Κριτική

Όλα Θα Πάνε Καλά

Από -

Ο Βιμ Βέντερς συνεχίζει το μυθοπλαστικό του ντεφορμάρισμα με ένα άνευρο, νωχελικό και αφηγηματικά ασύντακτο υπαρξιακό δράμα που βολοδέρνει ανάμεσα στην απαράδεκτη ερμηνεία του ξύλινου Τζέιμς Φράνκο, στα ακατανόητα σεναριακά κενά και στην αδιάφορη σκηνοθετική αισθητική του.

Το σινεμά είναι γεμάτο ανεξήγητα φαινόμενα. Ένα από αυτά είναι πώς ο Βιμ Βέντερς, ένας από τους σπουδαιότερους auteurs όλων των εποχών, σκηνοθέτης αριστουργηματικών φιλμ όπως τα «Φτερά του Έρωτα» και «Ένας Αμερικανός Φίλος», απώλεσε το δημιουργικό του ένστικτο και αδυνατεί να παρουσιάσει εδώ και πολλά χρόνια ένα στιβαρό­ μυθοπλαστικό αποτέλεσμα.

Σε αντίθεση με τα πρόσφατα, αξιό­λογα ντοκιμαντέρ του («Πίνα Μπάους», «Αλάτι της Γης»), ο Γερμανός βιρτουόζος δεν τα πάει το ίδιο καλά όταν εγκαταλείπει το ηλεκτρισμένο τοπίο του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι. Από το «The Million Dollar Hotel» (2000) μέχρι το προ επταετίας «Φωτογραφίες στο Παλέρμο», κινείται σε εξαιρετικά ρηχά μυθοπλαστικά νερά. Το «Όλα Θα Πάνε Καλά», δυστυχώς, δεν αποτελεί εξαίρεση. Εδώ αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει το βαρύ δράμα που έγραψε ο Νορβηγός σεναριογράφος Μπιόρν Όλαφ Γιό­χανεσεν.

Ήρωάς του είναι ο νεαρός συγγραφέας Τόμας Έλνταν, ο οποίος εμπλέκεται σε ένα τραγικό δυστύχημα: ένα μικρό παιδί πέφτει με το έλκηθρο στις ρόδες του αυτοκινήτου του. Καθώς αδυνατεί να ξεπεράσει το συμβάν, ο Τόμας βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Επιβιώνοντας μέσα από τη ζωντανή κόλαση, ωστόσο, βλέπει την καριέρα του να απογειώνεται την ίδια στιγμή που οι πληγές του παρελθόντος δεν έχουν ακόμη επουλωθεί.

Μια σειρά από ηθικά διλήμματα ξεθάβονται μεμιάς κάτω από το χιονισμένο καναδικό τοπίο. Μόνο που ο παλμός, η ζωντάνια και η οξυδέρκεια των ηρώων παραμένουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας «κοκαλωμένα» λόγω της πολικής κινηματογραφικής ψυχρότητας με την οποία προσεγγίζει την ιστορία ο Βέντερς.

Άνευρο, νωχελικό και αφηγηματικά ασύντακτο, το υπαρξιακό δράμα βολοδέρνει ανάμεσα στην απαράδεκτη ερμηνεία του ξύλινου Τζέιμς Φράνκο, στα ακατανόητα σεναριακά κενά και στην αδιάφορη σκηνοθετική αισθητική. Μόνο η ημι-ονειρική σκηνή του δυστυχήματος μας θυμίζει για λίγες στιγμές τη βιρτουοζιτέ του Γερμανού δημιουργού, σε μια ταινία στην οποία –σχεδόν– τίποτα δεν πήγε καλά.

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης