Πάνος Κούτρας

«Η Ελλάδα είναι μια χώρα που βασίζεται σε υποκριτικές σχέσεις»

Από , -

Η «Στρέλλα» του Έλληνα τολμηρού σκηνοθέτη απορρίφθηκε από το Κέντρο Κινηματογράφου, αλλά έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ Βερολίνου και συνεχίζει για πέμπτη εβδομάδα το επιτυχημένο ταξίδι της στις γαλλικές αίθουσες. Τον συναντήσαμε λίγο μετά τον πρόσφατο επαναπατρισμό του, συζητώντας για το πολυσύνθετο έργο του, τις (σ)τρελές δυσκολίες της προετοιμασίας και τη ζωή σε αυτήν την πόλη.

banner

Έχεις κάνει τρεις ταινίες που, αν και έχουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ τους, υπηρετούν διαφορετικά είδη…
Πράγματι, μου αρέσει ν’ ανακατεύω πράγματα και κινηματογραφικά είδη για να πω μια ιστορία. Από την άλλη, όμως, όλες μου οι ταινίες μιλούν στην πραγματικότητα για το ίδιο πράγμα. Για ένα παιδί, ένα «τραυματισμένο» αγόρι. Αυτό συμβαίνει γιατί πάντοτε κάνω προσωπικές ταινίες.
Η αλλαγή του στιλ έχει να κάνει με το πέρασμα των χρόνων και με το πώς αυτά αφήνουν τα σημάδια πάνω σου;
Ναι, για παράδειγμα, έχω πάρει δέκα κιλά από τον «Μουσακά» (γέλια)… Ένα κιλό το χρόνο. Η αλήθεια είναι ότι δεν νομίζω ότι αλλάζω. Η «Στρέλλα» ήταν μια ιδέα που είχα στα 17 μου. Οπότε δεν αισθάνομαι ότι κάνω τώρα κάτι που δεν θα έκανα και πριν από 15 χρόνια.
Θα ξαναγύριζες δηλαδή μια ταινία όπως η «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά»;
Ναι. Αν έβρισκα μια αντίστοιχη ιδέα που θα με συγκινούσε, εννοείται. Βέβαια, ο «Μουσακάς» ήταν μια ταινία που έκανα με πολύ θυμό. Θυμό εναντίον όλων και, φυσικά, του ίδιου μου του εαυτού. Ήταν ένα ξόρκισμα για μια πολύ κακή περίοδο που είχα περάσει.
Στη «Στρέλλα» τι υπάρχει;
Η επιθυμία της συμφιλίωσης σ’ ένα προσωπικό επίπεδο.
Τελικά ποιος είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο Γιάννης ή η Μίνα;
Και οι δύο. Η «Στρέλλα» βασίζεται σε μια δουλεμένη ιδέα που είχα στο μυαλό μου εδώ και πολλά χρόνια και την οποία είχα μοιραστεί με αρκετούς φίλους. Μόλις τελείωσα την «Αληθινή Ζωή», αποφάσισα από σκέψη να τη μετατρέψω σε ταινία, πήρα τηλέφωνο τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη, πέρασε από το σπίτι και σ’ ένα απόγευμα φτιάξαμε το σκελετό. Μετά, όμως, ρίξαμε πολλή δουλειά στο σενάριο, για να το τελειοποιήσουμε και να λειτουργήσουν όλα τα πράγματα όπως θέλαμε. Αυτό ήταν που με πείραξε περισσότερο όταν το απέρριψαν από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.
Πες μας δυο λόγια για το καστ… Τελικά, αν θες να βρεις τρανσέξουαλ ηθοποιό, πού πας;
Στη Συγγρού… (γέλια) Άρχισα το κάστινγκ με άντρες και γυναίκες ηθοποιούς, αλλά αυτό δεν λειτούργησε καθόλου. Είπα, λοιπόν, ότι αν είναι να γυρίσω την ταινία, θα την κάνω με trans πρωταγωνίστρια, η οποία θα έχει μάλιστα όλα τα χαρακτηριστικά που ήθελα. Πίσω βέβαια από αυτή μου την επιλογή υπήρχε και μια πολιτική θέση, επειδή οι τρανσέξουαλ είναι μία από τις πιο ταλαιπωρημένες μειονότητες, έχουν μια πολύ ανατρεπτική εικόνα και γι’ αυτό περιθωριοποιούνται αυτόματα. Αλλά δυσκολεύτηκα πολύ να βρω αυτό που ήθελα. Φαντάσου ότι τη Μίνα τη βρήκα έπειτα από εννιά μήνες, λίγο προτού εγκαταλείψω την ταινία μου απογοητευμένος. Ο Γιάννης Κοκιασμένος είχε διαβάσει από πολύ νωρίς το σενάριο, του άρεσε και ήθελε να συμμετάσχει. Πάντως, μη νομίζεις ότι υπάρχουν πολλοί άντρες ηθοποιοί που θα δέχονταν να παίξουν με έναν μη επαγγελματία και να έχουν ερωτική σκηνή με μια τρανς… Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λίγοι ενδιαφέρθηκαν.
Οι περισσότεροι ηθοποιοί σου, πάντως, δεν ήταν επαγγελματίες…
Ναι, και γι’ αυτό δουλέψαμε απίστευτα σκληρά, τρώγοντας πολλές ώρες στις πρόβες. Η Μίνα παράτησε ό,τι έκανε στη ζωή της μέχρι εκείνη τη στιγμή για ν’ ασχοληθεί με τη «Στρέλλα». Ένα χρόνο μάς πήρε το κάστινγκ κι άλλον έναν οι πρόβες – με τη Μίνα συναντιόμασταν τρεις φορές την εβδομάδα επί 12 μήνες! Πάντως, το αποτέλεσμα με ικανοποίησε απόλυτα, ξεπερνώντας τις προσδοκίες μου. Νομίζω ότι οι ερμηνείες βγάζουν ακριβώς αυτό που ήθελα, μια αδιάψευστη αλήθεια.
Είναι πολύ ιδιαίτερος ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις την Αθήνα στην ταινία σου. Ειδικότερα τη νύχτα, πέφτει πάνω της ένας περίεργος τεχνητός φωτισμός…
Αυτό ήταν μια οδηγία που έδωσα στη διευθύντρια φωτογραφίας μου, γιατί υπάρχει και μια ευθεία σχέση με το στόρι. Ο Γιώργος είναι ηλεκτρολόγος και η Μίνα έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στα μαστορέματα. Από την άλλη, στην ταινία φωτίζεται ένας κρυφός κόσμος, αυτό που εγώ αποκαλώ cheap glamour και το οποίο λατρεύω. Η Αθήνα παίζει σημαντικό ρόλο σε όλες τις ταινίες μου, γιατί είμαι ένα παιδί που μεγάλωσε σε αυτήν την πόλη, αλλά ταυτόχρονα αισθάνομαι τρομερά αποξενωμένος απέναντί της. Πάντοτε αισθανόμουν ξένος.
Πιστεύεις ότι ανήκεις σε μια μειονότητα;
Ανήκω σε μια μειονότητα –που θέλω να πιστεύω ότι είναι μεγάλη–, η οποία ζει σε μια άλλη Ελλάδα. Δεν πάω στο γήπεδο, δεν πάω στο καφενείο, δεν έχω πάει σε σκυλάδικο, δεν βλέπω τηλεόραση.
Πιστεύεις ότι μιλάς τη γλώσσα του περιθωρίου;
Εγώ πιστεύω ότι είμαι πολύ βαρετός άνθρωπος, ο οποίος επιζητά τα πιο απλά πράγματα στη ζωή του. Οι άλλοι με βλέπουν σαν μειονότητα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που βασίζεται σε υποκριτικές σχέσεις και δεν υπάρχουν εκείνα τα μυαλά που θα βγουν και θα πουν κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα η διανόηση σιωπά και ο καθένας βολεύεται με αυτό που έχει…