Θέμα

Το αμερικάνικο πολιτικό σινεμά αντεπιτίθεται με το «Vice: Δεύτερος στην Ιεραρχία»

Από -

«Vice: Δεύτερος στην Ιεραρχία»
«Vice: Δεύτερος στην Ιεραρχία»

«Δυστυχώς, το αμερικάνικο όνειρο πέθανε». Αυτή η αποστομωτική παραδοχή ήταν η πρώτη φράση που εκστόμισε ο Ντόναλντ Τραμπ κατά την επίσημη έναρξη της προεκλογικής του καμπάνιας το 2015. Μαζί με το τέλος του πολυθρύλητου ονείρου, οι Αμερικανοί έγιναν μάρτυρες μιας ριζικής μεταστροφής της πολιτικής όπως την ξέραμε, με τους παραδοσιακούς κανόνες του παιχνιδιού εξουσίας να αλλάζουν άρδην. Η συνειδητοποίηση μιας οδυνηρής πραγματικότητας (οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική κ.λπ.) οδήγησε σε μια πολύπλευρη πνευματική σύγχυση που εξακολουθεί να κλιμακώνεται μέχρι σήμερα.

Η βιομηχανία του θεάματος ήταν αδύνατο να μείνει ανεπηρέαστη. Μάλιστα, το Χόλιγουντ ήταν εκείνο που έσκαψε πρώτο τα χαρακώματα απέναντι στον πρόεδρο Τραμπ. Μετά την «αθόρυβη» οκταετία του Μπαράκ Ομπάμα, οι πρωτοκλασάτοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί των ΗΠΑ ήταν και πάλι έτοιμοι να εξαπολύσουν μια μοντέρνα κινηματογραφική διαμαρτυρία ενάντια στον νέο τους αντίπαλο.

Έκτοτε, με αποκορύφωμα το 2018, παρακολουθήσαμε μια σειρά ταινιών που τολμούν να ασκήσουν κριτική σε επιφανή πολιτικά πρόσωπα, ορισμένα εκ των οποίων βρίσκονται ακόμη εν ζωή, με τις προσωπικές τους διαδρομές να εξελίσσονται και το έργο τους να μην έχει κριθεί ακόμη στο πέρασμα του χρόνου. Τι θέλει να μας πει όμως αυτό το ανανεωτικό στιλ πολιτικού σινεμά;

Τα «καλά παιδιά» των Δημοκρατικών

«Ο Υποψήφιος»
«Ο Υποψήφιος»

Το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα έχει βγάλει πολιτικούς που ξεχώρισαν χάρη σε ένα μείγμα αποφασιστικότητας, διπλωματικής οξυδέρκειας κι ενός φιλολαϊκού προφίλ, κατέχοντας επίσης την ικανότητα να εμφυσούν την ελπίδα στο εκλογικό σώμα. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Γκάρι Χαρτ, ο οποίος το 1987 θεωρούνταν φαβορί όχι μόνο για την προεδρία του κόμματος αλλά και των ΗΠΑ. Όπως όμως είδαμε στον «Υποψήφιο» (Τζέισον Ράιτμαν, 2018), χρειάστηκε απλώς η αποκάλυψη της εξωσυζυγικής σχέσης από μια κίτρινη φυλλάδα για να καταστραφεί εντελώς η πολιτική του καριέρα. Η ασφυκτική πίεση που δέχτηκε από την κοινή γνώμη και τους συναδέλφους του, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν την ατασθαλία του, τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση του χρίσματος και να αποσυρθεί από το προσκήνιο.

Στην ουσία ο Χαρτ τιμωρήθηκε επειδή δεν τήρησε στην προσωπική του ζωή τον κώδικα ηθικής που υπερασπιζόταν με τη δημόσια στάση του. Το ακροατήριό του τον αντιλαμβανόταν ως έναν χαρισματικό πολιτικό ο οποίος δεν θα επαναλάμβανε τα λάθη των προηγούμενων, έτσι αυτή η αποκάλυψη ισοδυναμούσε στο μυαλό τους με προδοσία. Την ίδια στιγμή η κάμερα του Ράιτμαν υπογραμμίζει τον αντίκτυπο που προκάλεσε ένα ρεπορτάζ, σε μια εποχή που η δημοσιογραφία εξακολουθούσε να απολαμβάνει τη δύναμή της ως «τέταρτης εξουσίας».

«Η Ενοχή του Κένεντι»
«Η Ενοχή του Κένεντι»

Ας πάμε όμως μερικά χρόνια πίσω, σε ένα τραγικότερο συμβάν, το οποίο απέδειξε την ασυλία που απολαμβάνει ένας άντρας πολιτικός αν ανήκει στην πιο λατρεμένη αμερικανική οικογένεια. Μετά τις διαδοχικές απώλειες του προέδρου Τζον και του γερουσιαστή Ρόμπερτ Κένεντι, ο επίσης γερουσιαστής Τεντ ήταν ο μοναδικός εναπομείνας εκπρόσωπος του θρυλικού ονόματος στην πολιτική αρένα. Μπροστά του είχε μια στρωμένη πορεία προς την ηγεσία της χώρας, η οποία ανατράπηκε το 1969 μαζί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε, προκαλώντας το θάνατο της συνοδηγού και μέλους του επιτελείου του Μέρι Τζο Κοπέκνι.

Όσα ακολούθησαν απεικονίζονται γλαφυρά στην «Ενοχή του Κένεντι» (Τζον Κάραν, 2018). Η ταινία αποκαλύπτει τον κυνισμό με τον οποίο ο Τεντ και το επιτελείο του διαχειρίστηκαν επικοινωνιακά το θάνατο της γυναίκας, δείχνοντας στη συνέχεια ακόμη περισσότερη ασέβεια με την αδέξια χειραγώγηση της ιστορίας που θα διέδιδαν στον Τύπο. Πραγματικό σοκ όμως προκαλεί το γεγονός πως ο Τεντ εξακολουθούσε να πολιτεύεται ανεμπόδιστα μέχρι το θάνατό του έπειτα από σαράντα χρόνια. Ο λόγος του καθωσπρέπει Κένεντι υπερίσχυσε των πάντων χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ σθεναρά...

Ο de facto πλανητάρχης

Τη λογική των παραπάνω ταινιών υιοθετεί και το «Vice», στο οποίο ο οσκαρικός σκηνοθέτης Άνταμ ΜακΚέι («Το Μεγάλο Σορτάρισμα») συνθέτει το πορτρέτο του εκκεντρικού Ντικ Τσέινι. Ο πολιτικός από το Γουαϊόμινγκ μονοπώλησε το ενδιαφέρον εξαιτίας των υπερσυντηρητικών απόψεων και του ανορθόδοξου δημόσιου προφίλ του, που έθεσαν τα θεμέλια για την έλευση του φαινομένου «Τραμπ». Αρχικά ως υπουργός Άμυνας του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, εισέβαλε σε Παναμά και Ιράκ μέσα σε μια διετία. Το 2003 τα αμερικανικά στρατεύματα επέστρεψαν στην αραβική χώρα, ενώ ο Τσέινι, ως αντιπρόεδρος του Μπους του νεότερου πλέον, απορρύθμιζε παρασκηνιακά το πολιτικό σύστημα ενισχύοντας τον ρόλο του και στήνοντας παράλληλα ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος.

Τον αφανή τρόπο με τον οποίο οι παρεμβατικές τακτικές και οι επικίνδυνες αντιλήψεις του οδήγησαν στην υπονόμευση των δημοκρατικών διαδικασιών αναζητά ο ΜακΚέι στο υποψήφιο για 6 Χρυσές Σφαίρες «Vice». Γι’ αυτό ο σκηνοθέτης «επισκέπτεται» κινηματογραφικά πενήντα χρόνια από τη ζωή του Τσέινι, τον οποίο ενσαρκώνει ένας αγνώριστος Κρίστιαν Μπέιλ, για να εξετάσει πώς εκκολάφθηκε η παρούσα παρακμή του αμερικανικού πολιτικού γίγνεσθαι και πώς μπορεί να διορθωθεί.

Ο οίκος των γενναίων

Εντέλει, λοιπόν, εκείνο που πετυχαίνουν αυτές οι ταινίες είναι ένα φρεσκάρισμα της μνήμης. Μια υπενθύμιση πως το σύστημα δεν υπήρξε ποτέ αγνό, αλλά τώρα οι εκπρόσωποί του συμπεριφέρονται με απροκάλυπτη θρασύτητα χωρίς να λογοδοτούν πουθενά.

Δια­νύουμε μια φάση νομιμοποίησης της τοξικής συμπεριφοράς και απαξίωσης της πολιτικής ακεραιότητας, η οποία ξεκίνησε από τη διακυβέρνηση του Μπους του νεότερου. Εκείνη που επέτρεπε σε δύο επιχειρηματίες κερδοφορούντες από τον πόλεμο στο Ιράκ να φωνάξουν στη μέση του πουθενά «God bless Dick Cheyney’s America!» τη στιγμή που ο αμερικανικός στρατός τους έσωζε από επίθεση των Ταλιμπάν. Μπορεί αυτό το συμβάν να αποτελεί στιγμιότυπο από την ταινία «Σκυλιά του Πολέμου» (Τοντ Φίλιπς, 2016), αποτυπώνει όμως ξεκάθαρα το τότε κυρίαρχο κλίμα και την ανεξέλεγκτη εξουσία που απολάμβαναν οι άντρες σε θέση ισχύος.

Τα πράγματα άλλαξαν προς στιγμήν όταν στην εξουσία βρέθηκε ο Ομπάμα. Το πολιτικό του ταλέντο έθρεψε τις προσδοκίες πολλών για αποκατάσταση της ομαλότητας και του υγιούς πολιτικού διαλόγου, μεταξύ των οποίων και του σπουδαίου Στίβεν Σπίλμπεργκ. Καθόλου τυχαία, η κυκλοφορία του οσκαρικού «Λίνκολν» (2012) συνέπεσε με την έναρξη της δεύτερης θητείας του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου, ο οποίος καλούνταν τότε να κερδίσει τα κρισιμότερα πολιτικά του στοιχήματα. Ο Σπίλμπεργκ είδε σε αυτόν κοινά χαρακτηριστικά με τον Αβραάμ Λίνκολν, συνδέοντας έμμεσα το πολιτικό ήθος και αποθεώνοντας την εντιμότητά τους. Περισσότερο όμως θαύμασε την ικανότητά τους να ξεπερνούν τις ιδεοληψίες για να πετύχουν αυτό που θεωρούσαν κοινό καλό.

«Λίνκολν»
«Λίνκολν»

Ο άκρατος ιδεαλισμός του σκηνοθέτη προσγειώθηκε ανώμαλα όταν ο Τραμπ ανέλαβε τα ηνία, ακολουθώντας διαιρετική και οδυνηρά πρόχειρη πολιτική από την πρώτη του ημέρα στον Λευκό Οίκο. Παρ’ όλα αυτά η πίστη του Σπίλμπεργκ στα άτομα και στους θεσμούς δεν κλονίστηκε, με τον δημιουργό να εναποθέτει πλέον σε αυτούς τις ελπίδες του, όπως είδαμε στο «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά» (2017).

Η απεικόνιση της θαρραλέας δράσης των δημοσιογράφων της «Washington Post», οι οποίοι δημοσιοποίησαν τα Pentagon Papers κι έριξαν φως στις βρόμικες δουλειές του Ρίτσαρντ Νίξον στο Βιετνάμ, έρχεται να αποδείξει τον αναντικατάστατο ρόλο της δημοσιογραφίας στην κοινωνική κριτική. Ήταν η καλύτερη απάντηση που μπορούσε να δώσει ο κινηματογράφος στην έχθρα του νέου πλανητάρχη απέναντι στον Τύπο, αποκαθιστώντας τον ταυτόχρονα στα μάτια των θεατών.

Οι ενδείξεις πως το αμερικάνικο σινεμά δεν αποφεύγει πια να θίξει επίκαιρα ζητήματα και τοποθετείται άμεσα σε αυτά πληθαίνουν. Χωρίς να διεκδικεί (ακόμη;) ριζοσπαστικά αιτήματα, δείχνει τουλάχιστον υποψιασμένο απέναντι σε μια εξουσία που επιτίθεται σε όποιον δεν την υποστηρίζει. Το ερώτημα είναι αν αυτή η τάση θα είναι εφήμερη ή θα παραμείνει σε εγρήγορση για όσο χρειαστεί...

Σχετικά Θέματα