Συνέντευξη

Σιαμάκ Ετεμάντι: «Νιώθω περισσότερο Εξαρχειώτης παρά Ιρανός»

Από -

Μιλήσαμε με τον γεννημένο στην Τεχεράνη σκηνοθέτη του «Παρί», ενός πρωτότυπου μεγάλου μήκους ντεμπούτου, που κυκλοφορεί στους κινηματογράφους λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βερολίνου.

Ήμουν παρών στην παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στην Μπερλινάλε. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας βλέποντας την πρώτη ταινία σας σε ένα τόσο σημαντικό φεστιβάλ;
Ήταν υπέροχη εμπειρία, νιώθεις πως δικαιώνεται η δουλειά όλης της ομάδας. Προσωπικά εκείνο που απόλαυσα περισσότερο ήταν η σύνδεση που απέκτησα με το κοινό. Οι συζητήσεις που κάναμε ήταν διαφωτιστικές και το χάρηκα ιδιαίτερα, μιας και στο φεστιβάλ του Βερολίνου έχουν πρόσβαση απλοί θεατές, όχι μόνο επαγγελματίες του σινεμά.

Τότε δεν περιμέναμε πως θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με μια πανδημία. Μάλιστα, αυτό έμελλε να είναι το τελευταίο φεστιβάλ που διεξήχθη κανονικά. Πώς επηρεάστηκε η πορεία της ταινίας από τον κορωνοϊό, παρότι έχει τώρα την ευκαιρία να προβληθεί στους κινηματογράφους;
Η αλήθεια είναι πως είμαστε πολύ τυχεροί, αφού αν το καλοσκεφτείτε για μια-δυο βδομάδες γλίτωσε και έγινε η Μπερλινάλε. Από την άλλη, η ταινία δεν μπόρεσε να πάρει πραγματικά μπρος, γιατί μετά δεν επιτρεπόταν να ταξιδέψουμε στα φεστιβάλ όπου μας είχαν καλέσει. Παρόλα αυτά, είναι μεγάλη η χαρά πως θα κυκλοφορήσει η ταινία και ελπίζω να βρει το κοινό της. Δεν μπορώ παράλληλα παρά να συμπονέσω όλους τους συναδέλφους που είδαν τα σχέδιά τους να ανατρέπονται λόγω της πανδημίας.

Για κάποιον που έχει μεγαλώσει στην Αθήνα, το «Παρί» προσφέρει μια εξολοκλήρου καινούρια ματιά πάνω στην πόλη και την ελληνική εμπειρία. Ίσως εν μέρει να εμπνευστήκατε από τις προσωπικές εμπειρίες σας όταν φτάσατε στην Ελλάδα από το Ιράν.
Γεννήθηκα στην Τεχεράνη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έχω ζήσει στα Εξάρχεια. Με έναν τρόπο νιώθω παραπάνω Εξαρχειώτης από ότι Ιρανός, έτσι ήθελα τα συναισθήματά μου να τα ενσωματώσω σε όσα ζει η Παρί στην ταινία, καθώς εκείνη γίνεται ένα με τα σπλάχνα της πόλης. Προσπάθησα να θυμηθώ και να συμπυκνώσω μέσα σε 90 λεπτά όσα ένιωσα κατά τη μετάβασή μου από τη μια χώρα στην άλλη. Πρόκειται για μια εμπειρία που μπορεί να ζήσει οποιοσδήποτε αλλάζει χώρα και η οποία ενδέχεται να λάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Για αυτό και η ταινία έχει έντονα στοιχεία σασπένς.

Η ταινία μοιάζει πράγματι με έναν εν εξελίξει εφιάλτη.
Αυτό συμβαίνει γιατί ο στόχος μας από την αρχή ήταν να μη δώσουμε ένα ντοκιμαντερίστικο ύφος στο «Παρί». Θέλαμε η πόλη να συνομιλεί με την ηρωίδα και να αντικατοπτρίζει την εσωτερική κατάστασή της, οι δυο τους να βρίσκονται σε συνεχή επαφή. Έτσι η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι ρευστή, ξεκινάει ως ένα κοινωνικό δράμα και εξελίσσεται σε παραισθησιογόνο θρίλερ γεμάτο αγωνία.

Η δύναμη της ταινίας χρωστά πολλά στη σαρωτική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Μελίκα Φορουτάν. Πώς την ανακαλύψατε;
Ομολογώ πως η διαδικασία του κάστινγκ ήταν εξαιρετικά δύσκολη, γιατί έψαχνα μια ηθοποιό η οποία να μπορεί να «κουβαλήσει» όλη την ταινία, μιας και δεν υπάρχει σκηνή χωρίς την κεντρική ηρωίδα. Επιπλέον, εκτός από την υποκριτική αξία, η ηθοποιός που θα επέλεγα χρειαζόταν να έχει και σωματική δύναμη. Πολλά γυρίσματα θα γίνονταν τη νύχτα στη χειμωνιάτικη Αθήνα, έτσι όποια έπαιρνε το ρόλο θα έπρεπε οπωσδήποτε να αντέχει αυτές τις συνθήκες. Η Μελίκα ανταποκρίθηκε πλήρως. Μπορούσε, μάλιστα, να καταλάβει απόλυτα το χαρακτήρα της Παρί, γιατί και η ίδια είναι μια Ιρανή που δε ζει πλέον στη χώρα της. Δουλέψαμε μήνες με την Μελίκα ώστε να νιώσει άνετα στο ρόλο και στη συνέχεια να προσθέσει τα δικά της στοιχεία στην ερμηνεία. Από εκεί και πέρα το πήρε όλο πάνω της.

Εκτός από την αναζήτηση του γιού της, η Παρί ξεκινά ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Στο τέλος είναι αρκετά σαφές το δικό σας σχόλιο απέναντι στην καταπίεση που μπορεί να υπόκειται μια γυναίκα κάτω από ένα βαθιά θρησκόληπτο καθεστώς.
Όταν έγραφα το σενάριο, το πιο σημαντικό ήταν το ζήτημα της ταυτότητας. Πιστεύω πως δε σταματάμε ποτέ να αναζητούμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Πόσω δε μάλλον όταν τα πάντα γύρω μας αλλάζουν συνεχώς και ραγδαία. Επομένως η υπαρξιακή κρίση που βιώνει η Παρί δε διαφέρει πολύ από μία που μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε σήμερα. Γι' αυτό και τα πολιτικά στοιχεία της ταινίας βρίσκονται στο φόντο, ώστε οι θεατές να μπορέσουν να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα, σύμφωνα με τα βιώματά τους.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα