Κριτική

Οι Ζωές που δεν Έζησα

Από -

Εκκινώντας από μια προσωπική ιστορία, το θάνατο του μικρότερου αδελφού της που έπασχε από προχωρημένη άνοια, η Βρετανίδα Σάλι Πότερ («Ορλάντο», «Ο Άντρας που Έκλαιγε», «Το Πάρτι») επιχειρεί με την τελευταία της ταινία να σχολιάσει τη σχέση φαντασίας και πραγματικότητας, όπως αυτή διαπλέκεται στις αναμνήσεις και τις επιθυμίες μας, γεννώντας «εσωτερικές ζωές» που δεν ζήσαμε πραγματικά ποτέ. Είναι αυτές ένας τρόπος απόδρασης από μια αβάσταχτη καθημερινότητα; Είναι ένα διαφορετικό είδος καλλιτεχνικής δημιουργίας (ο κόσμος μας αλλιώς); Είναι εναλλακτικά σύμπαντα που δεν έχουν σχέση με επιστημονική φαντασία αλλά με ψυχολογική απόγνωση;

Η Σάλι Πότερ έχει πολλές και ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές ερωτήσεις, αλλά η κινηματογραφική διατύπωσή τους είναι τόσο στομφώδης και βασανιστικά περίπλοκη που καταντά άναρθρη. Σαν η σύγχυση στο μυαλό του ήρωα – ενός άντρα που πάσχει από βαριά άνοια και ζει κλεισμένος σ’ ένα νεοϋρκέζικο διαμέρισμα– να έχει μεταφερθεί στην αφηγηματική ροή ενός εσωστρεφούς και ακατέργαστου ψυχολογικού δράματος το οποίο προσπαθεί να σκιαγραφήσει δύο αντιδιαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες που αγωνίζονται να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Του χαμένου στις ατάκτως ερριμμένες σκέψεις του Λίο και της νεαρής κόρης του Μόλι, η οποία έχει αναλάβει να τον συνοδέψει σε μια σειρά ιατρικών επισκέψεων. Εκείνος, όμως, δεν μπορεί να συνεννοηθεί στο ελάχιστο μαζί της, ταξιδεύοντας με το μυαλό του «σε δρόμους που δεν ακολούθησε ποτέ», όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας. Σε δρόμους που τον φέρνουν ως βαθιά πληγωμένο πατέρα στο Μεξικό ή ως συγγραφέα απομονωμένο σε ένα ελληνικό νησί.

Παραισθήσεις και εσωτερικά οργανωμένες αλήθειες, ανθρώπινη επικοινωνία και ένα αδιάφορο, ψυχρό συναισθηματικά σύμπαν (οι αναφορές των άλλων στον Λίο σαν να μην είναι πραγματικά εκεί)· εμείς, και οι άλλοι σαν ζωντανή κόλαση και ταυτόχρονα σαν μοναδική σωτηρία μας. Όλα αυτά «πεταμένα» σ’ ένα επώδυνα κι αυτάρεσκα επαναλαμβανόμενο πηγαινέλα σε αποσπάσματα φανταστικών ιστοριών και δραματικών κοινοτοπιών που θυμίζουν ξεκούρδιστο Τέρενς Μάλικ και το οποίο (αυτο)καταναλώνεται σε πολλή υπαρξιακή φασαρία για το κινηματογραφικό τίποτα.

Μ. Βρετανία, ΗΠΑ. 2020. Διάρκεια: 85΄. Διανομή: ODEON.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά