Κριτική

Πρόσωπο με Πρόσωπο

Από -

Το 1976 είναι μια χρονιά που μάλλον θα ήθελε να ξεχάσει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μιας και τον Ιανουάριο θα συλλαμβανόταν για φοροδιαφυγή. Παρότι αργότερα απαλλάχθηκε από την κατηγορία, το όλο περιστατικό συγκλόνισε βάναυσα την ψυχολογία του Σουηδού σκηνοθέτη, ο οποίος υπέστη νευρικό κλονισμό και πέρασε μάλιστα ένα μικρό διάστημα σε ψυχιατρική κλινική. Κατά ειρωνική σύμπτωση, την ίδια χρονιά ο δημιουργός παρέδωσε το «Πρόσωπο με Πρόσωπο», ένα υποψήφιο για δύο Όσκαρ φιλμ (σκηνοθεσίας, α’ γυναικείου ρόλου), στο οποίο η πρωταγωνίστρια (Λιβ Ούλμαν) καταρρέει εξαιτίας μιας αιφνίδιας κρίσης που την οδηγεί στα όριά της.

Το γεγονός πως η ηρωίδα εργάζεται ως ψυχίατρος μικρή σημασία έχει όταν ασθενής είναι η ίδια, χωρίς φαινομενικά κανένας να είναι σε θέση να τη βοηθήσει. Ο επίσης ψυχίατρος σύζυγός της λείπει στην Αμερική μαζί με την κόρη τους, ενώ η ιδέα του χαρακτήρα της Ούλμαν να περάσει τις μέρες της απουσίας τους στο πατρικό της απλώς επιταχύνει την κατάπτωση της ήδη βεβαρημένης ψυχολογίας της.

Τα υπαρξιακά άγχη που έτσι κι αλλιώς διατρέχουν το έργο του Μπέργκμαν («Άγριες Φράουλες», «Η Έβδομη Σφραγίδα») εδώ απεικονίζονται χωρίς το άλλοθι του ονείρου ή του παραμυθιού και μπαίνουν ατόφια στο μικροσκόπιο. Ο παραλυτικός φόβος του θανάτου και η εκκωφαντική σιωπή της μοναξιάς αποκτούν χειροπιαστές ιδιότητες στις αφοπλιστικές κρίσεις πανικού που βιώνει η ηρωίδα ανά πάσα ώρα και στιγμή. Η απεικόνισή τους δε γίνεται τόσο πειστική, ειδικά τις στιγμές που δεν ξεχωρίζει το παραλήρημα από την πραγματικότητα, έτσι ώστε όταν ο Μπέργκμαν εισάγει στην αφήγηση την απόπειρα αυτοκτονίας, η ιστορία λαμβάνει μακάβριες και βαθιά ανησυχητικές διαστάσεις. Για πρώτη φορά, αυτή η προοπτική εξετάζεται ευθέως από τον τότε 58χρονο δημιουργό, ο οποίος μοιάζει σαν μέσω της ταινίας να κοιτά κατάματα την άβυσσο των δικών του φόβων, αναζητώντας το σθένος να τους ξεπεράσει.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, είναι εμφανή τα σημάδια κόπωσης στη σκηνοθετική λογική του Σουηδού, ο οποίος άλλοτε επιμένει στις ψυχογραφικές αναλύσεις ή επαναπαύεται στους προφανείς –για τα δεδομένα του– συμβολισμούς. Προτού επικρατήσει η εντύπωση πως ο Μπέργκμαν επαναλαμβάνει με μια δόση υπερβολής το γνωστό αυστηρό, αισθητικά αψεγάδιαστο ύφος του, η «υπερηχητική» ερμηνεία της Ούλμαν έρχεται να καλύψει τις όποιες αδυναμίες, καθώς η απαράμιλλη υποκριτική δύναμη της ηθοποιού διαπερνά σαν σφαίρα την οθόνη. Το πρόσωπό της θαρρείς ραγίζει στ’ αλήθεια όταν ο χαρακτήρας της βιώνει μια απόγνωση που διαβρώνει τα εσώψυχά της, χωρίς κάποιον οφθαλμοφανή λόγο, η οποία όταν τελειώσει δεν φέρνει απλώς ανακούφιση αλλά την αναβολή του αναπόφευκτου τέλους. Το πικρό χαμόγελο της ηθοποιού λίγο πριν από το φινάλε υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει αψεγάδιαστη ψυχοσύνθεση, πως όλοι οι άνθρωποι είναι τρωτοί απέναντι στην αγωνία για λίγη ζωή ακόμα.

Σουηδία. 1976. Διάρκεια: 114΄. Διανομή: WEIRD WAVE.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά