Συνέντευξη

Οι σκηνοθέτες των «Παγιδευμένων» δεν θέλουν να ξεχαστεί ο Τζορτζ Φλόιντ

Από -

Μιλήσαμε με τους πρωτοεμφανιζόμενους Δανούς δημιουργούς μιας ανατριχιαστικά επίκαιρης κοινωνικής περιπέτειας που κυκλοφορεί από σήμερα στους κινηματογράφους.

banner

Στην ταινία σας δύο αστυνομικοί εγκλωβίζονται σε ένα υποβαθμισμένο γκέτο τη μέρα που ένας συνάδελφός τους σκοτώνει έναν αθώο πολίτη. Ξεκινήσατε την προετοιμασία της πριν από έξι χρόνια, ωστόσο, πώς αισθανθήκατε όταν αυτή έκανε πρεμιέρα σε μια συγκυρία έξαρσης των περιστατικών ρατσιστικής αστυνομικής βίας;
Φρέντερικ Λούις Χβιντ: Την ημέρα που μοντάραμε το τρέιλερ ο Τζορτζ Φλόιντ πέθανε. Η είδηση μας μούδιασε. Ταυτόχρονα, μας συνέτριψε συναισθηματικά η συνειδητοποίηση πως ένα γεγονός το οποίο συνέβη πριν από 30 χρόνια στη Δανία και ήταν εκείνο που μας ενέπνευσε να κάνουμε τους «Παγιδευμένους», επαναλαμβάνεται σήμερα σχεδόν με τον ίδιο τρόπο. Ακόμα και τα λόγια που είπαν τα δύο θύματα ήταν πανομοιότυπα. Επομένως, από τη στιγμή που δολοφονήθηκε ο Φλόιντ, κύριο μέλημά μας ήταν να σεβαστούμε τη μνήμη του. Μάλιστα, ρώτησα τον Άντερς αν πιστεύει πως κάτι πρέπει να αλλάξει στην ταινία, έχοντας υπόψη πως στην εναρκτήρια σκηνή της βλέπουμε κάτι αντίστοιχο με αυτό που συνέβη στο Φλόιντ, την ώρα που ακούγεται η φράση «δεν μπορώ να αναπνεύσω». Εν τέλει, καταλήξαμε στο συμπέρασμα να μείνουν τα πράγματα ως έχουν, γιατί θεωρήσαμε σημαντικό να διατηρηθεί ζωντανή η εικόνα του πώς πέθανε αυτός ο άνθρωπος και τόσοι άλλοι πριν από εκείνον.

banner

Αλήθεια, ποια είναι η πραγματική ιστορία πίσω από τους «Παγιδευμένους»;
Φ.Λ.Χ.: Πρόκειται για μια πολύ γνωστή υπόθεση στη Δανία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής πρωτοχρονιάς η αστυνομία σταμάτησε για έλεγχο ένα νεαρό άντρα, ο οποίος σύντομα βρέθηκε στο έδαφος με την μπότα των αστυνομικών να το πνίγει. Μπήκε σε κώμα κι ύστερα από λίγο καιρό ήταν νεκρός.

Εκτός όμως από χαρακτηριστικά περιστατικά σαν κι αυτό, η ταινία δίνει μια καλή αίσθηση της μοντέρνας επαυξημένης αστυνόμευσης των πόλεων. Ακόμα και σε εμένα, ένα θεατή από την Ελλάδα, ήταν ανησυχητικά οικεία η εικόνα πάνοπλων ένστολων που παρενοχλούν πολίτες χωρίς προφανή αφορμή. Πόσο κοντά στην πραγματικότητα της Δανίας είναι όσα βλέπουμε;
Άντερς Όλχολμ: Πολύ και ταυτόχρονα καθόλου. Θέλω να πω, θα συναντήσεις σίγουρα αστυνομικούς σαν το χαρακτήρα του Γιάκομπ Λόχμαν, δηλαδή ευέξαπτους και μάτσο άντρες, αλλά ως σκηνοθέτες θέλαμε να δείξουμε πως και εκείνοι είναι τελικά άνθρωποι. Και δεν πιστεύω πως η ταινία απεικονίζει μια κατάσταση που επικρατεί στο σύνολο της Δανίας. Αντιμετωπίσαμε την ιστορία μας σανμια προειδοποίηση για το πού ενδεχομένως οδεύουμε ως κοινωνία. Όχι μόνο όσον αφορά την αστυνόμευση γενικώς, αλλά και τη σχέση των αστυνομικών με τη νεολαία. Γιατί ποτέ δε θεωρήσαμε ότι η ταινία περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από την αστυνομική βία ούτε ότι επιδιώξαμε στα αλήθεια να κάνουμε κάποιο απόλυτο πολιτικό σχόλιο. Από την άλλη, είναι πασιφανές πως η αστυνομία έχει στρατιωτικοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό και καταφεύγει στη χρήση βίας πολύ πιο εύκολα από ότι στο παρελθόν.

Κάτι που δε βλέπουμε συχνά σε αυτού του είδους τις ταινίες, είναι η αντεπίθεση των καταπιεσμένων εις βάρος των αρχών. Το λέω αυτό έχοντας στο μυαλό μου μια χαρακτηριστική σκηνή στην οποία οι πολίτες επιτίθενται στους εγκλωβισμένους αστυνομικούς.
Α.Ο.: Χαίρομαι που το πρόσεξες αυτό γιατί θέλαμε να αντικατοπτριστούν οι εναλλακτικές πτυχές που υπάρχουν στην ιστορία. Διότι, αν και η οπτική γωνία της αφήγησης είναι εκείνη των αστυνομικών, εμείς δεν παίρνουμε το μέρος τους. Εδώ δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.

Σχετικά με το πλαίσιο που επιλέξατε να βάλετε στην ταινία, το ύφος μου θύμισε αρκετά δύο πρόσφατα αντίστοιχης λογικής φιλμ• τους «Άθλιους» του Λατζ Λι και το «'71» του Γιαν Ντεμάνζ. Τα είχατε υπόψη;
Α.Ο: Έχει ενδιαφέρον που αναφέρεις τους «Άθλιους», γιατί είχαμε ξενερώσει πάρα πολύ όταν είχε βγει (γέλια). Γιατί, ναι, σε πρώτο επίπεδο υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ των ταινιών μας, αλλά με μια ελάχιστα πιο προσεκτική ματιά πιστεύω είναι δεδομένο ότι δε σχετίζονται. Από την άλλη, το «'71» είναι μια ταινία που εκτιμώ πάρα πολύ. Ωστόσο, με το Φρέντερικ δώσαμε βάση σε τελείως διαφορετικά πράγματα, όπως τους «Μαχητές» του Γουόλτερ Χιλ και το «Ο Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση» του Τζον Κάρπεντερ.

Πώς συνεννοηθήκατε σκηνοθετικά δύο άνθρωποι πίσω από την ίδια κάμερα;
Φ.Λ. Χ.: Με τον Άντερς είμαστε φίλοι πολλά χρόνια, έτσι όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε την ταινία είχαμε τις ίδιες ιδέες, τις ίδιες απόψεις και τους ίδιους στόχους. Κάτι ακόμα που βοήθησε πολύ τη διαδικασία ήταν ότι αμφότεροι είμαστε λεπτολόγοι στη δουλειά μας, μελετάμε και φτιάχνουμε την παραμικρή λεπτομέρεια. Για να σου δώσω να καταλάβεις, επί δύο μήνες προτού αρχίσουν τα γυρίσματα το μόνο που κάναμε ήταν να αναλύσαμε κάθε σπιθαμή της παραγωγής. Από το πώς θα φέρονται οι ηθοποιοί μέχρι το πώς θα ακούγεται η ταινία. Κατ' επέκταση, όταν πια βρεθήκαμε στο σετ, λειτουργούσαμε σαν ένας σκηνοθέτης με δύο φωνές. Με αυτόν τον τρόπο μπορέσαμε να εκμαιεύσουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα μέσα στις οκτώ-εννέα ώρες κάθε γυρίσματος. Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δε θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε αμοιβαία και βαθιά εμπιστοσύνη μεταξύ μας.

Εν τω μεταξύ, η πόλη όπου τοποθετείται η δράση δεν είναι η Κοπεγχάγη, σωστά;
Φ.Λ.Χ.: Πολύ σωστά, στην πραγματικότητα αυτό το μέρος δεν υπάρχει! Ο λόγος που κάναμε αυτήν την επιλογή ήταν γιατί ο χώρος των γυρισμάτων έπρεπε να πληροί κάποιες προϋποθέσεις, όπως το να σε πείθει πως οι ήρωες είναι πραγματικά εγκλωβισμένοι. Έπειτα απολαμβάνουμε πάρα πολύ το να δημιουργούμε κόσμους από το τίποτα, έτσι ο συγκεκριμένος φτιάχτηκε έχοντας υπόψη πολλά διαφορετικά μέρη όπου έχουμε βρεθεί.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα