Συνέντευξη: Ζαν – Μαρκ Βαλέ

Έρως ανίκατε μάχαν

Από -

Ο Χρήστος Μήτσης συνάντησε και μίλησε με τον Καναδό σκηνοθέτη του ψυχολογικού δράματος «Cafe de Flore» στο Παρίσι, όπου και εξελίσσεται η… μισή ταινία του (η άλλη μισή στο Μόντρεαλ), με πρωταγωνίστρια την Βανέσα Παραντί.

«Η ταινία ξεκίνησε από το ομότιτλο τραγούδι, το οποίο ανακάλυψα το 2004» θυμάται ο 49χρονος Καναδός δημιουργός, «ενώ άρχισα να γράφω το σενάριο τρία χρόνια αργότερα. Ήθελα να δουλέψω την ιδέα του αληθινού έρωτα, ο οποίος συχνά συνεχίζει να ‘ζει’ ακόμα κι όταν μια σχέση τελειώνει». Η ταινία του είναι μια ατμοσφαιρική, ονειρική σπουδή πάνω στο δυνατότερο ανθρώπινο συναίσθημα, το οποίο, όπως λέει ο ίδιος, «είναι δύσκολο να το διαχωρίσεις ως καθαρή αγάπη και ως καθαρό έρωτα. Το «Cafe de Flore» προσπαθεί να βρει που αρχίζει το ένα και τελειώνει το άλλο, που μπερδεύονται μεταξύ τους και πως κάθε άνθρωπος βιώνει αυτά τα πράγματα, όλα όσα νιώθει, διαφορετικά».

Χωρισμένο στα δυο, το φιλμ του αφηγείται δυο παράλληλες, φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες, εκ των οποίων η μία εξελίσσεται στο Παρίσι του 1969 – αυτή μιας μητέρας κι ενός γιου με σύνδρομο Ντάουν, και η άλλη στο σύγχρονο Μόντρεαλ, με ήρωα έναν 40άρη dj, διχασμένο ανάμεσα σε δυο γυναίκες. «Προσπάθησα να ενώσω γεγονότα και ανθρώπους που διατρέχουν το χρόνο και τα γεωγραφικά σύνορα, όπως και ο ίδιος ο έρωτας. Ο τρόπος με τον οποίο περνάω από τη μια ιστορία στην άλλη ήθελα να είναι οπτικός, με ένα λειτουργικό μοντάζ δηλαδή, αλλά και ηχητικός» συνεχίζει ο ίδιος, ο οποίος έχει επιμεληθεί προσωπικά ένα καταπληκτικό σάουντρακ: Pink Floyd, Sigur Ros, The Cure, Nine Inch Nails … «Το ‘The dark side of the moon’ είναι ο αγαπημένος μου δίσκος, λατρεύω τον απρόβλεπτο ήχο των Sigur Ros και το ροκ εντ ρολ μου έσωσε τη ζωή. Δεν χρησιμοποιώ ποτέ πρωτότυπη μουσική και μέσα από τις ταινίες μου προσπαθώ να γυρίσω πίσω όλα όσα πήρα από τις ροκ μπάντες». 

Στο «Cafe de Flore» κυριαρχεί μια απόκοσμη, μεταφυσική θαρρείς αύρα, η οποία κάνει έντονη την παρουσία της στο απρόσμενο φινάλε, το οποίο γεννά ερωτηματικά και ξεκινά συζητήσεις. «Ήθελα το τέλος της ταινίας να είναι ανοικτό σε ερμηνείες, χωρίς όμως να αφήνει στο θεατή ασάφειες ή να του δημιουργεί αμηχανία» λέει χαμογελαστά ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος. «Οι δυο ιστορίες συνδέονται τυχαία, δηλαδή στην πραγματικότητα δεν έχουν σχέση μεταξύ τους, ή υπάρχει η έννοια της μετενσάρκωσης και της ‘συνέχειας’; Το φιλμ δεν είναι ντοκιμαντέρ, δεν έχει να κάνει με το τι πιστεύω εγώ. Είναι μυθοπλασία, παραμύθι και αφορά χαρακτήρες, όχι επιστημονικά γεγονότα. Ήθελα λοιπόν να το τυλίγει ένα ελαφρύ πέπλο μυστηρίου και ο καθένας να βλέπει, όταν το σηκώνει, τη δική του αλήθεια».