Θέμα

Οι «under the influence» πρωταγωνίστριες του Κασσαβέτη

Από -

Με αφορμή την κυκλοφορία των ταινιών «Νύχτα Πρεμιέρας» και «Μια Γυναίκα Εξομολογείται» στα σινεμά, μελετάμε την προσέγγιση του Τζον Κασσαβέτη στην ψυχολογική παρέκκλιση των πρωταγωνιστριών τους.

Εάν υπάρχει κάποιο στοιχείο που καθορίζει τη φιλμογραφία του Τζον Κασσαβέτη αυτό είναι αναμφίβολα ο έντονα ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του. Αντισυμβατικός και πάντοτε πιστός στις μεθόδους του, ο ίδιος τόνιζε πόσο σημαντικό ήταν να δημιουργεί κόσμους και καταστάσεις με τις οποίες θα μπορέσει να ταυτιστεί ο θεατής. Ανεξάρτητα από το εάν οι ταινίες του περιέχουν χαρακτήρες κατώτερων ή ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, το στοιχείο που τους διακρίνει είναι η καταπίεση που συχνά αισθάνονται τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο Κασσαβέτης ενδιαφερόταν σε μέγιστο βαθμό για τον εσωτερικό ψυχισμό του ατόμου. Έτσι, εστίαζε στα προβλήματα των ιδιότροπων χαρακτήρων του, είτε επρόκειτο για απλούς, καθημερινούς ανθρώπους ή για βασανισμένους καλλιτέχνες.

Θέλοντας να παρουσιάσει στο κοινό τη ζωή όπως πραγματικά είναι, ο Κασσαβέτης πρόβαλε την απόγνωση των πρωταγωνιστών του θίγοντας θέματα όπως ο ρατσισμός, η αγάπη, η δυσκολία επικοινωνίας, ο συζυγικός βίος και η ψευδαίσθηση της υγιούς αμερικανικής οικογένειας. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του, όμως, έχει η εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση της γυναικείας φύσης. Η φιλμογραφία του εμπεριέχει αρκετές ταινίες όπου γυναικείοι χαρακτήρες διεκδικούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο συνήθως ερμηνευμένες από τη σύζυγό του Τζίνα Ρόουλαντς.

banner

Η συναισθηματική κατάπνιξη που βιώνουν οι γυναίκες του Κασσαβέτη είτε από την οικογένειά τους ή τον κοινωνικό τους περίγυρο τις οδηγεί σε αμφισβήτηση της πορείας της ζωής τους. Σε δύο ταινίες-σταθμούς της καριέρας του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη, «Νύχτες Πρεμιέρας» και «Μία Γυναίκα Εξομολογείται», συναντάμε δύο εντελώς διαφορετικούς τύπους χαρακτήρων - μία σύζυγο που παραπέμπει στην κλασική Αμερικανίδα νοικοκυρά και μία σταρ του θεάτρου. Αυτό όμως που τις συνδέει είναι ο φόβος και η απόγνωσή τους, καθώς συνειδητοποιούν ότι τελικά η ζωή τους δεν είναι όπως εκείνες την ονειρεύονταν. Ο Κασσαβέτης εντάσσει σε αυτούς τους δύο χαρακτήρες το στοιχείο της φρενοβλάβειας, η οποία διαταράσσει την συμπεριφορά τους, οδηγώντας τους σε νευρική κατάρρευση και εν τέλει αποξένωση από τους οικείους τους και την κοινωνία.

Νύχτα Πρεμιέρας

Η Τζίνα Ρόουλαντς υποδύεται τη Μιρτλ Γκόρντον, μία διάσημη ηθοποιό του θεάτρου. Εδώ η πρωταγωνίστρια έρχεται αντιμέτωπη με τη μέση ηλικία, αιώνιο εχθρό κάθε γυναίκας - και πόσο μάλλον μίας σταρ. Μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η γυναίκα πρέπει να παραμείνει όμορφη και αψεγάδιαστη προκειμένου να διατηρήσει την αξία της, η Μιρτλ συνειδητοποιεί ότι γερνάει και αρχίζει να επαναπροσδιορίζει τη ζωή της. Ανύπαντρη, χωρίς παιδιά ή ευθύνες, έχει αφοσιωθεί στην καριέρα της, αλλά η ελευθερία που μέχρι τώρα είχε μοιάζει μάταιη. Το γεγονός ότι πρωταγωνιστεί σε ένα θεατρικό έργο υποδυόμενη μία σύζυγο η οποία βιώνει κρίση μέσης ηλικίας λειτουργεί καταλυτικά για την ταραχώδη ηθοποιό. Παίζοντας έναν τέτοιο ρόλο νιώθει πώς εκθέτει τις ανασφάλειές της στο κοινό, αλλά από την άλλη αρνείται να πιστέψει ότι ταυτίζεται με έναν τόσο μονότονο χαρακτήρα. Φέρεται αντιεπαγγελματικά προς τους συναδέλφους της και αδυνατεί να ερμηνεύσει τον ρόλο όπως έχει γραφτεί. Αν και η ίδια το αρνείται, το ζήτημα της ηλικίας της δημιουργεί ερωτήματα για το εάν πράγματι έχει νόημα η ζωή της. Η δημοσιότητα δεν έχει καμία απολύτως αξία εφόσον εκείνη αισθάνεται αδύναμη και η πληκτική ρουτίνα της δουλειάς της πλέον μοιάζει αφόρητη.

Ταυτόχρονα, ο θάνατος μίας νεαρής θαυμάστριάς της λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης επιδεινώνει την ήδη κρίσιμη συναισθηματική της κατάσταση, κάνοντάς τη να αμφισβητεί την καριέρα της αλλά και τη ζωή της γενικότερα. Το πείσμα και η αποφασιστικότητα της Μιρτλ - σε συνδυασμό με τον εθισμό της στο αλκοόλ - έχουν ως αποτέλεσμα να δέχεται επιπλήξεις από συναδέλφους και φίλους, οι οποίοι αδυνατούν να την ελέγξουν. Εκείνη πληγώνεται, γιατί κατά βάθος αυτό που αναζητάει είναι αγάπη και αναγνώριση. Αναγνώριση όχι με την έννοια της δημοσιότητας, αλλά εννοώντας ότι θέλει να αισθανθεί την αξία της ως άτομο και πώς υπάρχει ακόμα ελπίδα να βελτιωθεί.

Η πορεία της βασανισμένης ηθοποιού προς την αυτογνωσία είναι κάθε άλλο παρά ομαλή, καθώς οράματα της νεκρής κοπέλας και οι διαρκείς συγκρούσεις με τους κοντινούς ανθρώπους της τη βυθίζουν βαθύτερα σε απόγνωση. Το βράδυ της πρεμιέρας στη Νέα Υόρκη η Μιρτλ εμφανίζεται αργοπορημένη και ημιλιπόθυμη από το ποτό, προκαλώντας πανικό στα παρασκήνια, όπου σεναριογράφος, παραγωγός και σκηνοθέτης προσπαθούν να τη συνεφέρουν. Ωστόσο εκείνη καταφέρνει να βγει στην σκηνή και σταδιακά συνέρχεται. Αν και σε προηγούμενες δοκιμαστικές παραστάσεις η Μιρτλ αυτοσχεδίαζε, απευθυνόταν στους θεατές και άλλαζε τις ατάκες της, αυτή τη φορά υποδύεται τον ρόλο της χωρίς παρεμβάσεις. Η αποδοχή του θεατρικού ρόλου υποδηλώνει τον συμβιβασμό της με τον ίδιο της τον εαυτό.

Η συμπεριφορά της ηθοποιού από την αρχή έως το τέλος της ταινίας είναι εντελώς ανάρμοστη, ίσως να την περιγράφαμε και αντισυμβατική, εάν σκεφτούμε τις προσδοκίες που είχε τότε ο κοινωνικός περίγυρος από μία γυναίκα. Η Μιρτλ είναι ψυχρή και επιθετική, σε αντίθεση με την στερεοτυπικά γλυκομίλητη θηλυκή μορφή που το κοινό είχε συνηθίσει να βλέπει στην μεγάλη οθόνη. Τελικά καταφέρνει να αντιμετωπίσει τους φόβους της, εκθέτοντας τον πραγματικό της εαυτό στους θεατές. Στο τέλος του θεατρικού δέχεται συγχαρητήρια και χαμογελάει θριαμβευτικά. Για τον Κασσαβέτη, η Μιρτλ είναι τελικά νικήτρια. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας για την κατάληξη της ηθοποιού, το μόνο σίγουρο είναι πώς κατόρθωσε να αφήσει πίσω τη «νεότητά» της και να αποδεχτεί την πραγματικότητα που έως τώρα την στοίχειωνε.

Μια Γυναίκα Εξομολογείται

Ίσως η σημαντικότερη ταινία του Κασσαβέτη, το «Μια Γυναίκα Εξομολογείται» μας συστήνει στους Νικ και Μέιμπελ Λονγκέτι, ένα παντρεμένο ζευγάρι με τρία παιδιά. Η απεικόνιση της οικογενειακής ζωής έχει αποδοθεί εδώ με έναν εκπληκτικά ρεαλιστικό τρόπο, καθώς ο σκηνοθέτης σκιαγραφεί ένα ζευγάρι των οποίων οι διάλογοι και συμπεριφορές παραπέμπουν περισσότερο σε ντοκιμαντέρ παρά σε μυθοπλασία. Η Ρόουλαντς ενσαρκώνει έναν ρόλο-πρόκληση, έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα εγκλωβισμένο στον γάμο του. Όπως όλοι οι κασσαβετικοί ήρωες, έτσι και η Μέιμπελ έχει μία ιδιαιτερότητα που τη ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Η ψυχική νόσος της δεν ονομάζεται ποτέ μέσα στην ταινία, αλλά ο θεατής εύκολα καταλαβαίνει ότι η συμπεριφορά της ανήκει στα πλαίσια της νευροδιαφορετικότητας, χαρακτηριστικό το οποίο την καθιστά μη φυσιολογική και την στιγματίζει κοινωνικά.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ηρωίδα μας είναι η έλλειψη επικοινωνίας, το οποίο επηρεάζει όχι μόνο την ίδια και τον άντρα της, αλλά και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο Νικ προσπαθεί να κρύψει την ασθένεια της συζύγου του και αδυνατεί να κατανοήσει την συμπεριφορά της. Η μόνη επιθυμία της Μέιμπελ είναι η αγάπη, την οποία διαρκώς στερείται. Θέλει να είναι ο εαυτός της χωρίς περιορισμούς, αλλά δεν ξέρει πώς πρέπει να φερθεί στους άλλους προκειμένου να είναι αποδεκτή. Πλέον, δεν αναγνωρίζει ποια πραγματικά είναι. Δεχόμενη υποδείξεις από τον άντρα της αλλά και από τον στενό τους οικογενειακό κύκλο, γίνεται ακόμα πιο αντιδραστική. Διχασμένη μεταξύ της αγάπης που νιώθει για το σύζυγό της και της ψυχρότητας που λαμβάνει από εκείνον, η Μέιμπελ σταδιακά συνειδητοποιεί ότι οι προσδοκίες που είχε για τον γάμο και τη ζωή της ήταν μία ψευδαίσθηση. Οι θυσίες και η ανιδιοτέλειά της δεν την έχουν κάνει περισσότερο ευπρόσδεκτη, θα λέγαμε μάλιστα ότι έχουν λειτουργήσει εναντίον της. Όπως ακριβώς η πρωταγωνίστρια στις «Νύχτες Πρεμιέρας», η Μέιμπελ είναι ανίκανη να αντέξει την καταπίεση που δέχεται από ανθρώπους που εμπιστευόταν και οδηγείται σε συναισθηματική κατάπτωση.

Μετά από επαναλαμβανόμενες κρίσεις και διαμαρτυρίες της, η οικογένειά της την στέλνει σε νευρολογική κλινική. Όταν επιστρέφει στο σπίτι της, εκείνη είναι ευγενική και πρόσχαρη, αλλά εμφανώς φοβισμένη να είναι ο εαυτός της. Αυτό αναστατώνει τον Νικ, ο οποίος την παρακινεί να εκφραστεί ελεύθερα. Ο φόβος ότι θα χάσει την οικογένειά της για δεύτερη φορά την εμποδίζει να επιστρέψει στην ανέμελη, αυθόρμητη συμπεριφορά της. Η μεταχείριση που έχει λάβει την κάνει να πιστεύει ότι η αξία της μετριέται από το κατά πόσο αποδεκτή είναι από τους άλλους.

Ένας ακόμη νευρικός κλονισμός την οδηγεί σε απόπειρα αυτοκτονίας, ενώ ο άντρας της προσπαθεί να την καθησυχάσει. Μέτα από έναν έντονο διαπληκτισμό, το ζευγάρι συμφιλιώνεται και επιστρέφει στη συζυγική του ρουτίνα, ετοιμάζοντας τα παιδιά του για ύπνο. Η οικογένειά της φαίνεται να έχει αποδεχτεί την συμπεριφορά της, ακόμα κι αν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να την περιθωριοποιούν. Η αγάπη που δέχεται από τους δικούς της ανθρώπους είναι σημαντικότερη, καθώς μπορεί επιτέλους να εκδηλωθεί ελεύθερα. Βέβαια, το πρόβλημα δεν έχει λυθεί και ενδεχομένως οι κρίσεις της Μέιμπελ να επανεμφανιστούν. Παρόλα αυτά, ο Κασσαβέτης δεν απαντάει σε κανένα ερώτημα για την κατάληξη της ηρωίδας του. Εξάλλου, ο στόχος του ήταν να θίξει το ζήτημα της καταπιεσμένης γυναίκας, θέλοντας να νιώσουμε εμπάθεια για εκείνη και να παρακολουθήσουμε μια ιστορία που βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματική ζωή.