Συνέντευξη

Σιμόν Αμπκαριάν: «Όποτε βρίσκομαι στην Ελλάδα νιώθω πιο δυνατός»

Από -

Ο Γάλλος ηθοποιός Σιμόν Αμπκαριάν, ο οποίος έχει εξαιρετικά στενή επαφή με την Αρμενία - τον τόπο καταγωγής του, αποτελεί έναν από τους πιο αφοσιωμένους και εργατικούς ανθρώπους του σινεμά της γενιάς του. Κάποιοι, ίσως το θυμάστε από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στην ταινία «To Take A Wife» (Ρονίτ & Σλόμι Ελκαμπέτζ, 2004) για τον οποίο μάλιστα βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Οι περισσότεροι, όμως, θα τον έχετε δει να μοιράζεται μια... σιωπηλή σκηνή με τον 007 Ντάνιελ Κρεγκ, στην πρώτη εξόρμηση του τελευταίου ως Τζέιμς Μποντ στο «Casino Royale» (Μάρτιν Κάμπελ, 2006). Έκτοτε ο Αμπκαριάν κάθε άλλο παρά άπραγος έμεινε, μοιράζοντας την καριέρα του ανάμεσα στο σινεμά και το θέατρο. Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε ότι για τη δουλειά του ως ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης στην παράσταση «Electre des Bas-fond» απέσπασε το εξαιρετικά σημαντικό βραβείο Μολιέρ καλύτερης παράστασης, την ύψιστη τιμή στη Γαλλία για όποιον δουλεύει στο θέατρο. Βέβαια, αφορμή για τη διαδικτυακή λόγω πανδημίας συζήτησή μας ήταν η συμμετοχή του στην «Ακρόαση» (Ίνα Βάισε, 2019) πλάι στην εξαιρετική Νίνα Χος, όπου υποδύεται το σύζυγό της. Η Γερμανίδα ηθοποιός ενσαρκώνει μια τελειομανή δασκάλα βιολιού η οποία προετοιμάζει έναν ταλαντούχο μαθητή της για τις εξετάσεις εισαγωγής στο ωδείο. Η αφοσίωσή της, όμως, θα την απομακρύνει από το σύζυγο και τον νεαρό γιο της, ενώ η πίεση την οποία αισθάνεται γίνεται ολοένα και πιο ανεξέλεγκτη.

Πρώτα από όλα θα ήθελα να σας συγχαρώ για το βραβείο Μολιέρ. Πρέπει να αισθανθήκατε περήφανος για την αναγνώριση της δουλειάς σας.
Ευχαριστώ πολύ! Ναι, φυσικά, χάρηκα πάρα πολύ και ήταν μια εξαιρετικά σημαντική τιμή. Απλά, οφείλω να ομολογήσω πως δε βρίσκομαι σε αυτήν τη δουλειά για να παίρνω βραβεία. Εκείνο που προσπαθώ σε όλη τη σταδιοδρομία μου είναι να δίνω τον καλύτερο δυνατό εαυτό μου τη δεδομένη στιγμή. Είναι το πιο ουσιαστικό πράγμα που στοχεύω σε κάθε ρόλο ή δουλειά γενικότερα που αναλαμβάνω. Αν, πάντως, έχω κάποιο σκοπό στη ζωή μου, είναι να αφήνω το χώρο για να έρχονται άνθρωποι οι οποίοι με τις όμορφες ιδέες και τις πρωτότυπες εμπνεύσεις τους να συνεπαίρνουν και εμένα και να με διδάσκουν. Δεν είμαι, βλέπεις, ιδιαίτερα έξυπνος, οπότε αντιλαμβάνεσαι πως αυτό δεν είναι κι ιδιαίτερα δύσκολο για εκείνους. (γέλια)

Ήταν η σκηνοθέτιδα Ίνα Βάισε μία από τους ανθρώπους που αναφέρετε; Γιατί, κιόλας, σας επέλεξε για ένα ρόλο απαιτητικό και πολύπλοκο.
Όταν μου έδωσε το σενάριο, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν πως ο χαρακτήρας μου ζούσε το περιθώριο, στη σκιά της πρωταγωνίστριας. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως είναι ανύπαρκτος. Αντίθετα, έχει ρυθμιστικό ρόλο στη συμπεριφορά της κεντρικής ηρωίδας. Έπειτα, ακριβώς επειδή μια γυναίκα βρίσκεται στο προσκήνιο της αφήγησης, δεν ήθελα να παίξω με έναν υπερβολικό - τυπικά αρσενικό τρόπο, ο οποίος διεκδικεί την προσοχή μέσω της ερμηνείας του. Το να παίξω χαμηλότονα ήταν δική μου επιλογή, για τους λόγους που σας ανέφερα.

Χαμηλότονα μεν, γεμάτα ένταση δε. Οι σκηνές που μοιράζεστε με τη Χος είναι πολύ φορτισμένες συναισθηματικά.
Φυσικά, είναι ζητούμενο της δουλειάς, αυτό πρέπει να πετύχουμε. Αλλά οφείλω να αναφερθώ στη σπουδαιότητα της Νίνα, διότι αδιόρατα με διεύθυνε ώστε να αποδώσουμε στο έπακρο όσα γράφονταν στο σενάριο. Αυτό είναι δείγμα ενός κορυφαίου ηθοποιού, μαζί με το γεγονός πως εκείνη δε μονοπώλησε τις σκηνές. Επέτρεπε και σε εμένα να συμβαδίζω στο παίξιμο, να είμαστε μαζί. Με έκανε να νιώθω ηρεμία και σιγουριά. Σκέψου, δεν πρέπει να υπάρχει ένα κακό πλάνο, απλά κάποια που δε χρησιμοποιήθηκαν. Είναι φοβερό.

Επειδή εκτός από ηθοποιός είστε και δημιουργός έργων, φαντάζομαι λαμβάνετε πολλαπλούς παράγοντες υπόψη όταν επιλέγετε ένα ρόλο;
Εννοείται! Πρώτα από όλα, σημασία έχει η ιστορία. Εάν, επιπλέον, καταφέρνει να κάνει και ένα σχόλιο για τον κόσμο, την κοινωνία και τις πολιτικές ισορροπίες εντός της, ακόμα καλύτερα. Δεν εννοώ να εμπεριέχεται ένα ανοιχτά πολιτικό μήνυμα, αλλά να υπάρχει έστω αδιόρατα, διακριτικά στην υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου, τα πάντα είναι πολιτικά, ακόμα και εάν αυτό το στοιχείο απουσιάζει. Πρόκειται για επιλογή, σε κάθε περίπτωση. Από εκεί και πέρα, φυσικά υπάρχουν περιπτώσεις που σε δελεάζει η ομάδα στην οποία καλείσαι να πάρεις μέρος, οπότε δε γίνεται να μην αποδεχθείς την πρόταση.

banner

Μήπως μια τέτοια συνθήκη ήταν και η «Μποέμικη Ψυχή» (2017) του Τόνι Γκάτλιφ; Αντιλαμβάνεστε πως δε γινόταν να μη σας ρωτήσω για αυτό, από τη στιγμή που υποδυθήκατε έναν Έλληνα...
Όποτε βρίσκομαι στην Ελλάδα νιώθω πιο δυνατός, γιατί αισθάνομαι ότι είμαι σπίτι. Δεν το λέω αυτό μονάχα γιατί είμαι Αρμένιος, αλλά επειδή όλη πνευματική κατασκευή μου προέρχεται από την Ελλάδα. Οι ρίζες μου βρίσκονται στη Μικρά Ασία, επομένως, νιώθω οικεία αυτήν την κουλτούρα. Κι αυτήν τη στιγμή υπάρχει μια μεγάλη δυναμική για τον κινηματογράφο στην Ελλάδα, μπορούν να γυριστούν σπουδαία πράγματα. Το αξίζετε, γιατί τόσα χρόνια μοχθήσατε τρομερά ώστε να αντιταχθείτε στα όσα σας επέβαλλαν, έχοντας να αντιμετωπίσετε όχι μόνο την κρίση αλλά και όσους επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τα πλούτη σας.

Μιας και η πολιτική μπήκε στην κουβέντα, οφείλω να μοιραστώ μαζί σας πως βρήκα συγκινητικό το άρθρο που γράψατε στο «Figaro» σχετικά με την πολεμική σύρραξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (σ.σ.: η συνέντευξη έγινε το Νοέμβριο του 2020, όταν ακόμα οι συγκρούσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη). Πιο συγκεκριμένα, με εξέπληξε ευχάριστα η τελευταία φράση σας, όπου υπόσχεστε πως θα επιστρέψετε στο Ερεβάν για να διοργανώσετε ένα διεθνές θεατρικό φεστιβάλ. Πιστεύετε η τέχνη μπορεί να επιδράσει σαν ένα καταφύγιο για τον κόσμο;
Αντιλαμβάνομαι την τέχνη ως μια μικρή προσωπική επανάσταση. Διότι οι περισσότερες δουλειές γίνονται υπό δύσκολες συνθήκες και μικρή ανταποδοτική ικανότητα. Εάν λοιπόν εγώ και ο κάθε «Σιμόν», μπορεί να πραγματοποιεί στηριζόμενους στις δυνάμεις του μια παράσταση ή μια ταινία - «επανάσταση», τότε ο θεατής θα εμπνευστεί ώστε να το κάνει και εκείνος. Θα μου πείτε, δεν είναι ένα σχολείο ή ένα νοσοκομείο σημαντικότερο από ένα θεατρικό φεστιβάλ; Θα απαντήσω καταφατικά. Ωστόσο, πρόκειται για ένα ανόητο κάλπικο δίλημμα, διότι μεταξύ τους δεν μπαίνουν προτεραιότητες. Οι καλλιτέχνες είναι τα φτερά στα οποία στηρίζονται οι πατρίδες. Εάν δεν έχεις ποιητές, δεν έχεις και χώρα.

Σχετικά Θέματα