Κριτική

Peterloo

Από -

«Κάποια πράγματα καλυτερεύουν, κάποια μένουν πάντοτε τα ίδια», απαντά στη σύζυγό του ένας εργάτης όταν εκείνη τον ρωτάει για το μέλλον, αλλά και το νόημα της μεγάλης πορείας που ετοιμάζεται να κάνει την επαύριο ο λαός του Μάντσεστερ. Βρισκόμαστε στην αγγλική μεγαλούπολη του βορρά τον Αύγουστο του 1819, όταν μια σειρά από άδικους νόμους και η γενικότερη κυβερνητική πολιτική απαξίωσης των λαϊκών στρωμάτων έχουν σπρώξει το σύνολο των μη προνομιούχων στην απόγνωση. Έτσι, ο φρέσκος αέρας δημοκρατικής μεταρρύθμισης που φυσά σ’ όλη τη χώρα φτάνει και στην κομητεία του Λάνκασαϊρ, η οποία δεν έχει καν αντιπρόσωπο στο εθνικό κοινοβούλιο.

Θέλοντας να υπερασπιστούν τα στοιχειώδη δικαιώματά τους, πάνω από 60.000 πολίτες θα συγκεντρωθούν ειρηνικά στην πλατεία Σεντ Πίτερς, όπου ο παθιασμένος ρήτορας Χένρι Χαντ θα απευθυνθεί στο πλήθος. Πριν καν τελειώσει το λόγο του, όμως, οι αρχές (δημοτικές, δικαστικές, πολιτειακές και θρησκευτικές) διατάζουν το στρατό να επέμβει δυναμικά, με αποτέλεσμα μια αναίτια εκατόμβη που άφησε πίσω της δεκαπέντε νεκρούς κι εκατοντάδες τραυματίες. Έμεινε στην ιστορία ως «Σφαγή του Πίτερλου», αναφορά στον Σεντ Πίτερ και το πεδίο μάχης του Βατερλό (Waterloo), το οποίο είχε λάβει χώρα πριν τέσσερα χρόνια.

Στην εποχή του θυελλώδους Brexit ο Μάικ Λι αποφασίζει να ανοίξει το μεγάλο βιβλίο της βρετανικής ιστορίας σε μια από τις μελανότερες σελίδες του. Με μια φροντισμένη παραγωγή, την οποία εξασφάλισε με χρηματοδότηση του Amazon, χρησιμοποιεί τη φόρμα του ιστορικού δράματος για να σχολιάσει κάποια πράγματα που βελτιώθηκαν και κάποια που παραμένουν πάντοτε τα ίδια. Χωρίς βασικό πρωταγωνιστή και μοιράζοντας το δραματικό του βάρος σε διάφορους χαρακτήρες και από τις «δυο μεριές», ζωγραφίζει με αφηγηματική υπομονή και επιμονή στη λεπτομέρεια ένα ιστορικό φρέσκο, όπου πρόοδος και συντήρηση, μισαλλοδοξία και εγκαρτέρηση, δημοκρατία και αυταρχισμός συγκρούονται μετωπικά με καθαρά ταξικούς όρους.

Μεγάλες σε διάρκεια διαλογικές σκηνές, που μπορεί κατά στιγμές να κουράζουν, ζωηροί χαρακτήρες με διαφορετικές απόψεις πάνω στα πράγματα, μεθοδικό χτίσιμο της έντασης, η οποία θα κορυφωθεί στη μεγάλη σκηνή του φινάλε, και μια αντιδραματοποιημένη αντιμετώπιση της σφαγής που προκρίνει έναν παλιομοδίτικο, μα βαθύ ρεαλισμό. Μια ένδοξη πολεμική στιγμή (Βατερλό) σηκώνει την αυλαία του δράματος και μια ντροπιαστική παρωδία της την κλείνει. Στο τέλος, όρθια στο πεδίο της κινηματογραφικής μάχης στέκονται τα πολιτικοκοινωνικά μηνύματα που πριμοδοτεί ο Λι (θυμίζοντας έντονα το «Γη και Ελευθερία» του Κεν Λόουτς), επιλέγοντας να είναι πριν απ’ όλα απλός, εύληπτος και επίκαιρος.

Σχετικά Θέματα