Θέμα

Τέρι Γκίλιαμ και Άνταμ Ντράιβερ μιλούν για τον δικό τους «Δον Κιχώτη»

Από -

Ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής της πιο... πεισματάρικης κινηματογραφικής παραγωγής στην ιστορία, που αρνήθηκε να πεθάνει για σχεδόν τρεις δεκαετίες, διηγούνται την απίστευτη περιπέτειά τους, η οποία ξεκίνησε το 1989 και ολοκληρώθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών.

Ο 78χρονος δημιουργός του «Μπραζίλ» κάθεται απέναντί μου χαμογελαστός και φανερά ανακουφισμένος. Με κίτρινο χαβανέζικο πουκάμισο και πέδιλα απολαμβάνει τον ανοιξιάτικο καιρό της γαλλικής­ Ριβιέρας, περισσότερο όμως χαίρεται αφού σε λίγες ώρες θα παρουσιάσει στην πρώτη επίσημη προβολή της (προηγήθηκε μια «κλειστή» δημοσιογραφική) την ταινία που στοίχειωσε ολόκληρη την καριέρα του.

Ο «Άνθρωπος που Σκότωσε τον Δον Κιχώτη» είναι ένα σχέδιο που πήρε την πρώτη του μορφή στη μακρινή δεκαετία του ’80, αλλά πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να ξεκινήσει γυρίσματα, να τα σταματήσει, να αναβληθεί, να ξαναετοιμαστεί, να αναβληθεί εκ νέου και τελικά να ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2017. Ακόμη κι έτσι όμως, η αγωγή ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε ο Πορτογάλος παραγωγός Πάουλο Μπράνκο λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του 71ου Φεστιβάλ Κανών έκανε εξαιρετικά αμφίβολο τα αν ο πολύπαθος «...Δον Κιχώτης» θα κατάφερνε επιτέλους να προβληθεί ως η ταινία λήξης της διοργάνωσης.

Το αρμόδιο γαλλικό δικαστήριο δικαίωσε τελικά στο παραπέντε τον Αμερικανό δημιουργό κι έτσι ο ανατρεπτικός πρώην Μόντι Πάιθον μπόρεσε να σταθεί αστειευόμενος απέναντι στη μικρή δημοσιογραφική ομάδα μας, που ξεκίνησε τις ερωτήσεις της με το πώς πέρασαν γι’ αυτόν τα χρόνια ανάμεσα στη διακοπή των γυρισμάτων το 2000 και την επανέναρξή τους με ολοκαίνουργιο καστ (Τζόναθαν Πράις, Άνταμ Ντράιβερ, Στέλαν Σκάσγκαρντ, Όλγα Κουριλένκο) το 2017.

Το παραμύθι εισβάλλει στην πραγματικότητα με τη μορφή της πριγκίπισσας Όλγα Κουριλένκο

«Με ναρκωτικά, ναρκωτικά, ναρκωτικά...» απαντάει σκάζοντας στα γέλια, για να προσθέσει σοβαρά πως ποτέ δεν έχασε το κουράγιο του. «Η πρώτη ιδέα ήταν μια σχετικά πιστή μεταφορά του μυθιστορήματος του Θερβάντες, αλλά παρότι προσπαθήσαμε αρκετά μαζί με τον Τζέικ Έμπερτς, παραγωγό μου στις “Περιπέτειες του Βαρόνου Μινχάουζεν” το 1988, ήταν αδύνατο να βρούμε επαρκή χρηματοδότηση».

Ο Τέρι Γκίλιαμ προχώρησε στη δεκαετία του ’90 με τον «Βασιλιά της Μοναξιάς», τους «12 Πιθήκους» και το «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας», «δουλεύοντας διαρκώς το σενάριο, το οποίο κατέληξε σε μια εκδοχή όπου ο Τόμπι, ένας κυνικός διαφημιστής, μεταφερόταν πίσω στο χρόνο και από τον 21ο αιώνα βρισκόταν στη Λα Μάντσα του 17ου, όπου συναντούσε τον Δον Κιχώτη».

Το 2000, φτάνοντας κοντύτερα από ποτέ στο στόχο του, ο Γκίλιαμ βρίσκει 40 εκατ. δολάρια και ξεκινά στην ισπανική Ναβάρα τα γυρίσματα της ταινίας με πρωταγωνιστές τους Ζαν Ροσφόρ, Τζόνι Ντεπ και Βανέσα Παραντί. Ο προϋπολογισμός όμως μειώνεται γρήγορα στα 32 εκατ., μια πλημμύρα καταστρέφει τα σκηνικά και ο Ροσφόρ μένει για καιρό κλινήρης από σοβαρό πρόβλημα στη μέση του. Ο Ντεπ προχωρά σε άλλα ανειλημμένα σχέδια και ο «…Δον Κιχώτης» εγκαταλείπεται οριστικά.

Κυνηγώντας ανεμόμυλους

Ο Τζόναθαν Πράις περιμένει το «action!» του Τέρι Γκίλιαμ

Ενώ ο Γκίλιαμ περνάει πίσω από την κάμερα για ταινίες όπως οι «Αδελφοί Γκριμ», το «Tideland», ο «Φανταστικός Κόσμος του Δρ. Παρνάσους» και το «Θεώρημα Μηδέν», συνεχίζει να δουλεύει το σενάριο της πιο καταραμένης ταινίας στην ιστορία του σινεμά. «Το ότι η ταινία εξελισσόταν μέσα μου κράτησε ζωντανό το όνειρο κι έτσι φτάσαμε στην τελική εκδοχή της ιστορίας, η οποία είναι αναμφισβήτητα και η καλύτερη. Διαθέτει περισσότερα επίπεδα, είναι πιο ευφάνταστη και σαφώς πιο κινηματογραφική».

Πράγματι, στην ταινία που βλέπουμε ο Τόμπι έχει μεταμορφωθεί σε έναν (κυνικό) Αμερικανό σκηνοθέτη διαφημιστικών σποτ, ο οποίος στη σύγχρονη Ισπανία παγιδεύεται ανάμεσα στις ονειροπόλες παραισθήσεις ενός γέρου τσαγκάρη που πιστεύει ότι είναι ο Δον Κιχώτης και σε ένα «καλλιτεχνικό» φιλμ το οποίο ο ίδιος γύρισε ως τολμηρός και ιδεαλιστής νέος.

«Ταυτίζομαι απόλυτα με τον Δον Κιχώτη. Έναν ονειροπόλο που τον χτυπούν, τον ρίχνουν κάτω μα εκείνος ξανασηκώνεται και συνεχίζει την αναζήτησή του. Οδηγός του είναι η φαντασία του, όπως και για όλους εμάς τους ανθρώπους του σινεμά. Διότι οι ταινίες είναι σαν τα όνειρα. Θεαματικές, εφιαλτικές, κωμικές, συγκινητικές – αντανακλάσεις της πραγματικότητας και όχι πιστές αντιγραφές της.»

Ο Κάιλο Ρεν του «Star Wars» αλλά και σταρ του ανεξάρτητου σινεμά Άνταμ Ντράιβερ έχει αναλάβει τον απαιτητικό ρόλο, για τον οποίο είχαν ακουστεί κατά καιρούς και τα ονόματα των Γιούαν ΜακΓκρέγκορ (με Δον Κιχώτη τον Ρόμπερτ Ντιβάλ) και Τζακ Ο’Κόνελ (δίπλα στον Τζον Χαρτ). «Φαντάστηκα τον χαρακτήρα σαν έναν σκηνοθέτη που έχει θάψει τον καλλιτέχνη μέσα του και ο παράξενος αυτός γερο-Ισπανός τού τον ξαναβγάζει στην επιφάνεια χάρη στην πίστη του σε μια παραίσθηση. Μια παραίσθηση που για τον ήρωά μου γίνεται αληθινή όχι μέσω της τέχνης αλλά μέσω του έρωτα», μας λέει ο cool και χαμηλότονος Ντράιβερ, ο οποίος πιστεύει στο ταλέντο του και άλλο τόσο στην τύχη.

«Με έχουν εμπιστευτεί σκηνοθέτες όπως ο Τζάρμους, ο Σκορσέζε, οι Κοέν και τώρα ο Τέρι, αλλά τι θα γινόταν αν δεν ήμουν διαθέσιμος τις σωστές ημερομηνίες; Με τον Τέρι σχεδιάζαμε αυτήν την ταινία σχεδόν δύο χρόνια, ενώ με τον Σπάικ Λι μιλήσαμε μία φορά και σε ένα μήνα ξεκινήσαμε τα γυρίσματα του “BlacKkKlansman”. Αυτή η δουλειά απαιτεί δημιουργικότητα, εργατικότητα, αλλά και να είσαι εκεί που πρέπει την κατάλληλη στιγμή».

The stuff that films are made of

Ο Άνταμ Ντράιβερ ως Τόμπι στο σετ του διαφημιστικού σποτ

«Ο Τόμπι θυμίζει σε όλους εμάς τους τρελούς κινηματογραφιστές πως είμαστε μισοί καλλιτέχνες και μισοί έμποροι. Κάποιοι προσπαθούμε να βάλουμε το ταμείο σε δεύτερη μοίρα και να μη θυσιάσουμε τα όνειρά μας», συνεχίζει ο πάντα χαλαρός και γελαστός Γκίλιαμ, ο οποίος ισχυρίζεται πως ταυτίζεται απόλυτα με τον Δον Κιχώτη, «έναν ονειροπόλο που τον χτυπούν, τον ρίχνουν κάτω μα εκείνος ξανασηκώνεται και συνεχίζει την αναζήτησή του. Οδηγός του είναι η φαντασία του, όπως και για όλους εμάς τους ανθρώπους του σινεμά. Διότι οι ταινίες είναι σαν τα όνειρα. Θεαματικές, εφιαλτικές, κωμικές, συγκινητικές – αντανακλάσεις της πραγματικότητας και όχι πιστές αντιγραφές της».

Ο Ντράιβερ, από την άλλη, δεν αισθάνεται να μοιράζεται πολλά με τον ήρωα του Θερβάντες, καθώς δεν έχει διαβάσει το διάσημο μυθιστόρημα. «Ξέρω το μύθο, αλλά δεν το έχω διαβάσει, όπως και όλα τα βιβλία που έπρεπε να μελετήσω στο σχολείο. Με ενδιαφέρει όμως πολύ ο χαρακτήρας του Σάν­τσο Πάντσα, τον οποίο αναγκάζεται­ να υποδυθεί για χάρη του Δον Κιχώτη ο Τόμπι, ερχόμενος αντιμέτωπος με μια σειρά από –κατά τη γνώμη μου– σπουδαία διλήμματα: από πού εμπνεόμαστε; Κατά πόσον αυτή η έμπνευση ή επιρροή είναι συνειδητή; Πώς η συμπεριφορά μας επηρεάζει τους γύρω μας; Μπορούμε να ελέγξουμε τον αντίκτυπό της;»

Τζόναθαν Πράις και Άνταμ Ντράιβερ:εν αρχή ην ο... Θερβάντες

Ο Ντράιβερ συνεχίζει να μιλάει για τη λογοτεχνία που άργησε να αγαπήσει («Λατρεύω τον Χάντερ Τόμ­σον») και το σινεμά με το οποίο μεγάλωσε. Είναι αυθόρμητος, απενοχοποιημένα σινεφίλ, αν και είναι φανερό ότι ξέρει πού βρίσκεται και σε ποιους απευθύνεται: «Για μένα σινεμά είναι τα “Σαγόνια του Καρχαρία” και η “Αλίκη δεν Μένει πια Εδώ”, οι ταινίες του Γκοντάρ αλλά και το “Φονικό Όπλο”».

Περισσότερο άνετος (ως γνήσιος Αμερικανός και αυτός), χιουμορίστας, αλλά πολιτικοποιημένος και πιο εγκεφαλικός (ως auteur), ο Τέρι Γκίλιαμ επιστρέφει στο «Μπραζίλ», στη δύναμη των παραμυθιών και στο πώς «η φαντασία είναι η αποτελεσματικότερη αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Αυτή είναι η πραγματική λειτουργία της τέχνης», δηλώνει γεμάτος πάθος, «από την εποχή του Αισχύλου και του Θερβάντες ή του Γκόγια, τον οποίο έχω διαρκώς στο νου μου, μέχρι τις μέρες μας».

Ο Ισπανός ζωγράφος Φρανσίσκο ντε Γκόγια αποτελεί σαφή αναφορά για τον «Άνθρωπο που Σκότωσε τον Δον Κιχώτη», «όπως και ο Ονορέ Ντομιέ με τον Ιερώνυμο Μπος. Οι ισχυρότερες επιρροές μου είναι έτσι κι αλλιώς εικαστικές» μας θυμίζει ο Γκίλιαμ, ο οποίος ξεκίνησε ως κομίστας και συνέχισε ως δημιουργός κινουμένων σχεδίων πριν και κατά τη συμμετοχή του στους Μόντι Πάιθον. Τέσσερις δεκαετίες μετά ανήκει πια στο πάνθεον των τολμηρότερων και πλέον ευφάνταστων κινηματογραφικών δημιουργών, οι οποίοι δεν σταμάτησαν ποτέ να κυνηγούν ανεμόμυλους. «Η ταινία μου είναι αφιερωμένη σε αυτούς τους αμετανόητους σινε-πεισματάρηδες», λέει ο ίδιος δυνατά, γελώντας ακόμη μια φορά με την ψυχή του!

«Δον Κιχώτης Χωρίς Τέλος...»

Το 2000 οι Αμερικανοί ντοκιμαντερίστες Κιθ Φούλτον και Λούις Πέπε βρέθηκαν στο σετ του «Ανθρώπου που Σκότωσε το Δον Κιχώτη» για να ολοκληρώσουν το τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ τους πάνω στην περιπετειώδη προετοιμασία της θρυλικής ταινίας του Τέρι Γκίλιαμ. Έπειτα από έξι μέρες γυρισμάτων όμως, όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά, κάνοντάς τους μάρτυρες μιας από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές απογοητεύσεις όλων των εποχών.

Έτσι ο αεικίνητος και ομιλητικότατος Γκίλιαμ, αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο εφιάλτη κάθε δημιουργού, γίνεται ο πραγματικός πρωταγωνιστής ενός απολαυστικού σινε-χρονικού πάνω στην πίστη, τη θέληση και τη σκληρή πραγματικότητα που λέγεται «βιομηχανία του σινεμά». Δίπλα του οι Τζόνι Ντεπ και Ζαν Ροσφόρ και γύρω του οι πυρετώδεις προετοιμασίες, οι άπειρες λεπτομέρειες και η δημιουργική παραζάλη που επικρατούν κατά τη δημιουργία μιας γιγάντιας κινηματογραφικής παραγωγής.

Ύστερα από μια σειρά δικών του περιπετειών, το «Lost in La Mancha» ολοκληρώθηκε το 2002 και προβλήθηκε αποσπώντας σειρά διακρίσεων (υποψηφιότητες για BAFTA και Βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας). Στη χώρα μας παίχτηκε ως «Δον Κιχώτης Χωρίς Τέλος...».

Οι πλέον περιπετειώδεις σινε-παραγωγές

«Φιτζκαράλντο» (1982)

Το ντοκιμαντέρ «Burden of Dreams» αποτυπώνει ελάχιστα απ’ όσα απίστευτα συνέβησαν στα πολύμηνα γυρίσματα της ταινίας του Βέρνερ Χέρτζογκ στον Αμαζόνιο: από διαρκή reshootings, επικούς τσακωμούς και αμέτρητους τραυματισμούς συντελεστών μέχρι τη μεταφορά ενός ατμόπλοιου 340 τόνων στην κορυφή ενός βουνού.

«Αποκάλυψη Τώρα!» (1979)

«Εσύ θα διατάζεις από ένα ελικόπτερο κι εγώ θα κυλιέμαι για πέντε μήνες στη λάσπη», απάντησε ο Αλ Πατσίνο στον Φράνσις Κόπολα αρνούμενος τον ρόλο του λοχαγού Γουίλαρντ. Που να ’ξερεπως οι πέντε θα γίνονταν δεκάξι και η λάσπη των Φιλιππινών θα ήταν το μικρότερο πρόβλημα.

«Τρέλες Γυναικών» (1922)

Απαιτώντας απόλυτη πιστότητα της πολυτέλειας επί της οθόνης, ο Γερμανός σκηνοθέτης Έριχ φον Στροχάιμ κόντεψε να χρεοκοπήσει τη Universal με το κοσμοπολίτικο δράμα του «Foolish Wives». Το γύρισμα διήρκεσε 11 μήνες, ο προϋπολογισμός τετραπλασιάστηκε και η βερσιόν που παραδόθηκε εκτεινόταν στις 8 ώρες!

«Η Άβυσσος» (1989)

Με την (καθυστερημένη) ολοκλήρωση της ταινίας, ο Τζέιμς Κάμερον απέκτησε το προσωνύμιο «ο τρομακτικότερος άνθρωπος στο Χόλιγουντ». Το συνεργείο τον μίσησε για την απάνθρωπη τελειομανία του, ενώ ο Εντ Χάρις, που κόντεψε να πνιγεί, του επιτέθηκε βίαια και αρνιόταν για χρόνια να μιλήσει για την όλη εμπειρία.

«Μετρόπολις» (1927)

Χρειάστηκαν 310 ημέρες, 37.000 κομπάρσοι και 5 εκατ. μάρκα (220 εκατ. δολάρια σε σημερινές ισοτιμίες) για να ολοκληρωθεί το φουτουριστικό έπος του Φριτς Λανγκ, το οποίο έφερε στα πρόθυρα της πτώχευσης την εταιρεία UFA και του οποίου η πλήρης εκδοχή παρουσιάστηκε τελικά 80 χρόνια μετά την πρεμιέρα του.

Σχετικά Θέματα