Θέμα

Στο μυαλό του Κουέντιν: Ο απόλυτος οδηγός για τις ταινίες του Ταραντίνο

Από -

Έχοντας ταυτίσει το όνομά του με το μεταμοντέρνο σινεμά, ο πιο cool Αμερικανός σκηνοθέτης είναι έτοιμος να μας αφηγηθεί το καινούργιο σινε-παραμύθι του. «Κάποτε στο... Χόλιγουντ» τα πράγματα ήταν διαφορετικά
από ό,τι τα ξέρετε
, μας λέει χαμογελώντας παιχνιδιάρικα ο Κουέντιν Ταραντίνο κι εμείς επιστρέφουμε στο παρελθόν (του) για να μάθουμε το πώς και το γιατί.

Το 2018 το λεξικό της Οξφόρδης πρόσθεσε ένα νέο λήμμα: «Ταραντινικό (στιλ), χαρακτηρίζεται από γραφική και στιλιζαρισμένη βία, μη γραμμική αφήγηση, σατιρικά θέματα και κοφτερούς διαλόγους». Ο 56χρονος δημιουργός από το Τενεσί, ο οποίος έγινε διά­σημος διακηρύσσοντας όσο πιο παθιασμένα μπορούσε την αγάπη του για τα κόμικς, τα b-movies και τα εφήμερα ποπ χιτάκια, είναι πλέον επίσημο κομμάτι της ακαδημαϊκής γνώσης. Όχι όμως μόνο για το 1,5 δισ. δολάρια που έχουν αποφέρει στα παγκόσμια ταμεία οι ταινίες του, τα δύο Όσκαρ και τον Χρυσό Φοίνικά του. Αλλά κυρίως γιατί το μοναδικό κινηματογραφικό ύφος του έχει επηρεάσει όσο τίποτε άλλο το σύγχρονο σινεμά και οι εικόνες του έχουν αποτυπώσει τη σύγχρονη Αμερική με τον πιο διεισδυτικό, περίτεχνο και συναρπαστικό τρόπο.

Μια φορά κι έναν καιρό

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο έφηβος Κουέντιν Ταραντίνο έβλεπε τρεις και τέσσερις ταινίες καθημερινά, ενώ στα 15 του είχε ήδη γράψει το πρώτο του σενάριο. Προτού συμπληρώσει τα 16 δε, είχε συμμετάσχει σε θεατρικά ανεβάσματα ως ηθοποιός, είχε δουλέψει ως ταξιθέτης σε πορνοσινεμά και είχε συλληφθεί για κλοπή βιβλίου από τα Kmart. Μέχρι το 1986 και την πρώτη του χολιγουντιανή εμπειρία ως βοηθού παραγωγής, στη βιντεοταινία γυμναστικής του Ντολφ Λούντγκρεν «Maximum Potential», ο Κουέντιν βιοποριζόταν με κάθε τρόπο, όπως δουλεύοντας επί μία πενταετία στο διάσημο βιντεοκλάμπ Video Archives στο Μανχάταν Μπιτς του Λος Άντζελες. Οι πελάτες ακόμη θυμούνται τον ψηλό και άχαρο νεαρό που «ήξερε τα πάντα και μπορούσε να σου προτείνει τις πιο παράξενες και cool ταινίες».

Ο Ταραντίνο έμαθε σινεμά την εποχή της βιντεοκασέτας και του τέλους των μεγάλων μυθολογιών του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Τα ταραγμένα ’60s, ο πόλεμος του Βιετνάμ, το Γουότεργκεϊτ και οι ευρωπαϊκές πρωτοπορίες οδήγησαν το Χόλιγουντ σε μια κρίσιμη καμπή τη δεκαετία του ’70. Οι θετικοί, bigger than life ήρωες είχαν προ πολλού αντικατασταθεί από ευάλωτους χαρακτήρες, συχνά ηθικά διφορούμενους και ψυχολογικά ασταθείς, ενώ τόσο η αστική καθημερινότητα (τα κοινωνικά, ερωτικά ή άλλου είδους δράματα) όσο και η Ιστορία (το γουέστερν, η πολεμική περιπέτεια) δεν μπορούσαν να παράγουν πλέον θετικές μυθοπλασίες.

Αντιμέτωπη μέσα κι έξω από τη σκοτεινή αίθουσα με το συλλογικό τραύμα, η Αμερική βρίσκει γρήγορα ανακουφιστική διέξοδο στη θεοποίηση της φιλελεύθερης αγοράς και το Χόλιγουντ στον... ίδιο του τον εαυτό. Το σινεμά και κατ’ επέκτασιν η ποπ κουλτούρα είναι η καινούργια μυθολογία που επαναφέρει τη θετική μυθοπλασία στο προσκήνιο, με εκείνα τα μοντέρνα παραμύθια που, μέσα από τη μεγάλη οθόνη, μπορούν ακόμη να εντυπωσιάζουν, να συγκινούν και να παθιάζουν. Τα ’80s μας καλωσορίζουν πανηγυρικά στην εποχή της σινεφιλίας, των σίκουελ, των ριμέικ, των reboots και των movie franchises. Για τον θεατή η πραγματικότητα μετατρέπεται πια σε μια ταινία η οποία εξελίσσεται θεαματικότερα από την καθημερινότητά του και ο Ταραντίνο βρίσκεται εκεί για να τη σκηνοθετήσει.

My way or the highway

Ο Κουέντιν αντρώνεται στα χρόνια όπου κάθε τηλεοπτική συσκευή έχει και το δικό της video player, με την κινηματογραφοφιλία και τη μαγεία της αίθουσας να παύουν από εδώ και στο εξής να είναι όροι ταυτόσημοι. Στα ’80s οι νέοι ταινιοφάγοι δεν είναι απαραίτητο να σταθούν στην ουρά για να κόψουν εισιτήριο, ενώ μπορούν να δουν στο σαλόνι του σπιτιού τους ό,τι ταινία θέλουν, όποτε θέλουν και με ό,τι τρόπο θέλουν (κομματιαστά, ξανά και ξανά, σε γρήγορη ταχύτητα, επιλέγοντας σκηνές...).

Από τη μία, λοιπόν, σπάνια φιλμ ανακαλύπτονται και άγνωστοι δημιουργοί αποκτούν κοινό και από την άλλη η απενοχοποιημένη απόλαυση νομιμοποιείται, καθώς οι αγαπημένες βιντεοκασέτες «λιώνουν» από τις επαναληπτικές προβολές και η θέαση μιας ταινίας από (συλλογική) μυσταγωγική εμπειρία μετατρέπεται σε (μοναχικό) ­διασκεδαστικό παιχνίδι.

«Ιλιγγιώδης Έρωτας»
«Ιλιγγιώδης Έρωτας»

Καταναλώνοντας εικόνες με γρήγορο, αποσπασματικό και αδηφάγο τρόπο, ο Ταραντίνο νιώθει υπέροχα καθώς βλέπει για εικοστή φορά από τον καναπέ του την «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ αμέσως μετά το «Ο Ατσίδας και το Λαγωνικό», με τον Μπαρτ Ρέινολντς, και στο καπάκι ένα επεισόδιο του «Star Trek». Έτσι, αρχίζοντας να γράφει το πρώτο του «σοβαρό» σενάριο, σκηνές από exploitation περιπέτειες του ’70 ενσωματώνονται στην πλοκή μιας γκανγκστερικής κωμωδίας με νεο-νουάρ ατάκες. Πρόκειται για το «My Best Friend’s Birthday», το οποίο άρχισε να γυρίζει το 1987, αλλά δεν το ολοκλήρωσε ποτέ, αποτέλεσε όμως τη βάση για το σενάριο του «Ιλιγγιώδους Έρωτα» («True Romance»).

Η πρώτη εκδοχή μάλιστα που παρέδωσε στον συνεργάτη του Ρότζερ Έιβαρι ήταν 500 σελίδες (!), μια «πλήρης βίβλος της ποπ κουλτούρας», σύμφωνα με τα λόγια του τελευταίου. Αποφασισμένος να γράψει τη δική του σινε-ιστορία, ο 25χρονος Κουέντιν έβλεπε κι έγραφε σαν μανιακός, προετοιμάζοντας μια εναλλακτική heist movie που θα σκηνοθετούσε ο ίδιος. Η αρχική σκηνή της περιλάμβανε το ρεαλιστικό κόψιμο ενός αφτιού με σουγιά, αλλά η super low budget παραγωγή δεν διέθετε τα απαιτούμενα χρήματα για τα σωστά εφέ.

«Από το Σούρουπο ως την Αυγή»
«Από το Σούρουπο ως την Αυγή»

Ο υπεύθυνός τους Ρόμπερτ Κέρτζμαν πρότεινε τότε στον νεαρό δημιουργό να του κάνει τη δουλειά δωρεάν, με αντάλλαγμα ένα... σενάριο. Ο Ταραντίνο παρέδωσε σε χρόνο-ρεκόρ το «Από το Σούρουπο ως την Αυγή» κι έβαλε μπρος το δικό του «Reservoir Dogs», συμπληρώνοντας τον προϋπολογισμό με κάθε δυνατό τρόπο. Ο σκηνοθέτης Μόντε Χέλμαν βοήθησε να βρεθεί ο βασικός χρηματοδότης (Ρίτσαρντ Γκλάντστεϊν), ενώ οικονομική βοήθεια προσέφερε και ο Χάρβεϊ Καϊτέλ, ο οποίος δέχτηκε να πρωταγωνιστήσει. Τιμ Ροθ, Μάικλ Μάντσεν, Στιβ Μπουσέμι και Κρις Πεν συμπλήρωσαν το πρωτοκλασάτο καστ ενός αστυνομικού θρίλερ, γυρισμένου σχεδόν εξολοκλήρου σε μια αποθήκη, γύρω από μια ληστεία διαμαντιών που δεν βλέπουμε ποτέ.

«Reservoir Dogs»
«Reservoir Dogs»

Γεμάτο ανατροπές των κλισέ, γραφική βία που εναλλασσόταν με μακράς διάρκειας διαλογικές σκηνές, μαύρο χιούμορ, αφηγηματική δεξιοτεχνία, χρονικά «σπασμένη» αφήγηση, ευρηματικές ατάκες κι ένα πρωτότυπο φινάλε, το «Reservoir Dogs» σόκαρε το Φεστιβάλ Σάντανς το 1992 κι έκανε τον ασυμβίβαστο δημιουργό (και πρωταγωνιστή του, στον ρόλο του κ. Μπράουν) σταρ εν μια νυκτί.

Η σκηνή βασανισμού του αστυνομικού υπό τους ήχους του «Stuck in the middle with you» και το τελικό Mexican standoff (οι εναπομείναντες ληστές σημαδεύουν ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον) πέρασαν στην κινηματογραφική ιστορία και η Miramax του Χάρβεϊ Γουάινστιν ανέλαβε τη διανομή του φιλμ στις αίθουσες. Λίγο νωρίτερα, το Φεστιβάλ Κανών δέχτηκε να το συμπεριλάβει στο επίσημο πρόγραμμά του, αν κι εκείνο είχε ήδη κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Σάντανς. Η προηγούμενη ταινία που είχε καταφέρει κάτι παρόμοιο ήταν το «Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες» και η επόμενη που το έκανε, ύστερα από είκοσι χρόνια (!), ήταν τα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου».

Pop up the volume

«Pulp Fiction»
«Pulp Fiction»

Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια ο Κουέντιν Ταραντίνο εξελίχτηκε με αστραπιαία ταχύτητα στο πιο καυτό όνομα του αμερικανικού σινεμά. Πρώτα με δύο δικές του ταινίες· το φλασάτο κι επιδραστικό «Pulp Fiction» (1994) και την ωριμότερη μέχρι τότε δουλειά του, το υποτιμημένο «Jackie Brown» (1997). Το σουξέ του «Reservoir Dogs» τού έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξει όποιον σταρ ήθελε για το πολυπρόσωπο πρωταγωνιστικό επιτελείο του επόμενου αντισυμβατικού crime thriller του, στο οποίο οι πορείες διαφόρων περιθωριακών χαρακτήρων του Λος Άντζελες διασταυρώνονται με απρόοπτο τρόπο.

Εκείνος έκανε τις πλέον αναπάντεχες επιλογές (από την Αμάντα Πλάμερ στους Μπρους Γουίλις και Κρίστοφερ Γουόκεν), ανασταίνοντας την καριέρα του Τζον Τραβόλτα και χαρίζοντας στους Ούμα Θέρμαν και Σάμιουελ Τζάκσον τους ρόλους μιας ζωής. Ευφάνταστο ήδη από την πρώτη σκηνή του (η κουβέντα των Πάμπκιν και Χάνι Μπάνι στο diner, το «Any of you fucking pricks move and I’ll execute every motherfucking last one of ya!» και αμέσως μετά τους τίτλους αρχής, υπό τους ήχους της διασκευασμένης από τον Ντικ Ντέιλ «Μισιρλούς»), το «Pulp Fiction» έσκασε σαν βόμβα στο Φεστιβάλ Κανών το 1994 και αποχώρησε μεταφέροντας τον –διά χειρός Κλιντ Ίστγουντ– Χρυσό Φοίνικα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Ακολούθησαν διθυραμβικές κριτικές, παγκόσμιες ­εισπράξεις 214 εκατ. δολαρίων, επτά οσκαρικές υποψηφιότητες κι ένα χρυσό αγαλματάκι στους Κουέντιν Ταραντίνο και Ρότζερ Έιβαρι για το πρωτότυπο σενάριό τους.

Έπειτα από τρία χρόνια το πιο χαμηλότονο, λιτό και συγκινητικό «Jackie Brown» αποδεικνύεται άλλη μία τολμηρή σινεφίλ χειρονομία. Το μυθιστόρημα του Έλμορ Λέοναρντ «Rum punch» διασκευάζεται ως ένας νοσταλγικός όσο και απόλυτα μοντέρνος φόρος τιμής στις φτηνές blaxploitation περιπέτειες του ’70 και ο Ταραντίνο δείχνει –χρησιμοποιώντας ακριβώς το ίδιο κινηματογραφικό manual (από τη μη γραμμική αφήγηση στη «νεκρανάσταση» ηθοποιών όπως οι Παμ Γκριρ και Ρόμπερτ Φόρστερ)– πως εκτός από εντυπωσιακός και μοδάτος, είναι κι ένας ευαίσθητος, ανθρωποκεντρικός σκηνοθέτης.

Κι αν το «Jackie Brown» δεν γνωρίζει την επιτυχία του «Pulp Fiction», εκείνος βλέπει σενάριά του να μετατρέπονται από άλλους σε χολιγουντιανά hits (ο «Ιλιγγιώδης Έρωτας» από τον Ρίντλεϊ Σκοτ, οι «Γεννημένοι Δολοφόνοι» από τον Όλιβερ Στόουν, το «Από το Σούρουπο ως την Αυγή» από τον Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ), ενώ ο ίδιος χρυσοπληρώνεται για να χτενίσει σενάρια μπλοκμπάστερ όπως τα «Crimson Tide» και «Ο Βράχος».

«Kill Bill»
«Kill Bill»

Εξελίσσοντας και ραφινάροντας το στιλ του με ιδιοφυή πρωτοτυπία, ο Ταραντίνο άρχισε έτσι να γράφει με cool φινέτσα ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της ποπ κουλτούρας. Παραμελημένα κομμάτια της (cult ηθοποιοί, ξεχασμένες τηλεοπτικές σειρές, κόμικς, πιασάρικα ποπ κομμάτια και κυρίως ανυπόληπτες ταινίες της παγκόσμιας φιλμογραφίας) δένονται πανέξυπνα με πρωτοποριακές κινηματογραφικές τεχνικές, όπως περίτεχνο μοντάζ, τολμηρά αφηγηματικά τρικ και μοναδικό σκηνοθετικό στιλιζάρισμα.

Το «Kll Bill» που ακολούθησε (η συμμετοχή του στα σπονδυλωτά «4 Δωμάτια» του 1995 ήταν ένα απλό σινεφίλ ανέκδοτο) περιγράφει με ακόμη γλαφυρότερη λεπτομέρεια το ταραντινικό φιλμικό σύμπαν, ένα θεαματικότατο πάτσγουορκ αναφορών σε κινηματογραφικές ιστορίες εκδίκησης και σε κινέζικες ταινίες καράτε, γιαπωνέζικες περιπέτειες εποχής, manga αλλά και γουέστερν σπαγγέτι και blaxploitation action films. Κάθε πλάνο τής χωρισμένης σε δύο κεφάλαια («Vol. 1» το 2003 και «Vol. 2» το 2004), αιματηρής προσπάθειας της Νύφης (Ούμα Θέρμαν) να εκδικηθεί τον πρώην εραστή και μέντορά της Μπιλ (Ντέιβιντ Κάρανταϊν) είναι μια σκηνοθετική έκπληξη και ταυτόχρονα κλοπή, ένα φορμαλιστικό επίτευγμα που μετατρέπει σε πλοκή τη –φτηνή και αποκηρυγμένη– ιστορία του σινεμά.

Τύπωσε το μύθο

«Death Proof»
«Death Proof»

Το «Kll Bill» ολοκλήρωσε έναν πρώτο δημιουργικό κύκλο για τον Ταραντίνο, τον οποίο υποστήριζε μια στρατιά από ορκισμένους θαυμαστές και μια σειρά νεαρών κινηματογραφιστών που διασκέδαζαν οικειοποιούμενοι το trendy στιλ του. Πιο πολύ όμως το απολαμβάμβανε ο ίδιος, ο οποίος το 2007 συνυπογράφει με τον Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ το σπονδυλωτό «Grindhouse», που «ανεξαρτητοποιείται» εκτός ΗΠΑ ως «Death Proof». Άλλο ένα πικάντικο σινε-ανέκδοτο κι ένα σκαμπρόζικο κλείσιμο του ματιού στις φτηνές περιπέτειες των ’60s-’70s, με άφθονες καταδιώξεις, δωρεάν γυμνό και πολλή βία, που προβάλλονταν συνήθως σε διπλό πρόγραμμα.

Έχει φτάσει όμως η στιγμή που ο μεταμοντέρνας κοπής auteur πρέπει να αποδείξει πως δεν είναι ένας σινε-σπασίκλας με διηγηματικό ταλέντο αλλά χωρίς ηθική απέναντι στις εικόνες, ένας θαυμαστής της καρτουνίστικης βίας, του κυνικού χιούμορ και της ρηχής επίδειξης. Οι επόμενες τρεις ταινίες του, αρχής γενομένης από μια… αναθεωρητική πολεμική περιπέτεια, ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο στην ταραντινική φιλμογραφία, με τον κινηματογράφο να βρίσκει ως ισάξιο συνομιλητή του την Ιστορία.

«Άδωξοι Μπάσταρδη»
«Άδωξοι Μπάσταρδη»

Το περιπαικτικό ήδη από τον τίτλο του «Άδωξοι Μπάσταρδη» («Inglourious Basterds», 2009) κάνει μια θρασεία παρέμβαση στα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα από ένα κολάζ αναφορών στα χολιγουντιανά war movies, τον Τζον Φορντ και τη Λένι Ρίφενσταλ (ανάμεσα σε αμέτρητους άλλους).

Στέλνοντας τον Χίτλερ... σινεμά και μια ώρα νωρίτερα στον τάφο, η αγωνιώδης, βίαιη και κωμική περιπέτεια, που ξεκίνησε από το δευτεροκλασάτο «Inglorious Bastards» (1978) του Έντζο Καστελάρι, γίνεται η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Ταραντίνο και αποσπά οκτώ υποψηφιότητες και το Όσκαρ β΄ αντρικού ρόλου για τον Κρίστοφ Βαλτς. Ακολουθούν δύο γουέστερν που φλερτάρουν ανοιχτά με το στιλιζάρισμα των σπαγγέτι και μας μεταφέρουν στην επαρχιακή Αμερική την εποχή του εμφυλίου. Το «Django ο Τιμωρός» (2012), λίγο πριν από «το 1858 κάπου στο Τέξας», και οι «Μισητοί Οκτώ» (2015), «σε μια απομονωμένη ορεινή καλύβα του μετεμφυλιακού Γουαϊόμινγκ».

«Django ο Τιμωρός»
«Django ο Τιμωρός»

Αμφότερα έχουν ως βασικό πρωταγωνιστή έναν Αφροαμερικανό, ενώ καυτηριάζουν με ειρωνικό αλλά σαφή πολιτικό τρόπο την αιμοσταγή και αμοραλιστική κατάκτηση της Δύσης και κατ’ επέκτασιν τη «βίαιη» γέννηση του αμερικανικού κράτους. Ο Ταραντίνο συνεχίζει να παίζει με τα κινηματογραφικά είδη και να μαζεύει Όσκαρ και ακαδημαϊκές υποψηφιότητες (τρία και οκτώ αντίστοιχα), βαθαίνοντας ολοένα την κριτική σκέψη του ως κινηματογραφιστή. Ταινία την ταινία, το καλά κρυμμένο σχόλιό του πως το σινεμά όχι μόνο μπορεί να αλλάξει την Ιστορία αλλά αυτό το ίδιο είναι η Ιστορία (το μέσο γίνεται το μήνυμα) γίνεται σαφέστερο κι ευφυέστερα διατυπωμένο.

Ο Ταραντίντο (αριστερά) σε ευρεία σύσκεψη στο πλατό των «Μισητών Οκτώ».
Ο Ταραντίντο (αριστερά) σε ευρεία σύσκεψη στο πλατό των «Μισητών Οκτώ».

Ό,τι ξέρουμε για τον κόσμο γύρω μας είναι απλώς μια εικόνα του, όπως μας λέει (και μας δείχνει) ο Ταραντίνο. Η μεταμοντέρνα εποχή μας την έχει φιλοτεχνήσει μέσα από την ποπ κουλτούρα και τη μεγάλη οθόνη, την έχει αναγάγει στον απόλυτο ρεαλισμό και την έχει τοποθετήσει στη θέση της σκοτεινής κι ενοχλητικής πραγματικότητας. Το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» προχωράει αυτήν την ιδέα ένα βήμα μακρύτερα, φτάνοντάς τη στη μήτρα αυτής της βιομηχανοποιημένης παραγωγής εικόνων· το κλασικό χολιγουντιανό σινεμά.

Συνδυάζοντας την πιο τρελή φαντασία με την εκτός πλατό πραγματικότητα, η τελευταία ταινία τού ανεξάντλητου Κουέντιν μας γυρίζει στο Λος Άντζελες του 1969. Ένας τηλεοπτικός σταρ και ο κασκαντέρ του μας ξεναγούν στα κινηματογραφικά παρασκήνια μιας εποχής ραγδαίων αλλαγών, καθώς η ανεμελιά και η αθωότητα είναι έτοιμες να δώσουν οριστικά τη θέση τους σε μια τραυματική «ενηλικίωση» (στη μέση του φιλμ ο Τσαρλς Μάνσον περνάει για ένα «γεια»).

Τη μία στιγμή σουλατσάρει μπροστά από την κάμερα ο Μπρους Λι, την επόμενη ο Στιβ ΜακΚουίν και η Μάμα Κας και αμέσως μετά η Σάρον Τέιτ με τον Πολάνσκι και η σινεφιλία κάνει πάρτι. Πιάνει όμως αγκαζέ και μια σκληρά ειρωνική διαπίστωση για τον αστραφτερό κόσμο των εικόνων – οι Λεονάρντο ντι Κάπριο, Μπρατ Πιτ και Μάργκο Ρόμπι δεν είναι, φυσικά, τυχαίες πρωταγωνιστικές επιλογές.

Όλα εδώ είναι ζηλευτά μα ψεύτικα, έχουν όμως τη δύναμη να γίνονται πιο αληθινά από την αλήθεια, πιο πραγματικά από την πραγματικότητα. Για όσους τα πιστεύουν, ο Ταραντίνο διασκεδάζει παίζοντας «βρες το λάθος» και συνεχίζει να αφηγείται ξεκαρδιστικά σινεφίλ αστεία. Για τους υπόλοιπους, σαρκάζει πικρόχολα πως τη στιγμή που μια κοινωνία αιμορραγεί (οι χίπηδες, ο Μάνσον, το Βιετνάμ…) το σινεμά κατασκευάζει κι επιβάλλει τη δική του καθησυχαστική άποψη για την Ιστορία, λανσάροντάς τη σαν ένα ξεκαρδιστικό κινηματογραφοφιλικό αστείο.

Ταραντινικά trademarks

Αντικείμενα - φετίχ

Χαρτοφύλακες, αυτοκίνητα Chevrolet και Cadillac, μιλκσέικ... Πολλά προϊόντα επανέρχονται στα πλάνα του εκκεντρικού δημιουργού, του οποίου οι ήρωες καπνίζουν Red Apple και τρώνε μπέργκερ Big Kahuna, δύο στην πραγματικότητα ανύπαρκτα brands.

Il maestro

Αν και χρησιμοποίησε κομμάτια του σε προηγούμενες ταινίες («Rabbia e tarantella» στους «Άδωξους Μπάσταρδους»), ο Ταραντίνο έπεισε τον Ένιο Μορικόνε να συνθέσει πρωτότυπο σκορ για τους «Μισητούς Οκτώ», χαρίζοντάς του το μοναδικό του Όσκαρ.

The trunk shot

Ταραντινικά «πλάνα με υπογραφή»: χαρακτηριστικότερα όλων αυτό μέσα από το πορτμπαγκάζ αυτοκινήτου προς τα έξω (trunk shot) και το Mexican Standoff, όπου τρεις ή περισσότεροι χαρακτήρες σημαδεύουν ο ένας τον άλλον με όπλα.

Vinyl fan

Ο Ταραντίνο λατρεύει καθετί vintage, όπως το βινίλιο. Όλα τα σάουντράκ του, πλην των «Μισητών Οκτώ», αποτελούνται από συλλογή extra cool τραγουδιών, τα οποία συχνά ακούγονται μαζί με το σκρτας της βελόνας του πικάπ («Jungle Boogie»).

Film buff

Κάθε πλάνο και μια σινεφίλ αναφορά. Στο «Κάποτε στο... Χόλιγουντ», μάλιστα, ο ηθοποιός Ρικ Ντάλτον (Ντι Κάπριο) φαντάζεται να πρωταγωνιστεί αντί για τον Στιβ ΜακΚουίν στη «Μεγάλη Απόδραση», αγαπημένη ταινία του σκηνοθέτη.

35 mm

Φανατικός υπερασπιστής του σελιλόιντ, ο Ταραντίνο γυρίζει όλες τις ταινίες του σε φιλμ, μοντάροντάς τις με τον παραδοσιακό τρόπο, στη μουβιόλα. Τους δε «Μισητούς Οκτώ» τους γύρισε στο σούπερ σινεμασκόπ φορμά των 70 mm.

Λόρενς Μπέντερ - Χάρβεϊ Γουάινστιν

Ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο του Ταραντίνο ήταν ο Νεοϋορκέζος Λόρενς Μπέντερ, ο οποίος μόλις διάβασε το σενάριο του «Reservoir Dogs» ανέλαβε παθιασμένος την παραγωγή του. Παρήγαγε όλες τις ταινίες του φίλου του μέχρι και τους «Άδωξους Μπάσταρδους», ενώ ο επικεφαλής της Miramax έμεινε μαζί του μέχρι και τους «Μισητούς Οκτώ». Ο Χάρβεϊ Γουάινστιν ποντάρισε με τη μία στο ταλέντο του Κουέντιν και διένειμε με επιτυχία το «Reservoir Dogs», ενώ έβαλε το χέρι του για να γίνει παγκόσμια επιτυχία το «Pulp Fiction». Ο Ταραντίνο έπινε νερό στο όνομά του, μέχρι που οι πρόσφατες αποκαλύψεις για τις σεξουαλικές επιθέσεις του μεγαλοπαραγωγού τον έκαναν τόσο να ομολογήσει πως έπρεπε να είχε κάνει περισσότερα γι’ αυτό όσο και να υπογράψει για το «Κάποτε στο... Χόλιγουντ» με τη Sony.

Oι αγαπημένες του ταινίες

«Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»
«Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»

Το 2008, στην ψηφοφορία του βρετανικού περιοδικού «Empire» για τις 500 σπουδαιότερες ταινίες, ο Ταραντίνο διάλεξε τη δική του... εντεκάδα, η οποία είναι (αξιολογικά): «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος» (1966) του Σέρτζιο Λεόνε, «Ρίο Μπράβο» (1959) του Χάουαρντ Χοκς, «Μπλόου Άουτ» (1981) του Μπράιαν ντε Πάλμα, «Ο Ταξιτζής» (1976) του Μάρτιν Σκορσέζε, «His Girl Friday» (1940) του Χάουαρντ Χοκς, «Five Fingers of Death» (1972) του Τζέονγκ Τσανγκ-ουά, «Λούλου» (1929) του Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, «Κάρι» (1976) του Μπράιαν ντε Πάλμα, «Unfaithfully Yours» (1948) του Πρέστον Στάρτζες, «Five Graves to Cairo» (1943) του Μπίλι Γουάιλντερ και «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» (1975) του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Επίσης, σε μια παλιότερη επιλογή του για το «Sight & Sound» βρίσκει κάποιος και τα «Rolling Thunder» (1977) του Τζον Φλιν, «Coffy» (1973) του Τζακ Χιλ, «Η Μεγάλη Απόδραση» (1963) του Τζον Στάρτζες.

Σχετικά Θέματα