Κριτική

Πού Πάω, Θεέ μου;

Από -

Φάρσα προσχηματικής πλοκής, αλλά πετυχημένου τις περισσότερες φορές λαϊκού χιούμορ, η οποία σατιρίζει μεσογειακές, αλλά και βορειοευρωπαϊκές κοινωνικές συμπεριφορές.

Η πιο επιτυχημένη ταινία όλων των εποχών (σε απόλυτα νούμερα) στο ιταλικό box office είναι μια άνιση, αλλά ξεκαρδιστική κατά στιγμές σάτιρα μιας καθημερινότητας που θα μπορούσε να ήταν και αμιγώς ελληνική. Αυτή του δημοσίου υπαλλήλου, όπως τη διηγείται ένας 40άρης Ιταλός στον αρχηγό μιας άγριας φυλής Αφρικανών. Βυθισμένος στη δημοσιοϋπαλληλική ρουτίνα λοιπόν, ο Κέκο πέφτει θύμα του νέου νόμου περί κινητικότητας και εθελούσιας εξόδου. Αντιστέκεται όσο μπορεί, αλλά η κυβερνητική υπεύθυνη είναι αποφασισμένη να τον στείλει μέχρι και… τον Βόρειο Πόλο για να τον κάνει να παραιτηθεί.

Όταν ο ήρωας μας φτάνει εκεί, η μέχρι τότε φάρσα προσχηματικής πλοκής, αλλά πετυχημένου τις περισσότερες φορές λαϊκού χιούμορ, αρχίζει να αποκτά μια στοιχειώδη αφηγηματική συνέχεια, στρέφοντας τα σατιρικά της βέλη στις κλισέ, αλλά ως επί το πλείστον αληθινές αντιθέσεις μεσογειακών και βορειοευρωπαϊκών κοινωνικών συμπεριφορών. Μικρές αστείες βινιέτες, έξυπνα one liners και χοντροκοπιές συνεχίζουν να συνδυάζονται με στακάτο ρυθμό, ο οποίος ξεχαρβαλώνεται όσο πλησιάζουμε στο βιαστικό, χαζοχαρούμενο φινάλε, δίνοντας όμως χρόνο στον χαρισματικό κωμικό Κέκο Ζαλόνε να δημιουργήσει ένα ζωντανό, επιθεωρησιακού τύπου (και όχι πάντα συμπαθή) διασκεδαστικότατο χαρακτήρα.