Συνέντευξη

Πέδρο Αλμοδόβαρ: «Κάνω ταινίες για γυναίκες, διότι μέσα από αυτές ανακάλυψα τη ζωή»

Από -

Ο Ισπανός διάσημος σκηνοθέτης μιλάει για τις γυναίκες­, τις αγαπημένες του ταινίες, τη δεκαετία του ’80 και, ­φυσικά, τη «Julieta», τη δυναμική επιστροφή του στο δράμα χαρακτήρων.

Ακόμη μία ταινία με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα...
Η προηγούμενη βέβαια­ δεν ήταν, αλλά είναι αλήθεια πως οι θηλυκές ηρωίδες μού ταιριάζουν περισσότερο, ίσως διότι ανακάλυψα τη ζωή μέσα από τις γυναίκες. Η Λα Μάντσα, όπου μεγάλωσα, είναι ένα άγονο, ξερό μέρος και η δεκαετία του ’50 ήταν δύσκολη εποχή. Πέρασα την παιδική μου ηλικία δίπλα στη μητέρα μου και στις φίλες της, τις γυναίκες της γειτονιάς. Όταν μιλούσαν μεταξύ τους, ανά δύο ή όλες μαζί, ένιωθαν ελεύθερες κι έλεγαν υπέροχες ιστορίες ή κουτσομπόλευαν αυτά που γίνονταν στο μικρόκοσμό μας – αλλά για μένα ήταν και αυτά σαν παραμύθια, σαν μυθοπλασία.

Οπότε πόσα πράγματα από αυτά­ που βλέπουμε στις ταινίες σας έρχονται κατευθείαν από τη δική σας ζωή;
Νομίζω ότι τα πάντα ξεκινούν από γεγονότα που έζησα και ανθρώπους που γνώρισα, αλλά ώσπου να φτάσουν στην οθόνη εξελίσσονται με το δικό τους τρόπο. Δουλεύω πάνω σε πράγματα που ξέρω, πράγματα που είδα, έζησα, έμαθα γι’ αυτά ή ακόμη και τα φαντάστηκα, τα οποία βέβαια μπορεί να συναντήσω παραλλαγμένα σε ένα μυθιστόρημα –μου αρέσει να παίρνω έμπνευση από βιβλία– και να πω: «Για δες τι όμορφα τα τοποθετεί και τα αναπτύσσει. Ας ξεκινήσω λοιπόν από αυτό».

Τι ενδιαφέρον βρήκατε στα διηγήματα της Άλις Μονρό, τα οποία διασκευάσατε για τη «Julieta»;
Η ιδέα είναι παλιά, αλλά το αρχικό­ σχέδιο ήταν να γυριστεί η ταινία στον Καναδά. Η ιστορία μιας κοπέλας η οποία διακόπτει κάθε σχέση με τη μητέρα της μπορεί να γίνει εύκολα πιστευτή σε μια βορειοαμερικανική κοινωνία, όχι όμως και στην ισπανική. Εκεί ακόμη και όταν τα παιδιά φεύγουν μακριά από την οικογένειά τους για να σπουδάσουν, δεν κόβουν ποτέ τους δεσμούς με τους γονείς τους. Κάνοντας τις προετοιμασίες για τα γυρίσματα όμως, κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσα να περάσω πέντε μήνες από τη ζωή μου σε ένα τόσο κρύο και ξένο για μένα περιβάλλον.

Σκεφτήκαμε τη Νέα Υόρκη, αλλά βγήκε στην επιφάνεια η μόνιμη ανασφάλεια που έχω με την ξένη γλώσσα, την οποία δεν μπορώ να καταλάβω­ όπως τα ισπανικά. Δεν τα παράτησα­ όμως. Μου έγινε έμμονη ιδέα να μεταφέρω την πλοκή των διηγημάτων στη μεσογειακή πραγματικότητα και να αναζητήσω το πώς θα συγκρουστούν μέσα σε αυτήν ιδέες όπως η απώλεια, η εκδίκηση, η κυριαρχία και όλα όσα μπορούν να ενώσουν ή σε άλλες συνθήκες να χωρίσουν τους ανθρώπους.

Και όλα αυτά συνυφασμένα με παιχνίδια της μοίρας που μοιάζουν να περιφρονούν τη θέληση και τα σχέδια των ανθρώπων.

Έτσι πιστεύω ότι γίνεται και στην καθημερινή ζωή, χωρίς να έχω μεταφυσικές διαθέσεις φυσικά. Απλώς αυτά που μας συμβαίνουν και δεν μπορούμε να τα προβλέψουμε ή δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε, να τα αποδεχτούμε αν θέλετε, από την αρχαία Ελλάδα ήδη τα ονομάζαμε μοίρα. Άλλοτε είναι αστεία, συχνά όμως αποδεικνύονται υπερβολικά και τραγικά, πράγμα που με συναρπάζει. Γι’ αυτό έχω μια ιδιαίτερη αγάπη στο μελόδραμα.

Η ταινία σας είναι πράγματι ένα καθαρό δράμα, δεν έχει καθόλου χιούμορ.
Θαρρώ πως ξέδωσα στην προηγούμενη... Είναι το τέλος της ιστορίας που επιβάλλει αυτό το ύφος, το οποίο πιστεύω πως εδώ δεν είναι καθόλου μελοδραματικό. Προσπάθησα να διατηρήσω μιαν αίσθηση εκκρεμότητας στο φινάλε και να κορυφώσω το δράμα χωρίς κλάματα και οιμωγές. Ήθελα η έκφραση του πόνου και αυτή η γλυκιά θλίψη να περάσει μέσα από τα βλέμματα και τις εκφράσεις.

Η «Julieta» εξελίσσεται σε δύο χρονικές περιόδους. Η μία είναι το παρόν και η άλλη η δεκαετία του ’80, η απολύτως αγαπημένη σας...
Δεν ξέρω αν ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, ωστόσο ήταν η περίοδος που κατάλαβα πως μπορούσα να αλλάξω την εικόνα του κόσμου μου κοιτάζοντάς τον μέσα από την κάμερα. Ήμουν τυχερός, ­διότι ως νέος έζησα πολλά πράγματα και με ταχύτητα, στα όρια. Όταν ενηλικιώθηκα, η Ισπανία ζούσε την αποκατάσταση της δημοκρατίας και υπήρχε ένας αέρας απόλυτης ελευθερίας. Αν ξεκινούσα δέκα χρόνια νωρίτερα, θα έκανα ένα τελείως δια­φορετικό σινεμά. Ίσως κι αν ξεκινούσα δέκα χρόνια αργότερα...

Πόσο μεγάλη επαφή έχετε με τη σημερινή γενιά του Facebook και των selfies;
Θα έλεγα πως είμαι παρών σε αυτήν την πραγματικότητα, αλλά με παθητικό τρόπο. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω ταινία για τη νέα γενιά, καθώς ξέρω μερικά πράγματα γι’ αυτήν, αλλά όχι την ουσία, την αληθινή ταυτότητά της. Selfies δεν βγάζω πάντως και είμαι καινούργιος­ χρήστης του Facebook. Θα μπορούσα να πω περισσότερα για τον αγώνα των νέων­ να βρουν δουλειά, να βρουν μια ιδεολογία να τους εμπνεύσει, αλλά για τη σχέση τους με τα social media και το πώς βλέπουν τον κόσμο μέσα από αυτά μάλλον όχι.

Κοιτάζοντας προς τα πίσω, ποια θα λέγατε ότι είναι η πιο αγαπημένη από όλες σας τις ταινίες;
Δεν μπορώ να διαλέξω μία, όμως υπάρχουν κάποιες οι οποίες σηματοδοτούν μια αλλαγή στην καριέρα μου και ίσως γι’ αυτό μου φαίνονται πιο ενδιαφέρουσες. Ο «Νόμος του Πόθου» από τη δεκαετία του ’80, το «Όλα για τη Μητέρα μου» από το ’90 και από τα πιο πρόσφατα χρόνια το «Μίλα της» και η «Κακή Εκπαίδευση», την οποία θεωρώ την πιο δύσκολη και τολμηρή ταινία μου.

Σχετικά Θέματα