Θέμα

Όταν οι Ιάπωνες σκηνοθέτες ταξιδεύουν εκτός συνόρων

Από -

«Η Αλήθεια» (2019)
«Η Αλήθεια» (2019)

H κατάκτηση του Χρυσού Φοίνικα το 2018 με τους αριστουργηματικούς «Κλέφτες Καταστημάτων» ήταν το εισιτήριο για τον Χιροκάζου Κορεέντα να αφήσει την Ιαπωνία και να στήσει την κάμερά του επί ευρωπαϊκού εδάφους. Λίγοι καταξιωμένοι συνάδελφοί του έχουν τολμήσει κάτι αντίστοιχο στο παρελθόν, ο Κορεέντα όμως είχε πολλούς, καλούς λόγους να το επιχειρήσει. Στην «Αλήθεια» διαχειρίζεται ένα καστ γεμάτο αστέρια, με πρωταγωνιστική τριάδα τους Κατρίν Ντενέβ, Ζιλιέτ Μπινός και Ίθαν Χοκ.

Η Μπινός είχε προτείνει, μάλιστα, με ενθουσιασμό στον Κορεέντα να συνεργαστούν και να που τώρα υποδύεται τη σεναριογράφο κόρη της Ντενέβ, η οποία με τη σειρά της ενσαρκώνει έναν σχεδόν αυτοβιογραφικό ρόλο. Πρόκειται για μια διάσημη ηθοποιό στη δύση της καριέρας της, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τα λάθη του παρελθόντος καθώς λανσάρει τα απομνημονεύματά της. Στην «Αλήθεια» ο Κορεέντα διατηρεί απαράλλακτο το ενδοσκοπικό σκηνοθετικό στιλ του, προσαρμόζοντας σε αυτό τις ερμηνείες εμβληματικών ηθοποιών, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις μιας διεθνούς παραγωγής. Γεγονός που κάποιοι Ιάπωνες σκηνοθέτες βρήκαν εξαιρετικά δύσκολο και σε κάποιους άλλους παραλίγο να στοιχίσει την καριέρα τους.

Ο Γολγοθάς του Ακίρα Κουροσάβα

Παρότι βαθιά εξοικειωμένος με τη δυτική κουλτούρα, ο σπουδαίος δημιουργός («Ρασομόν», «Ο Καταδικασμένος») δεν κατάφερε να προσαρμοστεί σε αυτόν τον εναλλακτικό τρόπο δουλειάς, ενώ απροσπέλαστο αποδείχτηκε για εκείνον και το ζήτημα της γλώσσας. Στο τελευταίο οφείλεται η αποτυχία της πρώτης αμερικανικής συνεργασίας του, του «Τραίνου της Μεγάλης Φυγής» (1966). Η μεγάλη καθυστέρηση της αγγλικής μετάφρασης του σεναρίου σε συνδυασμό με τις διαδοχικές αναβολές των γυρισμάτων οδήγησαν στην πλήρη εγκατάλειψη της παραγωγής, την οποία ανέλαβε τελικά, ύστερα από είκοσι χρόνια, ο Αντρέι Κοντσαλόφσκι.

«Ντερσού Ουζαλά» (1975)
«Ντερσού Ουζαλά» (1975)

Ακολούθησε ένα project που έφτασε τον Κουροσάβα στα όριά του. Ο λόγος για την παραγωγής 20th Century Fox «Εποποιία του Περλ Χάρλμπορ», ένα πολεμικό φιλμ για την αμερικανική και την ιαπωνική οπτική πάνω στην ιστορική μάχη, γυρισμένο από σκηνοθέτες των δύο χωρών. Τα προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους σχεδόν αμέσως: αποδείχτηκε πως ο Ντέιβιντ Λιν δεν θα ήταν το σκηνοθετικό του έτερον ήμισυ, ο προϋπολογισμός μειώθηκε, το ίδιο και η διάρκεια του ιαπωνικού μέρους. Ο Κουροσάβα εγκατέλειψε τα γυρίσματα έπειτα από τρεις εβδομάδες, μια και οι Αμερικανοί θεωρούσαν παράλογες τις μεθόδους του, γι’ αυτό και τον απέλυσαν λόγω «εξάντλησης». Η δικαίωση ήρθε για τον σκηνοθέτη από την ΕΣΣΔ και το θρυλικό στούντιο Mosfilm. Το γυρισμένο στη Σιβηρία «Ντερσού Ουζαλά» άφησε τον Κουροσάβα ψυχολογικά εξουθενωμένο, αλλά με ένα Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στα χέρια.

Ο διεθνής προβοκάτορας

«Max, Mon Amour» (1986)
«Max, Mon Amour» (1986)

Σε αντίθεση με τον Κουροσάβα, ο Ναγκίσα Οσίμα γνώριζε άπταιστα αγγλικά, γεγονός που φρόντισε να εκμεταλλευτεί και στη δουλειά του. Μετά τα ριζοσπαστικά «Η Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» και «Η Αυτοκρατορία του Πάθους», συνεργάστηκε με τον αμίμητο Ντέιβιντ Μπόουι στο αγγλικής παραγωγής γυρισμένο στην Πολυνησία «Καλά Χριστούγεννα Κύριε Λόρενς».

Στη συνέχεια ο Οσίμα δοκιμάστηκε σε ένα πρωτότυπο κι εξαιρετικά τολμηρό φιλμ στη Γαλλία. Σε σενάριο του Ζαν-Κλοντ Καριέρ, διαχρονικού συνεργάτη του Λουίς Μπουνιουέλ, το «Max, Mon Amour» υπήρξε μια εκκεντρική κωμωδία που θέλει τη Σαρλότ Ράμπλινγκ να συνάπτει ερωτική σχέση με έναν χιμπαντζή! Το αποτέλεσμα κρίθηκε μάλλον άνισο, αφήνοντας αδιάφορο και σίγουρα όχι σκανδαλισμένο το ευρύ κοινό.

Ιαπωνικό μιλένιουμ

«Brother» (2000)
«Brother» (2000)

Στις αρχές του 21ου αιώνα οι Τακέσι Κιτάνο και Μαμόρου Όσι επιχείρησαν να εξάγουν το ιδιοσυγκρασιακό στιλ τους σε ΗΠΑ και Πολωνία αντίστοιχα. Ο Κιτάνο σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στο «Brother», το γυρισμένο στο Λος Άντζελες γκανγκεστρικό φιλμ για τη Γιακούζα, που όμως απέτυχε εμπορικά. Από την άλλη, ο Όσι («Ghost in the Shell») εκμεταλλεύτηκε πλήρως την εκ Πολωνίας ευκαιρία που του δόθηκε. Το «Avalon» είναι μια cyberpunk περιπέτεια γυρισμένη εξολοκλήρου στο Βρόκλαου με ντόπιους ηθοποιούς, η οποία ανανέωσε την καριέρα του Όσι που βρισκόταν σε τέλμα…

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα