε και μετά το τέλος για τις συζητήσεις. Δημοσιεύθηκαν επίσης και μερικές θετικές κριτικές από αμερικανικά μέσα που μας χαροποίησαν. Σχετικά τώρα με την κριτική επιτροπή, ο Ρέι Λιότα με πλησίασε μετά τη βράβευση και μου εξέφρασε με θέρμη πόσο πολύ του άρεσε η ταινία αλλά και το θέμα της, καθώς αφορά κάτι που δε γνώριζε καθόλου. Με συνέχαιρε συνεχώς και εγώ τον ευχαριστούσα κάθε φορά, ήταν σουρεαλιστικό.

Επιλέξατε να διαπραγματευτείτε στην ταινία με ένα πολύ δύσκολο θέμα. Τι σας ώθησε να επιλέξετε την κωμωδία ως τον τρόπο να το απεικονίσετε;
Όταν για 44 χρόνια μεγαλώνεις στην Κύπρο με το ίδιο πρόβλημα να παραμένει, και το δράμα αυτό να παρουσιάζεται με πανομοιότυπο τρόπο σε πολλές ταινίες που αφορούν το Κυπριακό, όλα αυτά με οδήγησαν σε μια φάση η οποία δε μου επέτρεπε να το αντιμετωπίσω διαφορετικά. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί επέλεξα συγκεκριμένα την κωμωδία, ίσως ήθελα να αντιδράσω κάπως. Το θέμα παραμένει φυσικά τραγικό, αλλά εδώ γίνεται κωμικοτραγικό. Τόσα χρόνια συζητούμε για το Κυπριακό χωρίς να υπάρχει πρόοδος, και όσος καιρός περνάει τόσο τα προβλήματα διογκώνονται.

Πιστεύετε ότι ο κυπριακός κινηματογράφος έχει βρει τρόπο να προσεγγίζει το Κυπριακό με μεγαλύτερη ευστοχία σήμερα από ότι στο παρελθόν;
Παλαιότερα γυρίζονταν ταινίες οι οποίες ήταν σκηνοθετημένες με γνώμονα την ελληνοκυπριακή πλευρά, με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις να ασκούν κριτική στην ευρύτερη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Νομίζω όμως ότι το «Αναζητώντας τον Χέντριξ» είναι η πρώτη φορά που προσεγγίζεται το θέμα και από τις δύο πλευρές, αλλά και με έναν διαφορετικό σκηνοθετικό τρόπο.
Αυτήν τη στιγμή στην Κύπρο ο κόσμος έχει κουραστεί. Για εμένα το δύσκολο ήταν να κρατηθούν οι ισορροπίες ώστε να μην προσβληθούν καταστάσεις οι οποίες πληγώνουν τον κόσμο. Ήθελα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία από μία όσο γίνεται αντικειμενική οπτική γωνία, χωρίς να παίρνω μια ξεκάθαρη θέση.

Εξάλλου, κρίνοντας και από την ταινία, οι δύο ήρωες συνειδητοποιούν πως έχουν τα ίδια προβλήματα και δε διαφέρουν επί της ουσίας.
Έτσι είναι. Όταν έγραφα το σενάριο η Κύπρος είχε ήδη περάσει τη δική της οικονομική κρίση, και πάρα πολλοί έφυγαν από τη χώρα. Το έκαναν γιατί ήθελαν να φύγουν από την κρίση, το Κυπριακό και όλα τα συνεχιζόμενα προβλήματα του νησιού. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία τους χαρακτήρες της ταινίας τους έβλεπα στη ζωή μου.
Κάτι καινούριο που επίσης φέρνει η ταινία, είναι η απεικόνιση του Τούρκου έποικου με μια ανθρώπινη διάσταση. Η συνήθης εικόνα για εκείνους είναι αυτή του αριθμού. Πόσοι είναι, πού βρίσκονται… Δεν έχουν υπόσταση, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως αριθμοί. Το γεγονός ότι ο Χασάν (σ.σ. Φατίχ Αλ) παρουσιάζεται με καλοσύνη, ίσως ξενίσει κάποιους θεατές. Το παρατήρησα αυτό και σε κάποιες προβολές που κάναμε, δυσκολεύονται μερικοί να ταυτιστούν με κάποιον τον οποίο θεωρούν εχθρό. Στο τέλος της ημέρας όμως έχουν να αντιμετωπίσουν τις ίδιες δυσκολίες επιβίωσης, καθημερινότητας, οικογένειας…

Μέσα από ποιες εμπειρίες και συναναστροφές εμπνευστήκατε τον χαρακτήρα του Χαλίλ;
Έχω φίλους Τουρκοκύπριους και Τούρκους, το σημαντικό όμως για μένα ήταν να προσεγγιστούν οι χαρακτήρες καθαρά σε ανθρώπινο επίπεδο. Είναι υποκείμενα που ζουν σε ένα χωρισμένο νησί και αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα. Από εκεί και έπειτα στην εξίσωση μπαίνει ο τρόπος που ο καθένας τα αντιλαμβάνεται αυτά, είτε Τούρκος έποικος είτε Κύπριος. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ακόμα χρησιμοποιείται η λέξη «έποικος». Έχουμε φτάσει πλέον στην τέταρτη γενιά ανθρώπων που ζουν εκεί, και το ερώτημα είναι πώς χειρίζεσαι αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι γεννήθηκαν στην Κύπρο και αυτήν τη χώρα γνώρισαν; Πού να πάνε; Δημιουργείται ένα τεράστιο ανθρωπιστικό πρόβλημα.

Τη στιγμή στην ταινία κατά την οποία ο Γιάννης (σ.σ.: Άνταμ Μπουσδούκος) φτάνει στο οδόφραγμα και περνάει από τον έλεγχο, η ατμόσφαιρα ξαφνικά γίνεται τρομερά τεταμένη, σα να ζωντανεύει η ιστορία.
Ξέρεις, πολλοί Ελληνοκύπριοι δεν έχουν περάσει ποτέ στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος και ούτε θέλουν να το κάνουν, γιατί πρέπει να επιδεικνύει ο καθένας την ταυτότητα ή το διαβατήριό του. Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζεται έμμεσα η ύπαρξη του ψευδοκράτους. Η στιγμή που περιγράφεις στην ταινία είναι και για τον Γιάννη η πρώτη φορά που περνάει το οδόφραγμα. Σεναριακά αυτή η σκηνή συμβολίζει τη μετάβαση του χαρακτήρα σε μια συνθήκη που θα του αλλάξει τη ζωή.

Το συγκεκριμένο γύρισμα έγινε στο πραγματικό σημείο του οδοφράγματος;
Υπάρχουν δύο περάσματα στη Λευκωσία. Εμείς πήραμε άδεια από την αστυνομία, το στρατό και τα Ηνωμένα Έθνη για να κάνουμε το γύρισμα σε ένα από αυτά, από όπου μπορούν να περάσουν και αυτοκίνητα. Πάντως για κάποιον ο οποίος δε γνωρίζει τη Λευκωσία είναι δύσκολο να καταλάβει πώς ακριβώς είναι δομημένη η πράσινη γραμμή, γιατί δεν είναι για παράδειγμα όπως το Τείχος του Βερολίνου. Βρίσκεται σε σημεία που απλά ο δρόμος σταματάει μπροστά από μια μεταλλική πόρτα και δεν μπορείς να προχωρήσεις παραπέρα.

Πώς εμπνευστήκατε το εύρημα της περιπέτειας του σκυλιού;
Μέσα από έναν γνωστό μου έμαθα πως μια παρέα πήγε στα κατεχόμενα με ένα σκυλί και δεν μπορούσαν μετά να το φέρουν πίσω. Και εγώ, όπως πολλοί στην Κύπρο, δεν είχα ιδέα πως υπάρχει αυτός ο απαγορευτικός νόμος για τα σκυλιά. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η ιδέα της ταινίας. Η επιλογή της κωμωδίας μου επέτρεπε να υπερβάλλω σε κάποια πράγματα, όπως στον τρόπο που εξελίσσεται η πλοκή. Ένιωσα πως θα μπορούσα έτσι να μιλήσω για περισσότερα ζητήματα, συγκριτικά με το δράμα που θα με περιόριζε.

Τους ηθοποιούς τους είχατε στο μυαλό σας ενώ γράφατε το σενάριο;
Όχι, περάσαμε μέσα από μια μακρά διαδικασία προτού αποφασίσουμε. Μάλιστα οι βασικοί ρόλοι έκλεισαν σχεδόν τελευταία στιγμή. Όταν μιλήσαμε με τον Αδάμ είδαμε ότι ταίριαζε απόλυτα με τον χαρακτήρα του Γιάννη, ενώ βοήθησε και το γεγονός πως υπήρξε τραγουδιστής σε μπάντα. Δύο βδομάδες πριν τα γυρίσματα βρήκαμε τον Φατίχ, και αφού λύσαμε κάποια διαδικαστικά προβλήματα με τα χαρτιά του, ήρθε στην Κύπρο και ξεκίνησε αμέσως δουλειά, χωρίς πρόβες.

Η ταινία σας αναδύει μια οικεία γλυκόπικρη ατμόσφαιρα, η οποία θυμίζει το ύφος του Άκι Καουρισμάκι. Υπήρξαν ταινίες που σας επηρέασαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Η αλήθεια είναι πως βλέπω όλα τα είδη σινεμά, με τη μαύρη κωμωδία όμως να με προσελκύει περισσότερο σαν δημιουργό. Θεωρώ πως είναι ένα από τα δυσκολότερα είδη να γυρίσει κάποιος, γιατί θέλει ιδιαίτερη δεξιοτεχνία να προσεγγίζεις σοβαρά θέματα με κωμικό τρόπο. Η εμπειρία του «Αναζητώντας τον Χέντριξ» μου το απέδειξε αυτό.

Η ταινία σας έχει ένα τρυφερό κλείσιμο, σκεφτήκατε όμως μήπως είναι παραπάνω αισιόδοξο από όσο θα θέλατε;
Πιστεύω πως αυτό που μένει περισσότερο στο τέλος είναι πόσο παράλογη είναι η κατάσταση που επικρατεί και οδήγησε τους ήρωες σε αυτήν την περιπέτεια. Επίσης γίνεται σαφές το γεγονός πως τις διαχωριστικές γραμμές εμείς τις βάζουμε. Οι άνθρωποι εδώ μεταξύ τους δεν έχουν κανένα πρόβλημα, μπορούν να ζήσουν μαζί και να είναι γείτονες. Αυτές οι διαχωριστικές γραμμές όμως επιμένουν να βρίσκονται εκεί και να μην επιτρέπουν την αλλαγή. Ο σκύλος δεν καταλαβαίνει από οδοφράγματα και περιορισμούς, απλώς πάει εκεί που θέλει.

Σχετικά Θέματα