Κριτική

Τετάρτη 04:45

Από -

Ο Στέλιος, χρεωμένος ιδιοκτήτης τζαζ κλαμπ ο οποίος μαθαίνει πως η γυναίκα του σκοπεύει να τον εγκαταλείψει, έχει 32 ώρες διορία να επιστρέψει όσα χρωστάει σε έναν Ρουμάνο γκάνγκστερ. Στιλίστικο, αφηγηματικά μοντέρνο νεο-νουάρ που δυσκολεύεται να χωνέψει τις σινεφίλ αναφορές στο ασιατικό σινεμά, το αυτοσαρκαστικό χιούμορ και τη χοντροκομμένη αλληγορία για την Ελλάδα της κρίσης.

«Έχετε ευθύνη, ρε!» Ο Ομέρ, ένας Ελληνοαλβανός επιχειρηματίας σε απόγνωση, επαναλαμβάνει φωνάζοντας μία από τις φορτωμένες με νόημα φράσεις της ταινίας, η οποία δεν χάνει ευκαιρία να μας υπενθυμίζει στη διαπασών πως δεν είναι ένα απλό νεο-νουάρ­ θρίλερ. Πιθανόν όμως μια τέτοια κινημα­τογραφική «απλοποίηση» να βοηθούσε τη δεύτερη ταινία του ταλαντούχου Αλέξη Αλεξίου («Ιστορία­ 52») να αναπνεύσει και να κρατηθεί πάνω στις στερεές ράγες μιας ταινίας είδους, από αυτές που σπανίζουν στο ελληνικό σινεμά. Αλλά σαν τον ήρωά της και τον κόσμο γύρω του, η «Τετάρτη 04:45» εμπλέκεται σε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορεί να διαχειριστεί.
Το σημαντικότερο, πάντως, απ’ όσα δεν μπορεί να διαχειριστεί ο Στέλιος, μερακλής μουσικόφιλος και ιδιοκτήτης jazz club, είναι το χρέος του προς έναν Ρουμάνο γκάνγκ­στερ τον οποίο γνώρισε μέσω του φίλου του Βάσου. Μαζί με τον τελευταίο θα επισκεφτούν τον κυνικό δανειστή, που θα δώσει στον Στέλιο 32 ώρες διορία για να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του, αλλιώς το μαγαζί θα περάσει στα δικά του χέρια. Προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να μαζέψει τα λεφτά, ο Στέλιος μπλέκεται σε βρομοδουλειές του Βάσου και του Ρουμάνου, ενώ μαθαίνει πως η σύζυγός του, με την οποία έρχονται σε διαρκείς προστριβές, έχει αποφασίσει να του ζητήσει διαζύγιο.

Με μια εσωτερική και μετρημένη, γεμάτη καταπιεσμένη ένταση ερμηνεία, ο Στέλιος Μάινας δίνει δραματική υπόσταση στην –κλασική για τα γκανγκστερικά θρίλερ– φιγούρα­ του απελπισμένου loser, χρωματίζοντας με γκρίζες αποχρώσεις τον φιλόδοξο, αμετροεπή­, πεισματάρη και αντιφατικό χαρακτήρα του. Η πορεία προς τη λύτρωση, και ταυτόχρονα κάθοδος προς την κόλαση, εικονογραφείται από τον Αλεξίου με ένα δεξιοτεχνικό στιλιζάρισμα (δημιουργικά) επηρεασμένο από τον Μάικλ Μαν, τον Κουέντιν Ταραντίνο και όλο το μοντέρνο κορεάτικο σινεμά: νυχτερινή ατμόσφαιρα, χορογραφημένη βία, νέον φωτισμοί, off beat χιούμορ και μια «επιθετική» αφήγηση που αντανακλά έναν κόσμο στο όριό του, παγιδευμένο σε έναν αναπόδραστο κύκλο αίματος.
Η διάχυτη διηγηματική ειρωνεία (που ξεκινά από τους διαλόγους και φτάνει στο «πειραγμένο» easy listening σάουντρακ) βοηθά την ταινία να ξεπεράσει κάποιες μελοδραματικές σεναριακές αμηχανίες, όχι όμως και την ισοπεδωτική παρουσία της Ελλάδας της κρίσης, που –αντί για ντεκόρ της πλοκής– γίνεται ακόμη ένας πρωταγωνιστής του φιλμ. Από τον Γιώργο Παπανδρέου στις ειδήσεις (πάλι;) μέχρι τις διαρκείς νύξεις στο σπάταλο παρελθόν (των ηρώων και ολόκληρης της χώρας), τους ελληνοποιημένους μετανάστες και την ευθύνη την οποία όλοι έχουν και κανείς δεν αναλαμβάνει, η κοινωνική παραβολή ηχεί σταθερά μερικές οκτάβες υψηλότερα από την εσωτερική κινηματογραφική μελωδία της ταινίας, η οποία ακριβώς επειδή είναι πληθωρικά σκηνοθετημένη, θα όφειλε να γίνει αλληγορικά πιο λιτή.

Ελλάδα. 2015. Διάρκεια: 116΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

Σχετικά Θέματα