Συνέντευξη

Όλιβερ Λάσε: «Η νεωτερικότητα έχει πεθάνει»

Από -

Ο γεννημένος στο Παρίσι Ισπανός σκηνοθέτης Όλιβερ Λάσε ( «Mimosas») μας μιλά για τη νέα ταινία του με τίτλο «Θα Έρθει η Φωτιά», με αφορμή την κυκλοφορία της στις ελληνικές αίθουσες. Για το φιλμ o Λάσε απέσπασε το μεγάλο βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στο περσινό φεστιβάλ των Κανών, ενώ λίγους μήνες μετά έφυγε από το 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου με το Χρυσό Αλέξανδρο αλλά και το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για τον Αρμάντο Αρίας.

Ο ηθοποιός, ο οποίος δεν είχε παίξει ξανά στον κινηματογράφο, ενσαρκώνει έναν άντρα που επιστρέφει στο ορεινό χωριό της Γαλικίας από όπου κατάγεται, έχοντας αποφυλακιστεί πρόσφατα αφού εξέτισε ποινή για εμπρησμό. Εκεί προσπαθεί να βάλει ξανά τη ζωή του σε μια σειρά, όταν όμως το ξέσπασμα μιας νέας μεγάλης φωτιάς κάνει τα βλέμματα των ντόπιων να στραφούν οργισμένα προς το μέρος του.

Όταν είδα την ταινία σας ήταν ακόμα νωπές οι αναμνήσεις από τις μεγάλες πυρκαγιές της Αττικής του 2018, τις οποίες διαδέχθηκαν οι εξίσου τραγικές του Αμαζονίου και της Αυστραλίας μερικούς μήνες αργότερα. Περιμένατε ποτέ πως η ταινία σας θα μπορούσε να είναι επίκαιρη με αυτόν τον παράδοξο τρόπο;
Όχι, ωστόσο είμαι εξοικειωμένος με τον κίνδυνο και τις καταστροφές που μπορούν να προκαλέσουν οι πυρκαγιές. Μένω στη Γαλικία, την περιοχή που γυρίστηκε η ταινία, όπου μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να ζούμε με την απειλή της φωτιάς. Μάλιστα, πριν από κάποια χρόνια παραλίγο να καεί ολοσχερώς το σπίτι μου. Πλέον έχουμε απέναντί μας μια νέα μορφή πυρκαγιών, οι οποίες εμφανίζονται αιφνίδια και είναι ακόμα πιο καταστροφικές. Το πιο στενάχωρο όμως είναι πως τα πράγματα χειροτερεύουν όλο και περισσότερο και η ανθρωπότητα δεν κάνει τίποτα για να αντιμετωπίσει σοβαρά την κλιματική κρίση. Μοιάζει σα να έχουμε αποδεχθεί τη μοίρα μας, σαν η νεωτερικότητα να έχει πεθάνει.

Στην ταινία παρόλα αυτά επιδιώκετε να αποκαταστήσετε την ουσιαστική, στενή επαφή του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.
Ακριβώς, γιατί πρωτίστως με ενδιαφέρει να εξερευνώ τις παραδόσεις, τις αρχέγονες μεθόδους οι οποίες έχουν μείνει αναλλοίωτες γιατί εξασφαλίζουν την ανθρώπινη επιβίωση. Θα μπορούσα να πω, χαριτολογώντας, πως το παρελθόν είναι το μέλλον. Έπειτα με εμπνέουν άνθρωποι σαν το χαρακτήρα του Αμαντόρ Αρίας και της Μπενεντίκτα Σάντσεζ. Δηλαδή ενός μεσήλικα και μιας 84χρονης γυναίκας οι οποίοι έχουν τις ικανότητες να φροντίσουν ολομόναχοι τον εαυτό τους σε ένα ορεινό χωριό. Ποιος από εμάς που έχει μεγαλώσει στην πόλη πιστεύει πως θα το κατάφερνε αυτό; Μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει σπάνια πνευματική ωριμότητα που λίγοι διαθέτουν σήμερα.

Βρήκα εντυπωσιακό το γεγονός πως ο ήρωας επιστρέφει σε έναν τόπο όπου είναι ανεπιθύμητος και ταυτόχρονα είναι περικυκλωμένος από δάση, το αντικείμενο του εθισμού του αν θέλετε. Παρόλο που στ’ αλήθεια δεν είναι σίγουρο πως είναι ένοχος για όσα κατηγορείται.
Αυτό ήταν μια συνειδητή επιλογή μου, ήθελα να κυριαρχεί μια αμφισημία για το τι συνέβη αλλά και για τις προθέσεις του πρωταγωνιστή, ώστε να αναρωτιόμαστε διαρκώς ποια είναι η αλήθεια. Αλλά έχετε δίκιο, και μόνο το γεγονός πως ένας εμπρηστής βρίσκεται στην καρδιά ενός δάσους, δημιουργεί διαπεραστική κινηματογραφική ένταση.

Ταυτόχρονα η ερμηνεία του Αρίας εκπέμπει μια αφοπλιστική ταπεινότητα, σα να έχει αποδεχθεί τη μοίρα του.
Συμπεριφέρεται σα μάρτυρας ουσιαστικά, δέχεται τα πάντα χωρίς αντίρρηση. Ωστόσο η αληθινή διάσταση του χαρακτήρα φαίνεται στη συναναστροφή του με τη μητέρα και τα ζώα τους. Απέναντι στα μοναδικά όντα που δεν τον κρίνουν εκφράζει ανιδιοτελή αγάπη. Έχει επίσης τη δική του σημασία πως τόσο ο Αρίας όσο και η Σάντσεζ δεν είχαν ξαναδουλέψει ποτέ ως ηθοποιοί και παρόλα αυτά παραδίδουν τόσο συναισθηματικές ερμηνείες.

Οι οποίες συμβαδίζουν με την ατμόσφαιρα της ταινίας που είναι ενδοσκοπική και έως ένα βαθμό θλιμμένη.
Ναι, ξέρεις, όλα συμβαίνουν στη Γαλικία που βρίσκεται στο περιθώριο της Ευρώπης. Είμαστε απομονωμένοι, άρα αναπόφευκτα και κάπως μελαγχολικοί. Ως προς αυτό μοιάζουμε με τους Πορτογάλους. Δεν ξέρω εάν θα επέλεγα τη θλίψη ως το σωστό συναίσθημα για τον κόσμο της ταινίας, αλλά σίγουρα δεν είναι η ευτυχία. Τον περισσότερο καιρό νιώθουμε σα να βρισκόμαστε στο μεταίχμιο των πραγμάτων, δεν είμαστε ούτε στεναχωρημένοι αλλά ούτε και πραγματικά χαρούμενοι. Πάντως κάτι που μου αρέσει ειλικρινά στην ταινία και μου το έχουν πει κι άλλοι, είναι πως η αγάπη εντός της είναι αφανής, μα όλοι τη νιώθουν. Το θεωρώ πολύ σημαντικό αυτό, γιατί είναι χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας των κατοίκων της Γαλικίας.

Σχετικά Θέματα