Κριτική

Οι Μισητοί Οκτώ

Από -

Στο μετεμφυλιακό Γουαϊόμινγκ εννιά ετερόκλητοι χαρακτήρες με ύποπτα κίνητρα βρίσκουν καταφύγιο σε μια απομονωμένη καλύβα μέσα στα χιόνια. Μεταμοντέρνα και διασκεδαστικά ανατρεπτική μελέτη στο γουέστερν σπαγγέτι από έναν ατελείωτα ομιλητικό, γραφικά βίαιο και απολαυστικά βιρτουόζο Ταραντίνο. Τρεις υποψηφιότητες Χρυσών Σφαιρών, μία εκ των οποίων για τη μουσική του 87χρονου Ένιο Μορικόνε.

Είναι μοναδική απόλαυση να διαπιστώνεις, πλάνο το πλάνο και ατάκα την ατάκα, πως όλα τα μικρά, περιττά και φλύαρα πράγματα στο σινεμά του Ταραντίνο «κουμπώνουν» στο τέλος κάθε ταινίας σε ένα μεγάλο, ενιαίο σύνολο. Το οποίο, ακόμα κι αν εντυπωσιάζει με την παιχνιδιάρικη, σινεφίλ ευφυΐα του, κρύβει μέσα του πολύ περισσότερο κινηματογραφικό βάθος απ’ όσο μας αποκαλύπτει η πρώτη, επιπόλαια ματιά μας πάνω του. Τώρα έρχεται μια ακόμα επιβεβαίωση της μοναδικής αυτής ικανότητας του κινηματογραφόφιλου auteur, ο οποίος με τους «Μισητούς Οκτώ» επιστρέφει ταυτόχρονα στην πρώτη («Reservoir Dogs») και την αμέσως προηγούμενη ταινία του («Django ο Τιμωρός»).

Μαζί τους παίρνει βέβαια σβάρνα και μερικές… δεκάδες ακόμη, στριμώχνοντάς τες σε μια απομονωμένη ορεινή καλύβα του μετεμφυλιακού Γουαϊόμινγκ. Εκεί σταματά μια άμαξα η οποία, εκτός του οδηγού της, μεταφέρει έναν Αφροαμερικανό πρώην αξιωματικό των Βορείων, τον μέλλοντα σερίφη της κοντινής πόλης, έναν κυνηγό επικηρυγμένων και μια καταζητούμενη γυναίκα. Στο ξύλινο χάνι τούς περιμένουν τέσσερις ακόμα άντρες, ανάμεσά τους ένας Βρετανός δήμιος και ένας πρώην στρατηγός των Νοτίων. Κάποιοι γνωρίζονται μεταξύ τους, κάποιοι είναι γνωστοί κατ’ όνομα, όλοι τους μοιάζουν όμως να αποκαλύπτουν τη μισή αλήθεια, αποκρύπτοντας τα πραγματικά κίνητρά τους.

Ο Ταραντίνο «χαραμίζει» περισσότερη από μιάμιση ώρα συστήνοντάς μας το ετερόκλητο αυτό παζλ χαρακτήρων, χτίζοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και σπέρνοντας αμφιβολίες για όσα δείχνει και ισχυρίζεται ο καθένας. Κι όταν το πιστολίδι αναπόφευκτα ξεκινά, ανακατεύει διαρκώς την τράπουλα της πλοκής, προσθέτοντας στην κλειστοφοβική γουέστερν ένταση (αλά «Ρίο Μπράβο» του αγαπημένου του Χάουαρντ Χοκς) μυστήριο αλά Αγκάθα Κρίστι και τρομακτικό σασπένς αλά «Απειλή» του Τζον Κάρπεντερ. Για ακόμα μία φορά θαρραλέος, ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ σεναρίου δημιουργός δοκιμάζει την υπομονή του θεατή με ακατάσχετη πολυλογία, η οποία πίσω της κρύβει –όπως οι ήρωες τις προθέσεις τους– το σεναριακό φιτίλι που καίγεται αθέατο, έτοιμο να προκαλέσει τις διαδοχικές, πάντα γεμάτες χιούμορ και αίμα ανατροπές.

Και πίσω από το βίαιο χαβαλέ που τις συνοδεύει, ο παμπόνηρος σκηνοθέτης έχει καταχωνιάσει όχι μόνο μια ατέλειωτη σειρά από σινεφίλ αναφορές (ξεκινώντας από τους Λεόνε, Πέκινπα, Αρτζέντο, περνώντας από το «Il Grande Silenzio» του Σέρτζιο Κορμπούτσι και φτάνοντας μέχρι το «Track of the Cat» του Γουίλιαμ Γουέλμαν), αλλά και μια έξυπνη παραβολή για μια χώρα γεννημένη από τη ματαιόδοξη απληστία και χτισμένη πάνω στο αιματοβαμμένο δίκαιο του ισχυροτέρου. Όλα αυτά μονταρισμένα δεξιοτεχνικά στο εσωτερικό ενός σούπερ σινεμασκόπ κάδρου 70mm, παρουσιασμένα με απολαυστικά πισωγυρίσματα στο χρόνο και πλαισιωμένα από ένα θριλερικά ατμοσφαιρικό, μεταμοντέρνο σκορ του γουέστερν μαέστρου Ένιο Μορικόνε.

ΗΠΑ. 2015. Διάρκεια: 168΄. Διανομή: ODEON.

Σχετικά Θέματα