Κριτική

Το Φεστιβάλ του Ρίφκιν

Από -

Έχοντας υπογράψει 48 ταινίες ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο Γούντι Άλεν δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ξεχωρίσει την πραγματικότητα μέσα και έξω από τη σκοτεινή αίθουσα. Αυτή, άλλωστε, είναι μια από τις σταθερότερες θεματικές που διατρέχουν την πλούσια φιλμογραφία του, η οποία μάταια αναζητά τον αυστηρό τρόπο με τον οποίο κάποιος καλλιτέχνης, αλλά ακόμα και ένας παθιασμένος θεατής («Το Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου»), μπορεί να βρει τις διαφορές ανάμεσα στην αληθινή, πεζή ζωή και σε εκείνη την ονειρεμένη της μεγάλης οθόνης. Είναι φυσικά η πρώτη αυτή που τροφοδοτεί τη δεύτερη με ένα σωρό απρόβλεπτους τρόπους και μέσα από ανεξερεύνητες συγγένειες, τεθλασμένες διαδρομές και μυστικούς διαλόγους, τους οποίους ο Γούντι Άλεν αναζητά άλλοτε σε υπαρξιακά ψυχοδράματα κι άλλοτε σε εγκεφαλικές κωμωδίες – όλα τους γεμάτα άμεσες αυτοβιογραφικές αναφορές.

Έτσι και στο «Φεστιβάλ του Ρίφκιν» ο ήρωας δεν είναι παρά ένα ακόμα γουντιαλενικό alter ego, ένας νευρωτικός διανοούμενος ο οποίος συνοδεύει τη σύζυγό του, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων, στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν στη βόρειο Ισπανία. Υποπτεύεται πως εκείνη είναι τσιμπημένη με τον νεαρό Γάλλο σκηνοθέτη τον οποίο εκπροσωπεί, κι επειδή πράγματι είναι, τον αφήνει μόνο του να περιφέρεται στο γραφικό βασκικό θέρετρο, προφασιζόμενη επαγγελματικά ραντεβού κι υποχρεώσεις. Ο Ρίφκιν, από την άλλη, έχει τις δικές του ανησυχίες, οι οποίες είτε παίρνουν τη μορφή κινηματογραφικών οραμάτων είτε σωματοποιούνται, οδηγώντας τον στο ιατρείο μιας γοητευτικής Σπανιόλας καρδιολόγου.

Σχεδόν όλες οι ιδέες οι οποίες κυκλοφορούν στην ταινία έχουν γράψει πολλά χιλιόμετρα στην εργογραφία του Άλεν, από την υπερφίαλη σχέση των διανοούμενων με την απτή καθημερινότητα και την αδυναμία της τέχνης να απαντήσει στα διαχρονικά φιλοσοφικά ερωτήματα μέχρι τις νευρώσεις του σύγχρονου δυτικού αρσενικού και τις απρόοπτες διαδρομές του έρωτα. Ο Γουάλας Σον, σπουδαίος θεατρικός καρατερίστας, οικειοποιείται πειστικά όλα τα τικ του διάσημου σκηνοθέτη του, το εξωτικό ντεκόρ ευνοεί την ελαφρότητα των συμπεριφορών και οι σατιρικές βολές στο metier είναι ατακαδόρικες και βαθιά σαρκαστικές («Το απόγευμα θα προβάλουν επιτέλους το director's cut του “Τρίο Στούτζες”»). Το δέσιμο όλων αυτών με τη σχεδόν προσχηματική πλοκή είναι χαλαρό και αφινίριστο, ένα μόνιμο πρόβλημα του όψιμου Γούντι Άλεν, και όλα θα θύμιζαν ένα ακόμα deja vu αν δεν παρεμβάλλονταν οι απολαυστικές κινηματογραφικές φαντασιώσεις του Ρίφκιν. Αποσπάσματα ταινιών τα οποία «συνομιλούν» με την πραγματικότητά του και παραπέμπουν χιουμοριστικά στους αγαπημένους δημιουργούς του σκηνοθέτη: Γουέλς, Τριφό, Γκοντάρ, Μπέργκμαν (επί δύο), Ρενουάρ, Μπουνιουέλ, Λελούς και, φυσικά, Φελίνι. Σε καλλιτεχνικό ασπρόμαυρο –διά χειρός Βιτόριο Στοράρο–, φυσικά, μιας και ο Ρίφκιν απεχθάνεται βαθιά κάθε χολιγουντιανή κοινοτοπία.

Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν. Πρωταγωνιστούν: Γουάλας Σον, Τζίνα Γκέρσον, Έλενα Ανάγια, Λουί Γκαρέλ, Κριστόφ Βαλτς, Σέρζι Λοπέζ. Ισπανία, ΗΠΑ, Ιταλία. 2020. Διάρκεια: 88΄. Διανομή: TANWEER

banner

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά