Συνέντευξη

Ρομπ Μπράιντον: «Τα πάντα στην Ελλάδα ήταν υπέροχα, μας κακόμαθαν!»

Από -

Το κωμικό έτερον ήμισυ του Στιβ Κούγκαν στη διάσημη σειρά ταινιών του Μάικλ Γουίντερμποτον «Ταξίδι στην…», όπου η υψηλή μαγειρική συναντά μαγευτικές ευρωπαϊκές τοποθεσίες, μας μιλά για τα γυρίσματα στη χώρα μας και τα μέρη που δε θα ξεχάσει ποτέ.

Με έναν παράξενο τρόπο αυτή είναι η ιδανική περίοδος για να κυκλοφορήσει το «Ταξίδι στην Ελλάδα». Γιατί η συγκεκριμένη, όπως όλες οι ταινίες της σειράς, ικανοποιούν την ανάγκη του κοινού για ταξίδι με φίλους, η οποία ειδικά τώρα είναι ίσως πιο επιτακτική από ποτέ.
Νομίζω πως έχετε δίκιο. Ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες, η εικόνα μου με τον Στιβ Κούγκαν να ταξιδεύουμε με άνεση σε υπέροχα μέρη και να τρώμε θεσπέσιο φαγητό ικανοποιεί την ενδόμυχη επιθυμία των θεατών για διαφυγή από τη ρουτίνα. Επομένως, αναμφίβολα σήμερα αυτή η διάσταση των ταινιών εντείνεται ακόμα περισσότερο. Ελπίζω βέβαια με το ελληνικό «Ταξίδι» η θέαση της ταινίας να γίνει ακόμα πιο απολαυστική από τις προηγούμενες. Γιατί ο Μάικλ Γουίντερμποτομ αποτύπωσε την απίστευτη ομορφιά της Ελλάδας χρησιμοποιώντας υπέροχη φωτογραφία, η οποία αναδεικνύει την ελευθερία που νιώσαμε κι εμείς ταξιδεύοντας στη χώρα. Επομένως, θα ήθελα το κοινό να νιώσει αυτήν την ανακούφιση που βιώσαμε κι εμείς.

Αν δεν κάνω λάθος ο Γουίντερμποτομ είχε την ιδέα να έρθετε στην Ελλάδα και να ακολουθήσετε τη διαδρομή του Οδυσσέα;
Ναι, έτσι ακριβώς. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι πως ο Μάικλ προσεγγίζει εμένα και τον Στιβ με ένα κείμενο 60 σελίδων, όπου υπάρχουν αναλυτικά όλες οι πληροφορίες. Ποια χώρα θα επισκεφτούμε, ποιες πόλεις ακριβώς, πού θα φάμε κ.ο.κ. Από εκεί και έπειτα σκιαγραφεί ένα πλαίσιο σεναρίου πάνω στο οποίο κινούμαστε, χωρίς όμως να μας δεσμεύει απόλυτα. Υπάρχουν, για παράδειγμα, προτεινόμενοι διάλογοι που μπορούμε να κάνουμε με τον Στιβ, όμως σχεδόν ποτέ δεν τους ακολουθούμε πιστά. Αυτοσχεδιάζουμε πάρα πολύ κατά τη διάρκεια των λήψεων, σκαρφιζόμαστε συνεχώς νέες ιδέες ή ενσωματώνουμε πράγματα που έχουμε πει στο δείπνο το προηγούμενο βράδυ.
Ο τρόπος του γυρίσματος είναι εξαιρετικά ανταποδοτικός για εμένα ως ηθοποιό, γιατί δουλεύουμε με ένα μικρό συνεργείο και ταυτόχρονα μας δίνεται το περιθώριο να δημιουργούμε καθημερινά κάτι νέο. Επίσης, επειδή στα «Ταξίδια» είμαστε με τον Στιβ σε όλες σχεδόν τις σκηνές, δεν υπάρχει νεκρός χρόνος με κάποιον από εμάς απλώς να κάθεται κάνοντας τίποτα. Μάλιστα, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας όλοι δουλεύαμε με μεγάλη συγκέντρωση φροντίζοντας να κάνουμε την εμπειρία απολαυστική για τον καθένα μας.

Με τον Στιβ Κούγκαν γνωρίζεστε πολλά χρόνια, έχετε εξάλλου συνεργαστεί και εκτός «Ταξιδιών». Επομένως αυτήν τη φορά προσπαθήσατε να τον εκπλήξετε στους αυτοσχεδιασμούς ώστε να δημιουργηθεί κάτι καινούριο;
Πιστεύω πως με τον καιρό έχουμε χαλαρώσει περισσότερο και υπάρχει μεγαλύτερη ζεστασιά μεταξύ μας. Συγκρίνετε αυτό το «Ταξίδι» με το πρώτο στην Αγγλία και θα προσέξετε αμέσως πως εκείνο ήταν αρκετά μελαγχολικό. Προσωπικά, ανέκαθεν μου άρεσε να προσπαθώ να κάνω τον Στιβ να γελάει και στη νέα ταινία μου έχουν πει πολλοί πως φαίνεται να γελάει περισσότερο από ποτέ. Όσον αφορά τον αυτοσχεδιασμό, εξαρτάται από τη φάση στην οποία βρισκόμαστε. Υπάρχουν μέρες που είμαστε γεμάτοι ενέργεια και τα αστεία έρχονται με φόρα, άλλες πάλι που δε μας βγαίνει τίποτα. Όταν συμβαίνει αυτό, χρειάζεται υπομονή. Όμως, ακόμα και τότε, άμα καταφέρω να ξεκαρδιστεί ο Στιβ αξίζει τον κόπο.

Φαντάζομαι πως παρότι υποδύεστε έναν τουρίστα, επειδή την ίδια στιγμή καλείστε να κάνετε τη δουλειά σας ως ηθοποιός, ενδεχομένως να μη συγκρατείτε όλα τα μέρη που επισκεφτήκατε. Παρόλα αυτά υπάρχει κάποια ανάμνηση από την Ελλάδα που σας έμεινε εντονότερα στο μυαλό;
Πράγματι, βρεθήκαμε σε τόσα όμορφα μέρη που μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μόνο ένα... Λάτρεψα την Ύδρα, είναι μοναδική! Έπαθα πλάκα που απαγορεύονται τα αυτοκίνητα και ήταν υποχρεωτική η χρήση των γαϊδουριών. Όσο ήμουν εκεί ένιωσα απίστευτη γαλήνη. Καταπληκτική επίσης ήταν και η Πύλος. Εκεί γυρίσαμε μια σκηνή η οποία δεν μπήκε στην ταινία, όπου επισκεπτόμαστε την παραλία όπου γυρίστηκε το «Mamma Mia!» και περάσαμε τέλεια. Οφείλω εδώ να ομολογήσω πως ήταν όλα υπέροχα στην Ελλάδα, μας κακόμαθαν!
Εν τω μεταξύ, ως Βρετανός μεγάλωσα με μια εικόνα της χώρας συνυφασμένης με τα νησιά. Και έχω μάλιστα επισκεφτεί πολλές φορές την Ελλάδα χωρίς να αποκτήσω άλλη εμπειρία πέρα από αυτήν. Στο «Ταξίδι» όμως πήγαμε στην Πελοπόννησο και έπαθα σοκ από το πόσο πράσινο είχαν τα τοπία. Η ομορφιά τους είναι απερίγραπτη, είστε πολύ τυχεροί που μπορείτε και τα απολαμβάνετε.

Πράγματι έτσι είναι και στην ταινία φροντίζετε να αναδείξετε αυτά τα μέρη. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπάρχει αναφορά και στο προσφυγικό ζήτημα, το οποίο θίγεται στην ταινία έμμεσα, αλλά εύστοχα.
Ο Μάικλ «ευθύνεται» για αυτό. Διότι είχε ήδη έρθει στην Ελλάδα για γυρίσματα και γνώριζε καλά το θέμα. Φαντάζομαι πως ήθελε να κάνει μια νύξη στο κοινό που ενημερώνεται για το προσφυγικό μόνο μέσω ειδήσεων, έτσι δεν του δίνει τη δέουσα σημασία. Όταν όμως βρίσκεσαι εκεί και το βλέπεις, είναι σπαρακτικό, δεν μπορείς να το προσπεράσεις. Είναι έξυπνος ο τρόπος που εισάγει το θέμα στην ταινία ο Μάικλ, γιατί έτσι φαίνεται πως αυτό που αποκαλούμε «ελληνική εμπειρία» για κάποιους ανθρώπους σημαίνει κάτι ολότελα διαφορετικό από αυτό που πιστεύουμε. Και σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με αυτήν που βιώναμε εγώ και ο Στιβ, δύο λευκοί προνομιούχοι άντρες που μεταφερόμαστε από εστιατόριο σε εστιατόριο.

Μιας και το αναφέρατε, είχατε τη δυνατότητα να γνωρίσετε τους κάποιους από τους σεφ;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί τους. Κι όταν συμβαίνει ανταλλάζουμε λίγες τυπικές κουβέντες, άντε να τραβήξουμε και μια φωτογραφία μαζί, αλλά μέχρι εκεί. Αυτό συμβαίνει γιατί συνήθως όταν φτάνουμε στο εστιατόριο τα πάντα είναι ήδη έτοιμα για εμάς. Ξέρω πως στην ταινία όλα φαίνονται πολύ χαλαρά, όμως η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Μην ξεχνάτε πως το συνεργείο και εμείς βρισκόμαστε εκεί για δουλειά, οπότε όλα πρέπει να δουλεύουν ρολόι.
Για να σας δώσω να καταλάβετε, ένα γεύμα γυρίζεται δύο με τρεις φορές, ενδέχεται δηλαδή να φάμε αρκετές φορές τα ίδια ορεκτικά ή κυρίως κ.λπ. μέχρι να βγει η σκηνή. Το καλό αυτήν τη φορά ήταν ότι είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε την Ελλάδα και εκτός γυρισμάτων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά στην Ύδρα πως αφού ολοκληρώναμε τις λήψεις, είχαμε περιθώριο να ανακαλύψουμε μόνοι το νησί χωρίς προκαθορισμένο πρόγραμμα.

Πάντως ακόμα και για κάποιον που ζει στην Ελλάδα, βλέποντας την ταινία είναι σαν να ανακαλύπτει από την αρχή τη χώρα.
Σε αυτό βοηθάει σίγουρα ότι ακολουθούμε τα χνάρια του Οδυσσέα, επομένως δε θα πηγαίναμε σε μέρη όπως η Σαντορίνη για παράδειγμα. Εγώ εκτίμησα ότι ανακάλυψα μια Ελλάδα καταπράσινη, μια εικόνα που ήρθε σε πλήρη αντίθεση με όσα ήξερα. Ελπίζω ειλικρινά οι θεατές στην Ελλάδα να δουν την ταινία σαν ένα γράμμα αγάπης προς στη χώρα, γιατί είναι βέβαιο πως εμείς τη λατρέψαμε.

Αυτό το «Ταξίδι» έχει ένα περισσότερο δραματικό ύφος σε σχέση με τα προηγούμενα, με αποκορύφωμα το τέλος το οποίο όχι μόνο είναι απροσδόκητο, αλλά ολοκληρώνει ιδανικά την ιστορία όλων των ταινιών.
Πράγματι, πολλοί δεν περίμεναν να πάρει αυτήν την τροπή η ταινία. Προσωπικά είμαι πολύ ικανοποιημένος με το τέλος και ένας λόγος είναι ότι εκπλήσσει το κοινό. Είναι γνωστό πως έχουμε πει ότι δεν πρόκειται να γυρίσουμε άλλο «Ταξίδι», τουλάχιστον στο κοντινό μέλλον, αλλά ακόμα κι έτσι το κλείσιμο μοιάζει εξαιρετικά ταιριαστό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά