Θέμα

Sci-fi, Covid-19 και η πολιτική του φόβου στο σινεμά

Από -

«Ξέσπασμα»
«Ξέσπασμα»

Από την αρχή της ιστορίας τους οι κινηματογραφικές αίθουσες έβλεπαν τους θεατές να κάνουν ουρά στα ταμεία όχι μόνο για να κλάψουν ή να γελάσουν αλλά και για να τρομάξουν. Με καταστάσεις αληθινές, με πλάσματα φανταστικά, με απειλές υποθετικές. Το σινεμά του φανταστικού, και ειδικότερα αυτό του τρόμου, αποτύπωσε γρήγορα στην οθόνη τους συλλογικούς φόβους μιας ολόκληρης κοινωνίας κι εξελίχτηκε στο πλέον πρόσφορο για πολιτικές αλληγορίες σινε-είδος ήδη από την εποχή του γερμανικού εξπρεσιονισμού.

Τα αδιέξοδα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καταγράφηκαν στο σελιλόιντ («Το Εργαστήρι του Δόκτορος Καλιγκάρι», «Νοσφεράτου», «Μαμπούζε, ο Παίχτης») πολύ νωρίτερα από τη λαϊκή αποδοχή των ναζιστικών ιδεών, ενώ, ξεκινώντας από το «Μωρό της Ρόζμαρυ» και τη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», μια σειρά horror movies ενσωμάτωσαν την αντιηρωική, δυσοίωνη κι απαισιόδοξη αίσθηση που κυρίευσε τις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’60, «προβλέποντας» την ταπεινωτική ήττα στο Βιετνάμ και το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Και οι θεατές βρίσκονταν εκεί για να φοβηθούν... άφοβα, ξορκίζοντας τον (αθόρυβο) πανικό του ενστίκτου.

Μια ανάλογη μαζική ψυχολογική ανάγκη αντανακλούν και οι ταινίες καταστροφής, οι οποίες από τα χιτσ­κοκικά «Πουλιά» εξελίχτηκαν σε μια δεκαπενταετία σε είδος αναφοράς της χολιγουντιανής υπερπαραγωγής. Σεισμοί, πυρκαγιές, τυφώνες, ηφαίστεια, αστεροειδείς, δεινόσαυροι και φυσικά εξωγήινοι επιτίθενται κατά κύματα από τα ’70s και μετά στην ταλαίπωρη ανθρωπότητα, καθώς κάθε απειλή που ξεπηδούσε από το πανί επιβεβαίωνε πως όταν ο πλανήτης καταστρέφεται ο κόσμος ζητά καταφύγιο στην κινηματογραφική αίθουσα.

Το σινεμά του φανταστικού, και ειδικότερα αυτό του τρόμου, αποτύπωσε γρήγορα στην οθόνη τους συλλογικούς φόβους μιας ολόκληρης κοινωνίας κι εξελίχτηκε στο πλέον πρόσφορο για πολιτικές αλληγορίες σινε-είδος ήδη από την εποχή του γερμανικού εξπρεσιονισμού.

Αν όμως η απειλή γίνει πραγματική; Ευτυχώς μέχρι στιγμής ούτε ο κομήτης του Χάλεϊ πήρε ανοιχτή στροφή καθώς περνούσε δίπλα μας, ούτε οι γρουσουζιές των Μάγια επαληθεύτηκαν, ούτε διαστημικοί επισκέπτες έχουν χτυπήσει την πόρτα μας· ούτε καν το ρήγμα του Αγίου Ανδρέα δεν έχει ενεργοποιηθεί. To Covid-19 είναι η πρώτη παγκοσμίων διαστάσεων «καταστροφή» την οποία βιώνουμε μετά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα κι αν έχουμε πάρει ήδη μια γεύση του, αυτό οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις κινηματογραφικές εικόνες, πολύ ισχυρότερες από κάθε λογοτεχνική περιγραφή που είχε τυχόν προηγηθεί.

Όταν, λοιπόν, ξεσπά πανδημία ο κόσμος καταφεύγει στο streaming, αναζητώντας την ασφάλεια μιας επανασυνδεδεμένης κοινότητας, τη συνοχή της οποίας έπληξε ένας (κορονο)ιός. Τις τελευταίες ημέρες όλο και περισσότεροι κατ’ οίκον θεατές αναζητούν ταύτιση με όσα εξελίσσονται γύρω τους στις μολυσματικές προφητείες της μεγάλης και της μικρής οθόνης (όπως η ντοκιμαντερίστικη μίνι σειρά του Netflix «Pandemic: How to Prevent an Outbreak»), με τα «Contagion» του Στίβεν Σόντερμπεργκ και «Ξέσπασμα» του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν να γνωρίζουν σουξέ μεγαλύτερο και από αυτό της πρώτης νιότης τους.

«Contagion»
«Contagion»

Γιατί όμως ειδικά αυτές οι δύο ταινίες μέσα από μια σειρά θεαματικότερων («Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ», «Ζωντανός Θρύλος») ή κινηματογραφικά συναρπαστικότερων («12 Πίθηκοι», «Τα Παιδιά των Ανθρώπων», «Andromeda Strain») επιλογών; Γιατί, απλούστατα, αποτυπώνουν ρεαλιστικότερα από όλες τις υπόλοιπες τις πραγματολογικές λεπτομέρειες μιας επιδημίας και, σαν άλλοι Ιούλιοι Βερν, έχουν εικονοποιήσει με ακρίβεια ενσταντανέ από ένα μέλλον που έχει γίνει πλέον παρόν. Αλλά η προσέγγισή τους στο ίδιο ­γεγονός είναι τελικά παρόμοια;

Ο Σόντερμπεργκ προκρίνει μια ντοκιμαντερίστικη καταγραφή κι αν οι μυθοπλαστικές αυθαιρεσίες του «Contagion» είναι αρκετές, η εστίασή του παραμένει στον τρόπο με τον οποίο θεσμοί, μίντια κι επιχειρήσεις διαχειρίζονται τον μαζικό πανικό και τη δημόσια υγεία. Εδώ η απειλή φέρνει τους ανθρώπους κοντά, η ευθύνη γίνεται συλλογική και οι ήρωες του δράματος αποπροσωποποιούνται καθώς στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον. Οι αφηγηματικοί τόνοι παραμένουν χαμηλοί, αλλά η τελική αίσθηση είναι βαθιά ανησυχητική.

Στο «Ξέσπασμα», αντίθετα, ο ήρωας –ο Δρ Ντάνιελς του Ντάστιν Χόφμαν– είναι μόνος του. Πρώτος εκείνος αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, πριν απ’ όλους τους άλλους ορθώνει το ανάστημά του στους κακούς (όλοι με ονοματεπώνυμο) και είναι βέβαια ο ίδιος που θα δώσει τη σωτήρια λύση: ο λυτρωτικός καταλύτης του δράματος δεν είναι άλλος από την ατομική πρωτοβουλία. Εδώ η δράση του ιού είναι θεαματικότερη και θορυβωδέστερη (κυριολεκτικά εκρηκτική), αλλά η τελική αίσθηση είναι αυτή ενός εφησυχαστικού εξορκισμού. Κάτι που εξαργυρώνεται ευκολότερα στα ταμεία (το φιλμ του Πέτερσεν έκοψε παγκοσμίως τα διπλάσια εισιτήρια από το «Contagion») και αναδεικνύει γλαφυρά την κινηματογραφική και πολιτική διαφορά που κρύβεται πίσω από τη... μάσκα.

Σχετικά Θέματα