Συνέντευξη: Χριστόφορος Παπακαλιάτης

«Αυτό που οι άλλοι λένε τραγωδία εγώ το λέω αλήθεια»

Από -

Το 38χρονο πλέον παιδί-θαύμα της ελληνικής τηλεόρασης κάνει την παρθενική του κινηματογραφική απόπειρα. Γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο «Αν…», μια διπλή ιστορία για τον έρωτα και τη μοναξιά, με φόντο τη σημερινή Αθήνα. Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης μιλά για το φιλόδοξο project του, τη συμμετοχή της Μάρως Κοντού και του Γιώργου Κωνσταντίνου σε αυτό, τις πηγές έμπνευσής του, το σημερινό τηλεοπτικό τοπίο και τις ελπίδες του για ένα καλύτερο αύριο.

Γιατί κάνεις τώρα το πρώτο κινηματογραφικό σου βήμα;
Νομίζω ότι είναι καθαρά θέμα ηλικίας. Είχα αποφασίσει να μπω στη διαδικασία να γυρίσω μια ταινία όταν τελείωσαν οι «4». Προέκυψε το «Amadeus» στο θέατρο και αμέσως μετά ξεκίνησα να γράφω το σενάριο του «Αν…»

Η ιδέα υπήρχε γενικά στο μυαλό σου;

Να σου πω την αλήθεια είχα γράψει τρία διαφορετικά σενάρια, τα έβαλα κάτω και είδα ποιο με ενδιαφέρει περισσότερο. 

Τι παραπάνω είχε αυτή η ιδέα από τις υπόλοιπες;

Ήταν διαφορετική. Δεν ήταν απλώς μια ερωτική ιστορία. Ουσιαστικά είναι δύο ταινίες σε μία. Αυτό από μόνο του ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό ως απόπειρα και ήθελε πολλή δουλειά. Τόσο στο πεδίο του σεναρίου και στη σκηνοθεσία όσο και στο μοντάζ και στη φωτογραφία. 

Ακριβώς τι εννοείς όταν λες ότι το «Αν…» είναι δύο ταινίες σε μία;

Μιλάμε για τη ζωή του Δημήτρη στην περίπτωση που γνώριζε τη Χριστίνα και στην περίπτωση που είχε μείνει μόνος του. Αυτά που επί της ουσίας πραγματεύεται το φιλμ είναι ο έρωτας και η μοναξιά αποτυπωμένα σε δύο ιστορίες που ξετυλίγονται παράλληλα. Όταν γράφεις ένα διπλό σενάριο, έχεις την ευκαιρία να πεις πολύ περισσότερα από ένα στεγνό love story. 

Γι’ ακόμη μία φορά γράφεις το δικό σου σενάριο. Ποιος είναι ο λόγος που θέλεις να αφηγείσαι τις δικές σου ιστορίες στην τηλεόραση και στο σινεμά; 
Δεν υπάρχει «γιατί» σε αυτά. Φιλτράρω τα ερεθίσματα που παίρνω με το δικό μου τρόπο. Η αλήθεια είναι ότι λειτουργώ πρώτα ως θεατής. Έτσι ξεκίνησα να κάνω τηλεόραση: μου έλειπε κάτι και γι’ αυτό ξεκίνησα να γράφω. Δεν ξεκίνησα για να γίνω σεναριογράφος. Απλώς έγραφα ιστορίες. Να φανταστείς ότι όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό και δεν μου άρεσε κάτι που έβλεπα στην τηλεόραση καθόμουν και το ξανάγραφα στα τετράδια του σχολείου. Αυτό δεν κρύβει πίσω του μια λογική. Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που είναι αποκλειστικά προσωπικά^ υπαρξιακά. 

Πιστεύεις ότι τον έχουμε αδικήσει στην Ελλάδα τον θεατή, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην τηλεόραση;

Ναι, είμαστε άδικοι απέναντί του. Δεν του δίνουμε την ποικιλία και το δικαίωμα της επιλογής.

Και η εμφάνιση της Μάρως Κοντού και του Γιώργου Κωνσταντίνου στο «Αν…» ως ζεύγους Κοκοβίκου, η οποία έχει συζητηθεί τόσο πολύ, πώς προέκυψε;
Στην αρχή έγραψα τη διπλή ιστορία κομμάτι-κομμάτι. Για να καταλάβεις, το σενάριο πέρασε από δεκατρείς διαφορετικές γραφές μέχρι να πάρει τη σημερινή του μορφή. Στην πρώτη-δεύτερη εκδοχή συνειδητοποίησα ότι κάτι μου έλειπε. Ήθελα να αφηγηθώ κάποια πράγματα στην ιστορία με πιο ελλειπτικό τρόπο. Καταρχάς, σκέφτηκα ότι αν εμφανίζονταν δύο άνθρωποι μεγάλης ηλικίας ως αφηγητές θα βοηθούσαν το κοινό να καταλάβει καλύτερα τη διπλή ιστορία. Ήθελα να μοιάζουν στη γιαγιά και στον παππού μου. Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στο ζευγάρι με το οποίο μεγάλωσα στην τηλεόραση, την κυρία και τον κύριο Κοκοβίκου, δηλαδή τη Μάρω Κοντού και τον Γιώργο Κωνσταντίνου! 

Είναι η κρίση κομμάτι του σκηνικού σου στην ταινία;

Είναι μοιραία ένα κομμάτι της πραγματικότητάς μας. Ήθελα να γράψω μια ιστορία για ένα ζευγάρι που ζει στην Αθήνα του σήμερα, και πιο συγκεκριμένα στην Πλάκα. Όταν γράφω κάτι, αντλώ στοιχεία από το περιβάλλον μου, από αυτό που ζω κι αισθάνομαι. Προφανώς, λοιπόν, η κρίση χωρούσε στο παραμύθι που ήθελα να πω...

Κρίση και Πλάκα πάνε μαζί; Δεν είναι λιγάκι ακριβή για τον άνεργο πρωταγωνιστή σου;
Δεν νομίζω ότι είναι τόσο ακριβή πια. Η Πλάκα είναι μια πολύ όμορφη περιοχή. Όταν γράφεις ένα παραμύθι, θέλεις να έχεις όμορφες εικόνες. 

Είναι έντονο το στοιχείο του παραμυθιού στην ταινία σου;
Όταν ερωτεύεσαι, δεν είναι όλα παραμυθένια; Ο ήρωας στη μία βερσιόν ερωτεύεται και όλα πρέπει να είναι παραμυθένια. Στην εκδοχή της μοναξιάς, πάλι, τα πάντα είναι πιο γκρίζα και ρεαλιστικά. Γι’ αυτό μιλάμε για δύο ταινίες και δύο διαφορετικές φωτογραφίες. 

Σε όλα σου τα σενάρια είναι παρούσα η μοίρα…
Στις ιστορίες μου αναφέρομαι στη ζωή και στο θάνατο –στην αρχή και στο τέλος δηλαδή–, στον έρωτα που ενώνει αυτά τα δύο, στο κομμάτι της τύχης και στα κάθε λογής μπλεξίματα. Με λίγα λόγια, μιλώ για τον κύκλο της ζωής. 

Τους συνεργάτες σου πώς τους επιλέγεις;
Βάσει ταλέντου, χημείας και διάθεσης. Αυτά είναι τα τρία πράγματα που ψάχνω τόσο στο συνεργείο όσο και στους ηθοποιούς. 

Στη συνεργασία σου με τη Μαρίνα Καλογήρου πώς έφτασες;
Ήμουν πολύ τυχερός με τη Μαρίνα. Την πήρα μια μέρα τηλέφωνο, πήγαμε για έναν καφέ, της είπα τι είναι αυτό που κάνω, διαβάσαμε το σενάριο και στα πρώτα δέκα λεπτά κατάλαβα ότι θα κάναμε μαζί την ταινία. Είναι αυτό που σου έλεγα νωρίτερα περί χημείας!

Σε όλες σου τις ιστορίες υπάρχει μια τραγωδία που κρύβεται στη σκιά των πρωταγωνιστών. Συμβαίνει το ίδιο και στο «Αν…»;
Έτσι είναι η ζωή. Οι δυσκολίες είναι αυτές που μας πλάθουν. Οι πληγές μας είμαστε εμείς. Αν δεν είχαμε πληγές, αν δεν είχαμε γωνίες, «σκαψίματα» και τραύματα¨, θα ήμασταν πολύ βαρετοί. Δεν θα είχαμε κανένα ενδιαφέρον και νόημα. Αυτό που οι άλλοι λένε τραγωδία εγώ το λέω αλήθεια.

Είναι τόσο σκληρή η αλήθεια εντέλει; Γι’ αυτό χρειαζόμαστε το παραμύθι;
Χωρίς το παραμύθι και την αστερόσκονη, δεν μπορούμε να ζήσουμε. Είναι και αυτά μέρος της αλήθειας. Τα πάντα έχουν μια ισορροπία. Είναι περισσότερο θέμα φύσης και λιγότερο ζήτημα λογικής. 

Ποιες ταινίες είδες τον τελευταίο καιρό και σου άρεσαν τόσο στο ελληνικό όσο και στο ξένο σινεμά;
Από ελληνικό σινεμά δεν μπορώ να πω ότι είδα κάτι που με ξετρέλανε. Το «Artist» είναι μια ταινία που μου άρεσε πολύ πέρυσι. Όμως ταινίες όπως η «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ», το «American Beauty», το «Τέλος Μιας Σχέσης», η «Ζωή Σαν Τριαντάφυλλο» και τα φιλμ του Νιλ Τζόρνταν από το πρόσφατο παρελθόν δύσκολα τις συναντάς στις μέρες μας. 

Πώς βλέπεις το ότι η τηλεόραση έχει γεμίσει πια με τούρκικα σίριαλ;

Δεν μου αρέσει και θεωρώ επικίνδυνο το ότι έχουμε σταματήσει να παράγουμε δικά μας πράγματα, διότι πιστεύω ότι έχουμε πολύ ικανούς δικούς μας ανθρώπους. Με τρομάζει όταν βλέπω ότι είμαστε μια χώρα που απλώς εισάγει κάτι, άρα μοιραία θα δανειστεί και θα χρωστάει. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε και η κρίση. Από την άλλη, καταλαβαίνω ότι η τηλεόραση περνάει μια πολύ δύσκολη φάση. Μόδα είναι και θα περάσει. Το ερώτημα είναι γιατί δεν καταφέραμε ποτέ να εξάγουμε τις δικές μας καλές παραγωγές. 

Πιστεύεις ότι μπορούμε να ξεφύγουμε από την όλη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα;
Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα μπορείς να διαλύσεις ένα έθνος. Αν πάρεις το ψωμί από το τραπέζι, θα φαγωθούμε μεταξύ μας^ η Ιστορία το έχει αποδείξει και στο παρελθόν αυτό – και όχι μόνο στην Ελλάδα. Είμαστε μια μικρή χώρα και πιστεύω ότι θα κάνουμε αυτόν τον κύκλο γρήγορα και θα επανακάμψουμε. Αλλά πρέπει όλοι να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης μας. Πρέπει να γίνουμε πιο γενναιόδωροι, να αρχίσουμε να μοιραζόμαστε και να συνεργαζόμαστε. Να καταλάβουμε ότι με το μικρότερο δυνατό κόπο δεν μπορούμε να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Δεν μπορείς να καταφέρεις τίποτα αν δεν δουλέψεις γι’ αυτό που θέλεις...