Θέμα

Όταν ο Νίκος Παπατάκης συνάντησε τον Τζον Κασσαβέτη

Όσο ζούσε, η σπουδαιότητα της φιλμογραφίας του ήταν εν πολλοίς παραγνωρισμένη. Με μόλις πέντε μεγάλου μήκους ταινίες στο ενεργητικό του, σε βάθος τριάντα ετών, ο Νίκος Παπατάκης προκαλούσε ενθουσιασμό και πάταγο με κάθε νέο έργο του, προτού ξεχαστεί εξίσου εκκωφαντικά μόλις αυτό ολοκλήρωνε τη διαδρομή του σε φεστιβάλ και αίθουσες.

Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια και με αφορμή αφιερώματα προς τιμήν του, προβολές αλλά και την κυκλοφορία των ταινιών του σε φυσικές κόπιες, η φιλμογραφία του Παπατάκη αποκτά την προσοχή που της αξίζει. Ταινίες όπως «Οι Βοσκοί» (1967) και η «Φωτογραφία» (1987) θεωρούνται σήμερα δικαίως μεταξύ των καλύτερων του ελληνικού σινεμά. Ο ίδιος όμως παράλληλα, ευθύνεται παρασκηνιακά για τη στήριξη διαφόρων κορυφαίων σήμερα δημιουργών, όταν εκείνοι βρίσκονταν στο ξεκίνημά τους.

Ένας από αυτούς ήταν και ο διάσημος Τζον Κασσαβέτης, θεμελιωτής του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά και σκηνοθέτης μερικών εκ των αριστουργημάτων του («Κύματα Αγάπης», «Πρόσωπα»), ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα. Στην αρχή της καριέρας του όμως, ο Κασσαβέτης είχε βρεθεί σε δεινή θέση όταν ολοκλήρωνε το εκπληκτικό ντεμπούτο του «Σκιές» (1959). Μια έτσι κι αλλιώς παραγωγή χαμηλού προϋπολογισμού, με χειροποίητη προσέγγιση και αυτοσχεδιαστική υλοποίηση, τα είχε βρει σκούρα όταν δε βρήκε καμία ανταπόκριση στις σκοτεινές αίθουσες.

Για καλή του τύχη όμως εκείνη την περίοδο ήταν στη Νέα Υόρκη ο Παπατάκης, ο οποίος είχε μετακομίσει από το Παρίσι εξοργισμένος με τον πόλεμο των Γάλλων στην Αλγερία, αλλά και γιατί είχε βοηθήσει το Απελευθερωτικό Μέτωπο. Σημειώστε εδώ πως ο γεννημένος την Αιθιοπία Παπατάκης δεν είχε ακόμα περάσει πίσω από την κάμερα, ενώ ήταν ιδιοκτήτης του Rose Rouge, ενός διάσημου κέντρου διασκέδασης στη γαλλική πρωτεύουσα, πλην αμετανόητα πολιτικοποιημένος διανοούμενος.

Έτσι λοιπόν δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι ο Παπατάκης βρήκε τρομερά ενδιαφέρον το εγχείρημα του Κασσαβέτη, καθώς όχι μόνο ανέτρεπε τις κινηματογραφικές συμβάσεις, αλλά έθιγε άμεσα και ριζοσπαστικά ζητήματα φύλου, τάξης και ρατσισμού, πράγμα ανήκουστο τότε για έναν πρωτάρη σκηνοθέτη. Η συνδρομή του Παπατάκη στις «Σκιές» μεταφράστηκε στη συγκομιδή 2.000 δολαρίων ώστε να μπορέσει ο Κασσαβέτης να επαναλάβει ορισμένα αναγκαία για τον ίδιο γυρίσματα. Διαβάζουμε συγκεκριμένα στην εξαιρετική μονογραφία του Γιάννη Κονταξόπουλου (2005, εκδ. Καστανιώτη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης): «μαζί με τη συνεισφορά του άλλου συμπαραγωγού Maurice McEndree (13.000 δολάρια), του επέτρεψαν (σ.σ.: του Κασσαβέτη) να γυρίσει επιπλέον δώδεκα ώρες rushes, να ξαναμοντάρει την ταινία και να τη μετατρέψει σε 35mm, διάρκειας 87 λεπτών». Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί πως ο Παπατάκης κάνει ένα σύντομο cameo στην ταινία μαζί με τον Κασσαβέτη(!).

banner

Ακόμα, στο πολύτιμο ντοκιμαντέρ «Νίκος Παπατάκης: Πορτρέτο Ενός Ελεύθερου Σκοπευτή» (Τίμων Κουλμάσης και Ηρώ Σιαφλάκη, 2009), ο ίδιος ο Παπατάκης περιγράφει τη συναναστροφή του με τον Κασσαβέτη ως εξής:
«Ένας αιθουσάρχης της Νέας Υόρκης ο οποίος ερχόταν στο Roge Rouge με σύστησε στον Κασσαβέτη. Είδα τι είχε ήδη γυρίσει, το βρήκα εξαιρετικό. Κι είπα πως πρέπει να τελειώσει αυτή η ταινία. Μου έκανε, λοιπόν, έναν προϋπολογισμό και περιέργως, ήταν αρκετά τολμηρό εκ μέρους μου, πήρα την απόφαση απερίσκεπτα, αλλά ήμουν ενθουσιασμένος. Σε κάθε περίπτωση, ήταν ένας απ’ τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος που τόλμησε μια περιπέτεια κινηματογραφιστή εκτός Χόλιγουντ. Είναι ένας ποιητής, δε σταματά στα γεγονότα. Ο κινηματογράφος του Τζον Κασσαβέτη το υπερβαίνει αυτό, πάει πιο πέρα, προς την ποίηση, προς το άσμα».

Η επίδραση των «Σκιών» στον Παπατάκη ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα καριέρα του ως σκηνοθέτης, η οποία δεν άργησε να ξεκινήσει («Οι Άβυσσοι», 1963). Ας είναι λοιπόν τα γενέθλια του Κασσαβέτη η ευκαιρία να ανακαλύψετε όχι έναν αλλά δύο εκ των κορυφαίων κινηματογραφικών δημιουργών.

Σχετικά Θέματα