Ανταπόκριση

Οι πρώτες μικρού μήκους που ξεχωρίζουμε στο 43ο Φεστιβάλ Δράμας

Από -

«Bella»
«Bella»

Πως το φετινό 43ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας (20-26/9) θα ήταν αρκετά διαφορετικό από τα προηγούμενα, το περιμέναμε ήδη από την ανακοίνωση του Γιάννη Σακαρίδη στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Το ξέσπασμα της πανδημίας ωστόσο έκανε αυτήν τη διοργάνωση μια ολότελα πρωτόγνωρη εμπειρία.

Η απάντηση στο πώς μπορεί να συνοψιστεί από το γεγονός ότι πλέον παρακολουθούμε τις ταινίες του εθνικού διαγωνιστικού τμήματος στο θερινό σινεμά Αλέξανδρος, εκτός φυσικά από τον καθιερωμένο χειμερινό κινηματογράφο Ολύμπια και την αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου, που λειτουργούν κανονικά. Στην «παρέα» έρχεται να προστεθεί και το νεοσύστατο drive-in, το οποίο μαθαίνουμε τιμούν ιδιαιτέρως με την τετράτροχη παρουσία τους οι Δραμινοί, μιας και πρόκειται για κάτι που δεν έχει συμβεί ξανά στην περιοχή. Επιπλέον, σε συνδυασμό με τη δωρεάν και εύχρηστη διαδικτυακή πλατφόρμα του φεστιβάλ, έχει επιτευχθεί μια ουσιαστική αποσυμφόρηση των αιθουσών, οι οποίες πια γεμίζουν δίχως να δημιουργείται συνωστισμός. Περιττό να αναφέρουμε εδώ πως παντού τηρούνται όλα τα υγειονομικά μέτρα, με τη μάσκα να είναι το must αξεσουάρ σε κάθε προβολή.

Ίσως, όμως, οι σημαντικότερες αλλαγές στην εποχή Σακαρίδη να εκφράζονται μέσω των επιλογών του εθνικού διαγωνιστικού τμήματος. Μιας ενότητας υπερφορτωμένης μέχρι πρότινος από ταινίες, η οποία είδε τις συμμετοχές της να μειώνονται κατακόρυφα, από τις 60 πέρσι στις 34 φέτος. Το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης μεταφράζεται σε ένα συνεκτικό, φρέσκο, υψηλού επιπέδου και ποικιλόμορφο εθνικό τμήμα, του οποίου οι ταινίες μπορεί να φέρουν -αναπόφευκτα- κάποιες ατέλειες, αλλά υιοθετούν συχνά πρωτότυπες ιδέες και προτείνουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αισθητικές επιλογές.

«Απόδραση από τον Εύθραυστο Πλανήτη»
«Απόδραση από τον Εύθραυστο Πλανήτη»

Είναι ενδεικτικό πώς στις 23/9 είδαμε, μεταξύ άλλων, στο ίδιο πακέτο ταινιών μία πειστική ταινία τρόμου με folk horror αποχρώσεις («Ίσκιωμα», Κώστας Γεραμπίνης), ένα ντοκιμαντέρ για έναν εκκεντρικό πλην αγαθό άντρα («Τεό, ο Γείτονάς μου», Χρήστος Καρτέρης) και ένα ανατριχιαστικά επίκαιρο sci-fi. Η «Απόδραση από τον Εύθραυστο Πλανήτη» (Θανάσης Τσιμπίνης) προειδοποιεί από την αρχή πως οποιαδήποτε ομοιότητα με την τρέχουσα πανδημία είναι συμπτωματική, διότι αμέσως μετά ένας νεαρός άντρας φοράει μάσκα, «σπάει» την καραντίνα και βγαίνει σε μια άδεια πόλη όπου συναντά έναν άγνωστο σε παρατημένο δισκοπωλείο. Η «Απόδραση…» γοητεύει από την πρώτη στιγμή το μάτι χάρη στο προσεγμένο στιλιζάρισμά της, το οποίο συνδυάζει ποπ, ρετρό και φουτουριστικές πινελιές με βιντεοκλιπίστικη διάθεση. Αλλά καθώς στη συνέχεια το καλοστημένο ύφος αποκτά πρώτο λόγο στην αφήγηση, στερείται η ευκαιρία ουσιαστικής ανάπτυξης του τρυφερού στόρι που κρύβεται στο εύστοχο στις προθέσεις του σενάριο.

«Στα Βήματά της»
«Στα Βήματά της»

Διαφορετικής λογικής μα εξίσου εντυπωσιακή στην εικονογραφία της η ταινία «Στα Βήματά της» (Αναστασία Κρατίδη), ένα φιλμ κοινωνικού ρεαλισμού με απολύτως νταρντενικούς όρους, τους οποίους η Κρατίδη εφαρμόζει με σφρίγος αποφεύγοντας τη στείρα ανακύκλωση. Η ταλαντούχα δημιουργός, γύρω από το άλγος μιας αποφυλακισμένης γυναίκας που μάχεται για την επανένταξη και επανόρθωση δυσβάσταχτων προσωπικών λαθών, στήνει ένα οικονομημένο και υποβλητικό βραδυφλεγές δράμα που κάνει σχεδόν τα πάντα στην εντέλεια. Μοναδικό ψεγάδι μιας μεστής ταινίας που κατορθώνει να ανάγει σε καθολικές τις βαθιές ενοχές της ηρωίδας του, ενώ ταυτόχρονα προκρίνει μια συγκινητική απόπειρα χειραφέτησης μέσω της μητρότητας, είναι το απροσδόκητα μονοκόμματο τέλος του που πραγματικά ξαφνιάζει και έρχεται σε μια αδόκιμη αφηγηματικά στιγμή.

«Bella»
«Bella»

Από την άλλη, η Θέλγια Πετράκη έχει τον πλήρη έλεγχο του χειμαρρώδους «Bella». Στα τέλη των ‘80s, μια γυναίκα χωρίζει τη ζωή της ανάμεσα στην Ελλάδα όπου μεγαλώνει τα παιδιά της και τη Σοβιετική Ένωση όπου ζει και εργάζεται ο άντρας της, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της ρουτίνας και την επιθετική μοναξιά. Η ταινία, βασισμένη στη συνεχή ροή της συνείδησης της ηρωίδας και τους φανταστικούς διαλόγους που κάνει με τον άνθρωπό της, κατασκευάζει έναν ενδοσκοπικό ιστό συναισθημάτων ο οποίος κάνει χειροπιαστή τη μελαγχολία της. Ως προς αυτό συνηγορεί η ματιά της Πετράκη, η οποία αναπαριστά με σπάνια αυθεντικότητα και αξιέπαινη αισθητική συνέπεια την εποχή ως αντανάκλαση της ψυχοσύνθεσης της πρωταγωνίστριας, σε μια άριστη ένωση των εικόνων και των ενδόμυχων σκέψεών της. Η σκηνοθέτις φροντίζει έξυπνα να αφήσει στο φόντο τον προφανή παραλληλισμό του τέλους μιας σχέσης με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, κι έτσι να δώσει την έμφαση στην εσωτερική πάλη μιας γυναίκας που η Έλενα Τοπαλίδου ενσαρκώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Σκηνοθετικός οίστρος και ερμηνευτική δεινότητα συναντιούνται στην ίσως κορυφαία στιγμή της ταινίας, όταν λίγο πριν τους τίτλους τέλους η Τοπαλίδου εκφέρει την κοφτερή ατάκα που αποδίδει στην εντέλεια το πνεύμα της ιστορίας και γονατίζει καρδιές.

«Ανθολόγιο μιας Πεταλούδας»
«Ανθολόγιο μιας Πεταλούδας»

Αντίστοιχα θύμησες, πόθος και απορίες πάνω σε μικρά αξιοπερίεργα της ζωής συνθέτουν το αταξινόμητο «Ανθολόγιο μιας Πεταλούδας» του Κωστή Χαραμουντάνη. Η πέμπτη μικρού μήκους, μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, του 26χρονου δημιουργού έρχεται να προστεθεί σε μια φιλμογραφία η οποία σφύζει από ζωντάνια και πρωτόλεια φαντασία χωρίς όμοιό της στο ελληνικό σινεμά. Παθιασμένα συνειρμικό, φτιαγμένο από πληθώρα πρώτων υλών εν είδη κινηματογραφικού κολάζ, το φιλμ μοιάζει με μια αλληλουχία νευρικών συνάψεων, σα να συμβαίνει στο ασυνείδητο κι άρα απορρίπτει τόσο τις συμβατικές δομές αφήγησης όσο και τις επιφανειακές αναγνώσεις. Ο Χαραμουντάνης έχει τη σπάνια ικανότητα να μη γίνεται εξεζητημένος, να βρίσκει τους κατάλληλους χώρους ανάμεσα στη μελαγχολία και το εγκεφαλικό χιούμορ, ενώ ταυτόχρονα πετυχαίνει εκείνες τις χορδές που κάνουν το συναίσθημα διαπεραστικό. Στο «Ανθολόγιο…» το άγχος για την ύπαρξη του Άλλου, η αμφιβολία για τις δικές μας επιθυμίες και μια ζεστή υπενθύμιση πως στο τέλος, κάπως, όλα θα βρουν το δρόμο τους. Εξ ου και η λογική του κολάζ, η οποία επιτρέπει στην ταινία να συνθέτει τον εαυτό της από την αρχή καθώς εξελίσσεται, ένα ατού της ευμετάβλητης φόρμας του. Σαν ένα επιπλέον σχόλιο, να σημειώσουμε ότι έχει κανείς την αίσθηση πως το σινεμά του Χαραμουντάνη υπάρχει σαν ένα κοινό μυστικό μεταξύ μερικών σινεφίλ και επαγγελματιών του ελληνικού σινεμά. Είναι καιρός πια να το ανακαλύψουν περισσότεροι.

«Μελατονίνη»
«Μελατονίνη»

Για το τέλος αφήσαμε τη «Μελατονίνη» του Νίκου Πάστρα, μια ταινία που κερνάει FOMO όσους δεν καταφέραμε να παρευρεθούμε στο περσινό φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής ADD, μιας και εκεί διαδραματίζεται η πλοκή που είναι βγαλμένη από τις ανομολόγητες συναυλιακές φαντασιώσεις των περισσότερων από εμάς. Δε μιλάμε καν για κάτι εξτρίμ, αλλά για την εκδήλωση μιας αναπάντεχης ερωτικής γνωριμίας την ώρα που παίζει η αγαπημένη μας μουσική. «Κορίτσι συναντά αγόρι» εν προκειμένω, αντιστρέφοντας το γνωστό αφηγηματικό μοτίβο, με την ιδιαιτερότητα πως εκείνη φοβάται να αποκοιμηθεί ενώ εκείνος είναι… ναρκοληπτικός. Το ρομαντικό πλαίσιο που οριοθετείται από την παραπάνω χαριτωμένη αντίθεση, για αυτό και συμπλήρωμα των δύο τους, απογειώνεται μέσω της συνεσταλμένης σκηνοθεσίας. Υπό τον εκκωφαντικό ήχο των μπάσων μεταξύ των ηρώων σιγοβράζει χαμηλότονα η ερωτική επιθυμία, η οποία εκδηλώνεται αβίαστα κι ορμητικά, μέχρι την ύστατη στιγμή όπου συμβαίνει μια έκπληξη. Ο Πάστρας στρέφεται απρόοπτα σε μια unplugged στιγμή οικειότητας, η οποία καταλήγει σε μια κίνηση που γλυκαίνει την οθόνη. Σε μια απόπειρα να δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα των πραγμάτων, αυτή η κατακλείδα έρχεται σε αρμονία με το σύγχρονο zeitgeist, όπου το σεξ παραμένει απελευθέρωση, αλλά η αγκαλιά ένα πολύτιμο καταφύγιο.

Σχετικά Θέματα