Συνέντευξη

Θοδωρής Αθερίδης: «Οι ιστορίες μου δεν με ξενερώνουν ποτέ»

Από -

Ο Έλληνας δημοφιλής ηθοποιός μεταφέρει στην οθόνη το θεατρικό του έργο «Από Έρωτα», κρατώντας το ρόλο του σκηνοθέτη, του σεναριογράφου και του πρωταγωνιστή. Ο ίδιος μιλά στο «α» για το ιδιότυπο δράμα του που μπερδεύει τη φαντασία με την πραγματικότητα, τη δύναμη της μνήμης, το θέατρο και την Ελλάδα του σήμερα.

Παρότι έχω δει το «Από Έρωτα», δεν έχω αποφασίσει ακόμη σε ποιο είδος να το ­κατατάξω...
Σε ένα DVD club θα την έβαζα στην κατηγορία των κοινωνικο-­αισθηματικών ταινιών. Στην ουσία είναι ένα περίεργο ρομάντζο, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν μπορείς να τα κατατάξεις εύκολα τα πράγματα.
Τόσο η πρώτη σου δουλειά «Μια Μέλισσα τον Αύγουστο» όσο και το «Από Έρωτα» έχουν δυνατή δόση φαντασίας. Έχεις επηρεαστεί μήπως από τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή τον Πάολο Κοέλιο;
Περισσότερο από τον Μάρκες θα έλεγα. Για τον Κοέλιο δεν το νομίζω… Μου προκύπτει αυτός ο διάλογος ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Πιστεύω ότι είναι πολύ παραγωγικός.

Πιστεύεις ότι υπάρχει ρεαλισμός στην τέχνη και, αν ναι, εσύ πώς τον χρησιμοποιείς;
Το ρεαλισμό τον χρειάζομαι ως εργαλείο για να γίνεται πιο ανάγλυφο το φαντασιακό μου. Κάθε φορά που παίρνεις αποστάσεις από το ρεαλισμό, δηλαδή την αλήθεια, χάνεις θεατές και αποδέκτες. Όταν στην αφήγησή σου αρχίζεις να έχεις κάποια στοιχεία που δεν ευσταθούν στον πραγματικό κόσμο, η ιστορία σου χάνει τη μαγεία της.
Αυτό είναι το δεύτερο θεατρικό έργο σου που μεταφέρεις στον κινηματογράφο. Είναι τελικά συγκοινωνούντα δοχεία για εσένα αυτά τα δύο;
Αγαπώ τις ιστοριούλες μου. Δεν με ξενερώνουν ποτέ. Αυτό με σπρώχνει να πάρω την ιστορία που είπα κάποτε στο θέατρο και να την κάνω ταινία. Το δύσκολο είναι να φύγεις από τη μια γλώσσα και να πας στην άλλη. Εδώ είστε για να μου πείτε αν πέτυχε ή όχι...

Υπάρχει βέβαια και ο κόσμος. Σε ενδιαφέρει αν θα κάνει ­εισιτήρια η ταινία σου;
Ούτως ή άλλως, υπάρχει μια ιεραρχική σειρά στην κρίση ενός καλλιτεχνικού έργου. Ο απόλυτος κριτής είναι ο χρόνος. Μετά έρχεται η γενική αίσθηση που αφήνει το έργο. Αν αρέσει στο 70-75% του κόσμου που θα το δει, τότε πέτυχε.
Γιατί επέλεξες να έχεις τόσο ­πολύ Πειραιά στο «Από Έρωτα»;
Γιατί ήθελα η μεγαλούπολη να συνδυάζεται με το καλοκαίρι, τη θάλασσα, το μπουζούκι. Ήθελα να έχει πολύ ελληνικό χρώμα. Δεν θέλω να μιμηθώ βορειο-ευρωπαϊκές συνθήκες. Μου αρέσει αυτό που κάνει ο Εμίρ Κουστουρίτσα.
Τι γνώμη έχεις για το weird wave του ελληνικού σινεμά, που δανείζεται βορειο-ευρωπαϊκά στοιχεία;
Ένας φίλος μου μου είπε ότι το «Από Έρωτα» είναι πραγματικό Greek weird cinema, διότι του φάνηκε παράξενο και πολύ ελληνικό. (γέλια) Κοίταξε, βλέπω όλες τις ελληνικές ταινίες γιατί είμαι στην Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και θέλω να έχω γνώμη για όλες τις εγχώριες παραγωγές. Μου αρέσει που γίνονται διαφορετικά πράγματα και δεν έχουμε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατεύθυνση. Ο καθένας κάνει αυτό που του κατεβαίνει στο κεφάλι..

banner

Στο θέατρο κάνεις «Πράγματα και θάματα». Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον Γιάννη Ζουγανέλη;
Πρώτα κάναμε τον θίασο και μετά ήρθε το έργο. Είχα στο μυαλό μου ότι την ιστορία που θα γράψω έπρεπε πάση θυσία να την αφηγείται ο Γιάννης στον κόσμο, διότι η επαφή που έχει με το κοινό είναι μαγική. Οπότε όλο το έργο δομήθηκε πάνω στον Ζουγανέλη. Η ιστορία αφορά τη σύγχυση που έχουμε στο κεφάλι μας, εγώ και στη συνέχεια ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας. Δηλαδή τη διαφορά συστημικού και αντισυστημικού, επαναστατικού και συμβιβασμένου και πάει λέγοντας.
Πιστεύεις ότι στην Ελλάδα η πολιτική ζυμώνεται στα καφενεία;
Η πολιτική δεν χαράσσεται στα καφενεία. Υπάρχουν κέντρα εξουσίας που χαράσσουν την πολιτική γι’ αυτήν τη χώρα εδώ και τουλάχιστον δυόμισι δεκαετίες. Ο ρόλος που παίζει χρόνια τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση ξέρουμε ότι ξεπερνά τις εθνικές κυβερνήσεις.
Μπορείς να αντιδράσεις απέναντι σε αυτό;
Νομίζω πως όχι. Και κανείς δεν πάει ενάντια σε αυτό. Ακόμη και η Αριστερά δεν μιλάει για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μόνη λύση είναι να είσαι εκτός, αλλά φοβάσαι να βγεις. Θέλεις την ασφάλεια, την καβάτζα της Ε.Ε.