Συνέντευξη

Σίρο Γκέρα: «Αν πας κόντρα στον Αμαζόνιο, αυτός θα σε διαλύσει»

Από -

Ο Κολομβιανός σκηνοθέτης της «Αγκαλιάς του Φιδιού» μιλά στο «α» για το ασπρόμαυρο φιλμ του, που έφτασε μέχρι την πεντάδα των Ξενόγλωσσων Όσκαρ, μια μοναδική καταγραφή του Αμαζονίου, των ανθρώπων και της μυθολογίας του.

Σίρο Γκέρα

Πώς προέκυψε η ιδέα του να διασκευάσεις τα απομνημονεύματα δυο εξερευνητών σε ένα κινηματογραφικό σενάριο;
Ήθελα να κάνω μια ταινία που να είναι ιστορικά και ανθρωπολογικά ακριβής. Έκανα εκτεταμένη και βαθιά έρευνα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Αλλά, όταν ξεκίνησα να δουλεύω με τις ομάδες ιθαγενών που ζούνε στο Αμαζόνιο, κατάλαβα ότι ποτέ η ιστορία δεν είδε τα πράγματα μέσα από τα δικά τους μάτια. Συνειδητοποίησα τότε ότι αυτήν την ταινία θέλω να γυρίσω, αφού κανένας δεν είχε τολμήσει κάτι παρόμοιο. Η οπτική των ιθαγενών ήταν αυτή που θα έκανε το φιλμ μου μοναδικό. Για να είναι πιστή η ταινία μου σε αυτήν την οπτική, έπρεπε και εγώ με τη σειρά μου να μείνω πιστός στη δική τους «αλήθεια», γιατί οι εθνολογικές, ανθρωπολογικές και ιστορικές αλήθειες μας είναι στην πραγματικότητα προϊόντα μυθοπλασίας, όπως ακριβώς τα οράματα των ιθαγενών. Η ιστορική μου ταινία έπρεπε να αναμιχθεί και να «μολυνθεί» από τη μυθολογία του Αμαζονίου.

Ήθελα η ταινία μου να μοιάζει περισσότερο με Ινδιάνικη αφήγηση, παρά με ένα κανονικό φιλμ. Αλλά, όσο έμπαινα μέσα στην «ιθαγενική» μέθοδο αφήγησης, τόσο καταλάβαινα ότι το φιλμ γίνεται ακατανόητο στο κοινό. Είδα ότι χάνω την επαφή με τους θεατές, γιατί έχουμε έναν τρόπο σκέψης και αφήγησης τελείως διαφορετικό από τον δυτικό. Συνειδητοποίησα ότι η ταινία χρειάζεται μια «γέφυρα». Έπρεπε πρώτα να ανοίξω την πόρτα στον διαφορετικό κόσμο που πραγματεύομαι και μετά να ζητήσω από τον θεατή να τον κατανοήσει και να τον σεβαστεί. Έπρεπε να συνομιλήσω με το κοινό και όχι να κάνω έναν μονόλογο.

Διαβάζοντας τα απομνημονεύματα των εξερευνητών, έπεσα πάνω στην ιστορία του Θίοντορ Κοχ-Γκρίνμπεργκ, όταν γνώρισε τους Ταουλιπάνγκ στα σύνορα της Κολομβίας με την Βενεζουέλα. Πέρασε δυο μήνες μαζί τους. Ο Ρίτσαρντ Ίβανς Σόλτες απλώς ακολούθησε τα βήματα του Γκρίνμπεργκ τριάντα χρόνια μετά. Όταν ο Σόλτες συνάντησε τους Ταουλιπάνγκ με τη σειρά του, αυτοί του μίλαγαν συνέχεια για τον μύθο του «σουρουμπούκου». Του πήρε κάποιο καιρό να καταλάβει ότι ο «σουρουμπούκου» ήταν ο Θίοντορ Κοχ-Γκρίνμπεργκ που είχε μετατραπεί σε μύθο με το πέρασμα των χρόνων. Σα να μην έφτανε αυτό, οι ιθαγενείς έβλεπαν τον Σόλτες σαν «σουρουμπούκου» επίσης. Γι’ αυτούς ο Σόλτες ήταν ο ίδιος άνθρωπος με τον Κοχ-Γκρίνμπεργκ. Όταν το διάβασα, μου μπήκε η ιδέα μιας διπλής αφήγησης που θα φανέρωνε τον τρόπο σκέψης των ιθαγενών του Αμαζονίου: Μια ιστορία που θα ειπωθεί μέσα από τις ζωές δυο διαφορετικών αντρών. Μια ψυχή που κατοικεί στις ζωές πολλών ανθρώπων. Τότε είπα στον εαυτό μου «τώρα έχουμε μια ιστορία να πούμε».

Γιατί επέλεξες το ασπρόμαυρο φορμά για την ταινία σου;
Η πρώτη έμπνευση για το φιλμ ήταν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είχαν βγάλει οι εξερευνητές. Αυτές οι εικόνες ήταν απίστευτες. Μιλάμε για δαγεροτυπίες (η πρώτη μέθοδος φωτογράφησης). Όταν τις κοίταζες έβλεπες έναν Αμαζόνιο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που είχες στο μυαλό σου. Από αυτές έλειπε παντελώς η πληθωρικότητα και ο εξωτισμός. Μιλάμε για ένα τελείως διαφορετικό κόσμο και χρόνο. Κοιτάζοντας τις εικόνες, άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτή η ταινία πρέπει να γυριστεί σε μαύρο και άσπρο.

Όταν πήγα στον Αμαζόνιο, συνειδητοποίησα ότι είναι αδύνατο για οποιοδήποτε οπτικό μέσο να αναπαραστήσει ή να δώσει έστω κάποια στοιχεία από την αλήθεια που κρύβει η ζούγκλα. Οι ιθαγενείς που ζούνε εκεί έχουν πενήντα διαφορετικές λέξεις για αυτό που εμείς αποκαλούμε «πράσινο». Σκέφτηκα ότι αν έβγαζα το πράσινο από την οθόνη, θα πυροδοτούσα τη φαντασία του θεατή. Επίσης, κατάλαβα ότι στο ασπρόμαυρο φορμά όλοι είμαστε ίσοι, τόσο οι άνθρωποι όσο και η φύση. Κάθε άνθρωπος, κάθε πουλί, ακόμη και η σταγόνα του νερού είναι αποτυπωμένα στα χρώματα του άσπρου και του μαύρου, δίνοντας μια συνοχή και μια συνέχεια στα πάντα. Αποφάσισα λοιπόν να γυρίσω ασπρόμαυρη την ταινία, ξεπερνώντας τις αντιρρήσεις αρκετών ανθρώπων. Αν με ανάγκαζαν να γυρίσω το φιλμ έγχρωμο, δεν θα το γύριζα καθόλου.

Ο Αντόνιο Μπολίβαρ (αριστερά) είναι ένας από τους δυο ιθαγενείς πρωταγωνιστές της ταινίας

Οι ερμηνείες των ιθαγενών και ιδιαίτερα του ηλικιωμένου Αντόνιο Μπολίβαρ είναι εξαιρετικές. Που τους βρήκες; Είναι επαγγελματίες ηθοποιοί;
Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του σεναρίου μίλησα με πολλούς ιθαγενείς, με αρκετούς ηλικιωμένους και σαμάνους, που δεν ήταν δυνατό να παίξουν στην ταινία. Αισθανόμουν ότι θα ήταν αδύνατο να επικοινωνήσουμε κατά την διάρκεια των γυρισμάτων. Ζούνε σε έναν κόσμο που είναι δύσκολο να κατανοήσουμε. Δεν έβλεπα με ποιον τρόπο θα μπορούσα να τους βάλω μέσα στην ταινία. Θα έπαιρνε δεκαετίες για να βρούμε κοινό σημείο επαφής.

Έτσι, άρχισα να βλέπω οτιδήποτε είχε γυριστεί στον Κολομβιανό Αμαζόνιο, δηλαδή κάποια ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους ταινίες, ψάχνοντας για ιθαγενείς που θα ήταν έστω και ελάχιστα εξοικειωμένοι με το μέσο. Είδα μια μικρού μήκους ταινία που γυρίστηκε πριν από 25 χρόνια, και πρόσεξα έναν άντρα που εμφανιζόταν για δυο μόνο λεπτά. Ήταν μια δυνατή παρουσία –ένας απίστευτα γεροδεμένος άντρας- που μου τράβηξε την προσοχή. Σκέφτηκα «λες να είναι ζωντανός; Πως θα μοιάζει τώρα;». Έψαξα το όνομά του στους τίτλους της ταινίας και έφαγα τον κόσμο να τον βρω. Εντόπισα τελικά το σπίτι του, χτύπησα το κουδούνι και όταν τον είδα μπροστά μου κατάλαβα ότι θα γύριζα επιτέλους την ταινία μου. Αυτός ήταν. Δεν υπήρχε κανένας άλλος που θα μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο. Είναι ένας από τους τελευταίους Οκάινα. Έχουν απομείνει μόνον 16 άνθρωποι από αυτήν τη φυλή. Η γλώσσα τους θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά μέσα στα επόμενα χρόνια. Είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι. Τα μάτια τους είναι μπλε. Ο Αντόνιο είχε εκτοπιστεί εξαιτίας της εκμετάλλευσης καουτσούκ, όταν ήταν ακόμη νέος. Έζησε με τους Χουιτότο, που έχουν διαφορετικό πολιτισμό, αλλά ήταν αυτοί που τους πρόσφεραν καταφύγιο. Έχει μια ζωή που είναι εξαιρετικά κοντά στην ιστορία της ταινίας. Το μόνο πρόβλημα ότι η προηγούμενη κινηματογραφική του εμπειρία ήταν τόσο κακή που δεν ήθελε να ξανακούσει για σινεμά.

Πόσο δύσκολο ήταν να γυρίσεις την ταινία σου στον Αμαζόνιο;
Ξέραμε ότι τα γυρίσματα στη ζούγκλα θα ήταν τουλάχιστον απαιτητικά. Είχαμε ακούσει εφιαλτικές ιστορίες για παραγωγές που έγιναν στη ζούγκλα. Γι’ αυτό δεν προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε τη λογική μιας ξένης παραγωγής στον Αμαζόνιο. Εμείς ήμασταν αυτοί που έπρεπε να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον του Αμαζονίου και όχι το αντίστροφο. Είχαμε την πολύτιμη βοήθεια και την καθοδήγηση των ιθαγενών, οι οποίοι όχι μόνο έγιναν ενεργά μέλη της παραγωγής, αλλά δίδαξαν και σε εμάς πώς να συνεργαστούμε με τη ζούγκλα. Νοιώσαμε τότε ότι το μέρος αυτό, μας βοηθά για να γυρίσουμε την ταινία μας. Αν πας κόντρα στον Αμαζόνιο, θα σε διαλύσει. Και το μέγεθος της παραγωγής μας δεν ήταν τέτοιο που θα μπορούσε να αντέξει μια τέτοια αντιπαράθεση.

Περίμενες την οσκαρική υποψηφιότητα; Σκοπεύεις να εγκαταλείψεις την Κολομβία, κυνηγώντας διεθνή καριέρα μετά από αυτήν την επιτυχία;
Όχι δεν περίμενα ότι η ταινία θα φτάσει στην πεντάδα των Ξενόγλωσσων Όσκαρ. Είναι η πρώτη φορά που μια Κολομβιανή ταινία κέρδιζε οσκαρική υποψηφιότητα. Είναι πραγματικά τιμή, αλλά και μια ευκαιρία για να δουν το φιλμ περισσότεροι θεατές. Με έχουν πλησιάσει ξένοι παραγωγοί, προσφέροντάς μου δουλειές εκτός χώρας. Μάλιστα, έχω ξεκινήσει να ασχολούμαι με δυο από αυτές. Όμως η επιθυμία μου είναι να ζήσω και να κάνω ταινίες στην Κολομβία.

Σχετικά Θέματα