Συνέντευξη

Οι «Monos» του Αλεχάντρο Λάντες είναι γεμάτοι αγωνία και αδρεναλίνη

Από -

Ένα θρίλερ στην καρδιά του Αμαζονίου, με πρωταγωνιστές παιδιά στρατιώτες που ανήκουν σε μια ανώνυμη ομάδα ανταρτών, ήταν το πρώτο φιλμ της χρονιάς που μας κράτησε σε αγωνία σε όλη τη διάρκειά του . Οι «Monos» του Αλεχάντρο Λάντες, με βραβεία στο Σάντανς και στο Σαν Σεμπαστιάν μεταξύ άλλων, είναι το must-see που μόλις κυκλοφόρησε, δίνοντας μας την αφορμή για μια κουβέντα με τον Βραζιλιάνο σκηνοθέτη.

Τη στιγμή που συστηνόμαστε στα παιδιά, βρίσκονται ήδη στην ομάδα των στρατιωτών, χωρίς να γνωρίζουμε πώς βρέθηκαν εκεί. Θα μπορούσαν να συμμετέχουν παρά τη θέλησή τους;
Όχι, ήθελα να δείξω πως σε κάθε πόλεμο υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι συμμετέχουν σθεναρά σε αυτόν. Συνυπάρχουν στρατιώτες με διαφορετικούς σκοπούς ο καθένας. Άλλοι στρατολογήθηκαν, άλλοι είναι εθελοντές. Υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να νιώσουν πως ανήκουν κάπου ή απλώς επιδιώκουν να επωφεληθούν οικονομικά. Τα παιδιά βρίσκονται εκεί για έναν από αυτούς τους λόγους. Πριν από αυτά υπήρχαν άλλα. Εάν θυμάσαι, προς το τέλος της ταινίας εμφανίζονται ακόμα δύο παιδιά τα οποία κρύβονται κάτω από τραπέζι. Ίσως εκείνα σε 20 χρόνια από τώρα να δημιουργήσουν τη δική τους ομάδα, τη δική τους στρατιωτική οργάνωση και το φαινόμενο να συνεχίσει να ανακυκλώνεται.

Παρόλα αυτά δε γίνεται καμία αναφορά σε συγκεκριμένες ιδέες, πρόσωπα, χώρες ή περιόδους. Η ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε.
Ακριβώς αυτό και για να αναφερθώ και σε κάτι που ως Έλληνας θα καταλάβεις, ήθελα η ταινία να αποκτήσει ένα μυθικό στοιχείο. Για αυτό κατά κάποιον τρόπο προσπάθησα να καταργήσω το χώρο και το χρόνο στη σκηνοθεσία μου.

Και η λέξη «monos» έχει ελληνική προέλευση, δεν ξέρω αν την επιλέξατε γνωρίζοντάς το αυτό...
Φυσικά! Γι' αυτό τη διάλεξα, η έννοια της μοναξιάς και της ατομικότητας ταιριάζει απόλυτα με την ταινία. Στον πυρήνα της υπάρχει η ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στο άτομο και τη συλλογικότητα, το υποκείμενο και την κοινωνία.

Έχετε μιλήσει εκτεταμένα για το πόσο εντατικά και σκληρά προετοιμαστήκατε με τα παιδιά της ταινίας. Η ερώτησή μου είναι, πώς μπορεί κάποιος να διαχειριστεί -αφού ολοκληρωθεί- μια τόσο έντονη εμπειρία;
Προσωπικά νιώθω πως δεν έχω βγει ακόμα από όλο αυτό που ζήσαμε. Ήταν συναρπαστικό, ενθουσιώδες αλλά και πολύ τρομακτικό. Ειδικά τις στιγμές που συνειδητοποιούσα τους περιορισμούς που αντιμετώπιζα. Είχα στα χέρια μου να διαχειριστώ τις απαιτήσεις της παραγωγής, τη συνύπαρξη ερασιτεχνών και επαγγελματιών ηθοποιών - εκ των οποίων κάποιοι του Χόλιγουντ, ενώ όλα συνέβαιναν στη ζούγκλα και καλούμουν να παίρνω συνέχεια δημιουργικές αποφάσεις.

Χωρίς να θέλω να κάνω συγκρίσεις, αλλά μου περιγράφετε μια κατάσταση που άνετα θα μπορούσε να διηγείται ο Βέρνερ Χέρτζογκ .
(Γέλια) Καταλαβαίνω απόλυτα γιατί το λέτε, οι καταστάσεις ήταν παρόμοιες σε ένταση με όσα έχει ζήσει κι εκείνος στον Αμαζόνιο.


Επιπλέον, τα πρόσωπα που επιλέξατε και ο τρόπος που τα κινηματογραφείτε μου θύμισε αμυδρά τον Μπρούνο Ντιμόν.
Μου αρέσει πολύ η δουλειά του Ντιμόν, ειδικά το «L'Humanité». Δεν τον είχα στο νου μου ως αναφορά στην ταινία, όμως έχω μια ιδιαίτερη ανάμνηση με εκείνον. Ήταν την εποχή που βρισκόμουν στο Παρίσι συμμετέχοντας σε ένα πρόγραμμα του φεστιβάλ των Κανών και ο Ντιμόν ήρθε για να μας επισκεφτεί. Μας δίδαξε πολλά πράγματα που με βοήθησαν να εξελιχθώ.
Πιο συγκεκριμένα όμως, όσον αφορά το σινεμά στους «Monos» περισσότερο με επηρέασαν το «Gummo» (Χάρμονι Κορίν) και το «Έλα να Δεις» (Έλεμ Κλίμοφ). Έπειτα είχα έντονες λογοτεχνικές αναφορές, όπως το έργο του Τόμας Χόμπς και το βιβλίο του Τζόζεφ Κόνραντ «Η Καρδιά του Σκότους», όπως επίσης φωτογραφίες της Ναν Γκόλντιν. Η ταινία μου έχει στοιχεία πολλών διαφορετικών ειδών, από τα αγωνιώδη θρίλερ μέχρι τις ιστορίες ενηλικίωσης. Επομένως οι επιρροές μου έρχονται από πολλές διαφορετικές πηγές.

Το «Monos» προσφέρει μια ολοκληρωτική και ασυνήθιστη κινηματογραφική εμπειρία. Πιστεύετε πως αυτές τείνουν να εκλείψουν σήμερα;
Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Χαίρομαι ιδιαίτερα για την ταινία γιατί έχει καταφέρει να προσελκύσει πολλούς νέους ανθρώπους στα σινεμά, αλλά και να τους κινητοποιήσει το ενδιαφέρον να ψάξουν πράγματα για το παρελθόν. Οι ταινίες εξάλλου είναι φτιαγμένες ώστε να σε διαπεράσουν, να σφίξουν το στομάχι σου όπως και τον υπολοίπων στην αίθουσα. Πολύ δύσκολα κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μέσω ενός κινητού ή μιας τηλεόρασης, γιατί δελεάζεσαι από την ευκολία να σταματήσεις ή να προχωρήσεις αυτό που βλέπεις.

Η τελευταία ερώτησή μου αφορά μια παλιά σας ταινία, το ντοκιμαντέρ «Cocalero», στο οποίο καταγράφεται η άνοδος του Έβο Μοράλες στην εξουσία. Πώς σχολιάζετε τα γεγονότα που εξελίσσονται τελευταία στη Βολιβία;
Γνώρισα τον Έβο προτού γίνει παγκοσμίως γνωστός, περιοδεύοντας τη χώρα με μόλις δύο ακόμα άτομα, το γραμματέα και τον οδηγό του. Είδα επίσης τις στιγμές που παρότι ισχυρός ένιωθε αδύναμος, γιατί τα κέντρα εξουσίας βρίσκονταν μακριά του. Επομένως φαντάζομαι πως βρίσκεται σε μια παρόμοια κατάσταση τώρα. Η εξουσία είναι κάτι εθιστικό, δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτήν. Στο «Monos» υπάρχει αυτή επιθυμία για έλεγχο και δύναμη, η οποία ενυπάρχει παντού στις χώρες της Νοτίου Αμερικής.

Σχετικά Θέματα