Συνέντευξη

Στο «Γκαγκάριν» η εργατική τάξη πάει στο διάστημα

Από -

Το γαλλικό σκηνοθετικό δίδυμο των Φανί Λιατάρ και Ζερεμί Τρουίλ συνυπογράφει το «Γκαγκάριν», την πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά τους, η οποία μετά την πρεμιέρα στο φεστιβάλ των Κανών διακρίθηκε σε μια σειρά από διεθνείς διοργανώσεις, ανάμεσά τους και οι αθηναϊκές «Νύχτες Πρεμιέρας» (βραβείο σκηνοθεσίας).

Η ταινία τους έχει συνδέσεις με το διάσημο Γιούρι Γκαγκάριν, αλλά όχι με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς. Η υπόθεση διαδραματίζεται στην εργατική συνοικία Γκαγκάριν η οποία χτίστηκε τη δεκαετία του '60 στο Παρίσι, προς τιμήν του σοβιετικού κοσμοναύτη, με σκοπό να στεγάσει ανθρώπους των λαϊκών τάξεων της γαλλικής πρωτεύουσας. Στο πέρασμα των επόμενων δεκαετιών η συνοικία αφέθηκε στο μαρασμό, ωστόσο μέχρι και τα τελευταία χρόνια πριν την κατεδάφισή της (2019) φιλοξενούσε κυρίως πρόσφυγες και μετανάστες. Στο φιλμ των Λιατάρ και Τρουίλ πρωταγωνιστής είναι ο αφρικανικής καταγωγής νεαρός Γιούρι (Αλσενί Μπατιλί), ο οποίος καθώς βλέπει ότι σύντομα το σπίτι του θα γκρεμιστεί κάνει ταυτόχρονα ό,τι μπορεί για να το σώσει αλλά και να εκπληρώσει το όνειρό του: να γίνει αστροναύτης.

Με αφορμή την έξοδο της ταινίας στις ελληνικές αίθουσες, «συναντήσαμε» διαδικτυακά τους σκηνοθέτες του «Γκαγκαρίν», οι οποίοι απάντησαν στις ερωτήσεις μας.

banner

Πριν από όλα, το «Γκαγκάριν» υπήρξε η πρώτη μικρού μήκους ταινία σας. Πώς ανακαλύψατε τη συνοικία και πώς θα περιγράφατε το ταξίδι που έχει κάνει η ιστορία του φιλμ έως τώρα;
Φανί Λιατάρ: Με τον Ζερεμί γνωριστήκαμε στο Πο, όπου σπουδάζαμε στο ίδιο πανεπιστήμιο. Δεν έχουμε, επομένως, επίσημη κινηματογραφική εκπαίδευση. Τότε, εξάλλου, ήμαστε 18 χρονών και δεν είχαμε ιδέα πώς γυρίζονται οι ταινίες. Έτσι, η σχέση μας δε χτίστηκε γύρω από το σινεμά, αλλά από τις εμπειρίες. Ταξιδέψαμε πάρα πολύ, ιδιαίτερα στη Νότιο Αμερική. Όταν έφτασε η ώρα να πάρουμε πτυχίο, είχαμε εξειδικευτεί στο πολεοδομικό σχέδιο και το αντικείμενο μας οδήγησε στο Παρίσι.
Εκεί, ένας φίλος αρχιτέκτονας μας σύστησε στον κόσμο της συνοικίας Γκαγκάριν, πάνω που με το Ζερεμί είχαμε αρχίσει να γυρίζουμε κάποια ντοκιμαντέρ και να γράφουμε τα πρώτα σενάριά μας. Μας ενθουσίασαν τα πάντα γύρω από τη γειτονιά, η καθαυτό αρχιτεκτονική όπως επίσης οι πολιτικές προεκτάσεις της ιστορίας της. Στη συνέχεια, η έμπνευση μας ήρθε σχετικά γρήγορα, τόσο οι πιο πολιτικές πτυχές που μας αφορούσαν όσο και εκείνες του μαγικού ρεαλισμού, αν θες. Βοήθησε και το γεγονός ότι αποφασίσαμε να συμμετάσχουμε στο διαγωνισμό σεναρίων «HLM sur Cour(t)», όπου μάλιστα καταφέραμε να κερδίσουμε. Ύστερα, ήμαστε αποφασισμένοι να εντρυφήσουμε περισσότερο στον κόσμο που είχαμε φτιάξει, για αυτό και ήταν σαφές σε εμάς πως θα αναπτύσσαμε το σενάριο σε μια μεγάλου μήκους.

Άρα, ο μαγικός ρεαλισμός ο οποίος είναι κυρίαρχος στη μεγάλου μήκους, υπήρχε σα διάθεση εξαρχής;
Ζερεμί Τρουίλ: Ναι, παρόλο που θέλαμε να είμαστε προσεκτικοί με την εφαρμογή του, διότι όσα μας απασχολούν έχουν απεικονιστεί πολλάκις με παρόμοιο τρόπο. Έπειτα, επιδιώξαμε να αποτρέψουμε η ταινία να αποκτήσει έναν απαισιόδοξο τόνο. Διότι, κακά τα ψέματα, όταν ζεις σε μια συνοικία σαν το Γκαγκάριν, δυστυχώς οι συνθήκες είναι αρκετά δύσκολες. Εμείς, όμως, στο συγκεκριμένο κόσμο διακρίνουμε την αλληλεγγύη των ανθρώπων που μένουν εκεί αλλά και την ποίηση που προκύπτει μέσα από τις σχέσεις τους. Πρόκειται ακριβώς για όσα ορίζουν το βλέμμα του πρωταγωνιστή μας. Επομένως, χρειαζόταν μια ισορροπία ανάμεσα στη μαγεία και το ρεαλισμό, από τη συγγραφή του σεναρίου μέχρι και το τελευταίο «στοπ» στο γύρισμα. Αντίστοιχα, οφείλαμε να προσέξουμε τις εναλλαγές από το ένα ύφος στο άλλο. Διότι η αφήγηση μεταβαίνει από τη σκληρότητα του πρώτου μέρους στο πιο φανταστικό ή sci-fi κομμάτι όταν πια ο Γιούρι έχει κατασκευάσει το «διαστημόπλοιό» του.

Οι ενότητες της ταινίας που αφορούν εξ ολοκλήρου τη φαντασία του ήρωα είναι και από τις πιο δυνατές, διότι υπάρχει αμφισημία ως προς την αλήθεια και τη μυθοπλασία. Πόσο δύσκολο ήταν να κατασκευάσετε το μικρόκοσμό του;
Φ. Λ.: Αρχικά η όλη φάση ήταν λίγο σα να ζούμε και εμείς σε ένα sci-fi, γιατί μπορέσαμε να κάνουμε γύρισμα μέσα στο Γκαγκάριν λίγο πριν την τελική κατεδάφιση. Οπότε συνυπήρχαμε με τεχνίτες, συντρίμμια και πολλά ίχνη προηγούμενων ζωών στο χώρο. Είτε αυτά ήταν αντικείμενα είτε λεπτομέρειες ταπετσαριών στους τοίχους. Άρα ήδη βιώναμε μια σουρεαλιστική συνθήκη. Από εκεί και πέρα, έπρεπε να συμβιβαστούμε με το γεγονός πως δεν είχαμε αρκετά χρήματα για να κατασκευαστούν τα πράγματα όπως ήταν στο μυαλό μας, ενώ εμπιστευτήκαμε πλήρως το ικανότατο συνεργείο της παραγωγής. Για τα σκηνικά ως αναφορές είχαμε, φυσικά, όλες τις κλασικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας με την προσθήκη της διάθεσής μας να φαίνονται όλα όσο πιο χειροποίητα γίνεται. Όσον αφορά τα ειδικά εφέ, σκαρφιστήκαμε μεθόδους έτσι ώστε να μην επαναπαυτούμε στις ψηφιακές παρεμβάσεις και άρα, να προστατευθεί η αληθοφάνεια των εικόνων. Εδώ να προσθέσω πως υπήρξε καθοριστική η μουσική του Αμίν Μπουαφά, ο οποίος συνέθεσε μελωδίες που απογείωσαν το λυρισμό της ταινίας.

Υπάρχει μια λεπτή πλην πικρή ειρωνεία στο «Γκαγκάριν», η οποία θέλει του εργατικούς συνοικισμούς πρώτα να εγκαταλείπονται πλήρως από τους κρατικούς φορείς, στη συνέχεια να αξιολογούνται ως αβίωτοι και εν τέλει να καταστρέφονται. Πρόκειται για μια πάγια νεοφιλελεύθερη τακτική, ωστόσο, κατά πόσο αυτό συμβαίνει σήμερα στη Γαλλία;
Φ. Λ.:
Θα έλεγα αρκετά συχνά, διότι για το κράτος δεν αποτελεί προτεραιότητα η βελτίωση των συνθηκών ζωής στις πολυπολιτισμικές κοινότητες, αλλά η ανανέωση των αγορών και των πόλεων σε κτηματομεσιτικό επίπεδο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέβη στο κέντρο του Παρισιού πρόσφατα, όπου κατεδαφίστηκε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και αντί στη θέση του να χτιστούν πολυκατοικίες για να στεγαστούν άνθρωποι που έχουν ανάγκη, ανεγέρθηκαν κτήρια με διαμερίσματα που μπορούν να αποκτήσουν συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις. Την ίδια στιγμή, στα προάστια είναι άδεια σπίτια που μαραζώνουν και κανείς δεν αναλαμβάνει την ανακαίνισή τους.

Οι προθέσεις του Γιούρι περικλείουν μια μελαγχολία. Διότι από τη μία δε θέλει να εγκαταλείψει το σπίτι του, αλλά από την άλλη φτιάχνει ένα «διαστημόπλοιο» για να φύγει. Το οποίο, ακόμα και εάν κατάφερνε να είναι λειτουργικό, δε θα είχε απολύτως κανένα προορισμό. Γνωρίζω πως πρόκειται για συμβολικές πτυχές του σεναρίου, παρόλα αυτά δεν μπόρεσα να μην αισθανθώ αυτό το αδιέξοδο.
Ζ. Τ.: Δεν έχετε άδικο. Εξάλλου, η μελαγχολία που αναφέρετε είναι ενδεχομένως απόρροια της προσπάθειάς μας η ταινία να λειτουργεί και εν μέρει δράμα και εν μέρει σαν κωμωδία. Αν μη τι άλλο, κάπου ανάμεσα δε βρίσκεται και η ίδια η μελαγχολία;

Σχετικά Θέματα