Θέμα

«Οι Εραστές της Γέφυρας»: Το παράφορο σινεμά του Λεός Καράξ

Από -

Η Ζιλιέτ Μπινός με το βετεράνο Κλάους-Μίκαελ Γκρούμπερ
Η Ζιλιέτ Μπινός με το βετεράνο Κλάους-Μίκαελ Γκρούμπερ

Μπορεί οι δημιουργοί της νουβέλ βαγκ να ήταν τα «παιδιά του Μαρξ και της κόκα-κόλα», όμως η γενιά που τους διαδέχθηκε στα '80s με σκηνοθέτες όπως οι Λεός Καράξ, Ολιβιέ Ασαγιάς και Ζαν Ζακ Μπενέξ, χρειάστηκε καιρό για να απογαλακτιστεί από τους πνευματικούς πατέρες της και να σχηματίσει ξεχωριστή ταυτότητα. Αυτό είναι τρανταχτό στην περίπτωση του Καράξ· ενός auteur ο οποίος ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο αρθρογραφώντας στο ιστορικό Cahiers du Cinema, όπως ακριβώς οι σκηνοθέτες που θαύμαζε, αλλά έφυγε άρον άρον όταν στράφηκε εναντίον της αρχισυνταξίας, για να περάσει στη συνέχεια ο ίδιος πίσω από την κάμερα. Στην Ελλάδα ο Καράξ έγινε περισσότερο γνωστός μετά τον κρότο του δαιδαλώδους «Holy Motors» (2012), ωστόσο ο Γάλλος ήδη από το ξεκίνημα της καριέρας του είχε ξεχωρίσει στο ευρωπαϊκό σινεμά, χάρη στις φιλόδοξες, αντισυμβατικές και έντονα συναισθηματικές ταινίες του, που πάλλονται από την ανάγκη για κινηματογραφική εξέγερση.

Αγόρι συναντά κορίτσι

Ο Ντενί Λαβάν αγκαλιάζει την Μπινός σε μια από τις σπαρακτικές στιγμές της ταινίας
Ο Ντενί Λαβάν αγκαλιάζει την Μπινός σε μια από τις σπαρακτικές στιγμές της ταινίας

Από νωρίς ο Καράξ ήρθε αντιμέτωπος με προβλήματα που θα συναντούσε πολύ συχνά στην καριέρα του και θα τον «υποχρέωναν» να παραδώσει μόλις πέντε μεγάλου μήκους ταινίες σε σαράντα χρόνια δράσης (την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές το επόμενο φιλμ του, το μιούζικαλ «Annette», βρίσκεται στο μοντάζ). Χαρακτηριστικά σημειώστε πως η παραγωγή της ταινίας με τίτλο «La Fille Rêvée», η οποία θα αποτελούσε κανονικά το ντεμπούτο του, χρειάστηκε να διακοπεί όταν ένας προβολέας εξερράγη παραδίδοντας στις φλόγες το εστιατόριο όπου γίνονταν γυρίσματα. Ανυπέρβλητα εμπόδια στο πλατό και υπέρογκοι προϋπολογισμοί θα ταυτιστούν με το όνομα του Λεός Καράξ, περισσότερα όμως πάνω σε αυτό θα πούμε παρακάτω.

Εντέλει το 1984, ο 24χρονος τότε σκηνοθέτης συστήνεται στο κοινό με το ασπρόμαυρο και αθεράπευτα ρομαντικό «Boy Meets Girl». Ένας άτυπος φόρος τιμής στην πρώιμη φάση του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, το νυχτερινό Παρίσι, το βουβό σινεμά και τον τρυφερό έρωτα ανάμεσα σε δύο μελαγχολικούς νέους που αναζητούν διέξοδο από τη μονότονη ύπαρξή τους. Επιπλέον, εδώ ο Καράξ βρίσκει στο πρόσωπο του Ντενί Λαβάν το alter ego του, έναν ηθοποιό που πρωταγωνιστεί σε όλες τις ταινίες του (πλην «Pola X», 1999) παραδίδοντας υπερηχητικές ερμηνείες, οι οποίες βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην εκφραστικότητα του σώματός του. Η θερμή υποδοχή του «Boy Meets Girl» δίνει στον Καράξ πρόσβαση σε μεγαλύτερο προϋπολογισμό και του προσφέρει την ευκαιρία να αποδείξει πως είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας σινεφίλ auteur.

Η Μπινός στο ρόλο μιας άστεγης ζωγράφου που χάνει την όρασή της
Η Μπινός στο ρόλο μιας άστεγης ζωγράφου που χάνει την όρασή της

Κάτι που απέδειξε περίτρανα στο θυελλώδες φιλμ «Η Δική μας Νύχτα» (1986). Διπλά βραβευμένη στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, η ταινία δανείζεται το πλαίσιο των γκανγκστερικών περιπετειών, για να αναδειχθεί σε ένα στιλιζαρισμένο μάταιο λαβ στόρι ανάμεσα στους χαρακτήρες του Λαβάν και της Ζιλιέτ Μπινός. Πρόκειται για ήρωες που έχουν αποδεχτεί το τέλος τους και ρίχνονται ολοκληρωτικά στο κυνήγι της αγάπης ελπίζοντας πως έτσι θα ξεπεραστεί το άλγος τους. Γι' αυτό και μένει αξέχαστη η σκηνή στην οποία ο Λαβάν, ο οποίος υποφέρει από πόνους στο στομάχι, τρέχει μανιωδώς στο δρόμο ενώ ακούγεται το «Modern Love» του Ντέιβιντ Μπάουι. Όταν σταματήσει, έχει μόνο μία ερώτηση να κάνει στην Μπινός: «Πιστεύεις στον έρωτα που εμφανίζεται αιφνίδια μα κρατάει για πάντα»;

Η γέφυρα των απόκληρων

Αφού εμφανίστηκε στο «King Lear» (1987) του ινδάλματός του Γκοντάρ, την επόμενη χρονιά ο Καράξ έβαλε μπρος το πρότζεκτ που ξεκίνησε ως μια χαμηλού προϋπολογισμού ταινία γυρισμένη με φιλμ super 8 και μικρό συνεργείο, για να αποδειχθεί στην πράξη μια χαοτική παραγωγή εκατομμυρίων, που λίγο έλειψε να βάλει τέλος στην καριέρα του σκηνοθέτη. Οι «Εραστές της Γέφυρας» (1991) αποτελούν την επιτομή των εμμονών του Καράξ και το στιλιστικό απόγειο της πρώτης περιόδου του. Η ταινία θέλει εκ νέου τους Λαβάν - Μπινός να συμπρωταγωνιστούν ως ένα ζευγάρι που ερωτεύεται κεραυνοβόλα, μόνο που αυτήν τη φορά ενσαρκώνουν δύο άστεγους που βρίσκουν καταφύγιο στην υπό ανακαίνιση παριζιάνικη γέφυρα του Ποντ-Νεφ, την αρχαιότερη της Πόλης του Φωτός.

Το μετρό του Παρισιού στις φλόγες
Το μετρό του Παρισιού στις φλόγες

Για τις ανάγκες του φιλμ η ομάδα παραγωγής κατάφερε να αποκτήσει άδεια γυρισμάτων κατά τη διάρκεια της ημέρας, όμως για τα νυχτερινά πλάνα χρειάστηκε η κατασκευή ενός ομοιώματος 700 χιλιόμετρα μακριά, στη μικρή πόλη Λανσάργκ κοντά στο Μονπελιέ. Τελικά, εξαιτίας και ενός ατυχήματος που άφησε εκτός «μάχης» τον Λαβάν, το μοντέλο της γέφυρας χρησιμοποιήθηκε για όλα τα γυρίσματα, κίνηση η οποία εκτόξευσε κατακόρυφα το κόστος παραγωγής. Ο υπεύθυνος σχεδιασμού Μισέλ Βαντεστέν ανέλαβε το εξαιρετικά δύσκολο σχέδιο της δαπανηρής κατασκευής, η οποία επιβάρυνε με επιπλέον εννέα εκατομμύρια το μπάτζετ. Ο Βαντεστέν κλήθηκε να κάνει πράξη έναν κινηματογραφικό άθλο, αφού εκτός από τη γέφυρα ήταν απαραίτητο να συνθέσει όλα τα κτίρια που περιστοιχίζουν το πραγματικό σημείο, όπως το εμβληματικό εμπορικό κέντρο Σαμαριτέν.

Τα αστρονομικά ποσά που χρειάζονταν, ανάγκασαν τους παραγωγούς να βάλουν φρένο στις εργασίες, ώστε να εξασφαλίσουν επιπλέον χρηματοδότηση και να ολοκληρωθεί η ταινία. Εκείνη ήρθε προσωρινά από τον εκατομμυριούχο Φράνσις φον Μπιούρεν, ο οποίος, αφού προσέφερε 30 εκατομμύρια φράγκα, σύντομα απέσυρε μεγάλο μέρος του ποσού αυτού, καθώς συνειδητοποίησε πως εξαπατήθηκε και συνολικά θα απαιτούνταν για την ταινία 70 εκατομμύρια(!). Το πράσινο φως για την οριστική έναρξη των γυρισμάτων ήρθε στο Φεστιβάλ των Κανών το 1990 όταν ο παραγωγός Κριστιάν Φεχνέρ κατέθεσε προσωπικά όλο το ποσό, ρίχνοντας μια τρομερά δύσκολη ζαριά για μια ήδη ταλαιπωρημένη παραγωγή. Το ρίσκο του Φεχνέρ όμως απέδωσε, καθώς οι «Εραστές της Γέφυρας» έγιναν η πιο επιτυχημένη εμπορικά ταινία του Καράξ, κόβοντας κοντά στα 900.000 εισιτήρια στο box office.

Καρέ από την εντυπωσιακή σεκάνς των πυροτεχνημάτων πάνω από την (κάλπικη) γέφυρα Ποντ-Νεφ
Καρέ από την εντυπωσιακή σεκάνς των πυροτεχνημάτων πάνω από την (κάλπικη) γέφυρα Ποντ-Νεφ

Ένα εξπρεσιονιστικό έπος που δεν υπακούει στα κινηματογραφικά είδη, ένα φιλμ παθιασμένο που ελίσσεται ανάμεσα στο παράλογο, το μελόδραμα, το ρεαλισμό και το όνειρο, οι «Εραστές...» θα έβγαιναν εκτός ελέγχου εάν πίσω από την κάμερα δεν βρισκόταν ο Καράξ. Όλες οι ανησυχίες του σκηνοθέτη βρίσκουν χώρο έκφρασης και συνοψίζονται στον αλλοπαρμένο έρωτα των πρωταγωνιστών. Σαν εξέλιξη των χαρακτήρων που ενσάρκωσαν στις προηγούμενες ταινίες του Γάλλου, οι Λαβάν και Μπινός παίζουν ισοπεδωμένοι από την απόγνωση και με έναν έκδηλο φαταλισμό, ο οποίος εξαλείφεται όταν ο Καράξ αντιπαραβάλλει τις στιγμές που απολαμβάνουν ο ένας τη θέα του άλλου.

Η βαθιά επίδραση που ασκούν οι «Εραστές...» οφείλεται ακόμα στη σπουδαία εικαστική δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Ζαν-Ιβ Εσκοφιέ, ο οποίος καταφέρνει να μπολιάσει με ζεστασιά ένα φιλμ που κατά τα άλλα θα ήταν εύκολο να πέσει στην παγίδα της επιφανειακά όμορφης κινηματογραφικής εικόνας. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν συμβαίνει, διότι τόσο ο Εσκοφιέ όσο και ο Καράξ αντιλαμβάνονται το σινεμά ως μια ζωντανή συλλογική εμπειρία. Ο σκηνοθέτης ανήκει στους τελευταίους auteurs που κάνουν ταινίες πρωτίστως για να τις βιώσουν, αδιαφορώντας για προβλήματα προϋπολογισμού ή σεναριακούς κανόνες, φερειπείν. Είναι ένας ονειροπόλος που κάνει τις φαντασιώσεις του πραγματικότητα· εάν χρειαστεί να χτίσει μια γέφυρα από τη αρχή για ένα γύρισμα θα το κάνει, ακόμα κι αν το σετ καταστραφεί αμέσως μετά – όπως και έγινε εν προκειμένω. Προηγουμένως όμως θα έχει μείνει η χειροπιαστή καταγραφή της δουλειάς ανθρώπων που ρίσκαραν τα πάντα για τις δύο ώρες μιας ταινίας.


Τα μαγικά κάδρα του Ζαν-Ιβ Εσκοφιέ

«Μου αρέσει να πλησιάζω όσο το δυνατόν περισσότερο τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων, να σχεδιάζω την ένταση, τη σκοτεινιά και τη φωτεινότητα του κόσμου, με τον ίδιο τρόπο που παρουσιάζονται στη ζωή». Έτσι συνοψίζει ο σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας Ζαν-Ιβ Εσκοφιέ τη λογική της δουλειάς του πίσω από το φακό, η οποία έχει προσφέρει ουκ ολίγες συναρπαστικές εικόνες στη μεγάλη οθόνη. Ο Εσκοφιέ, που έχασε απροσδόκητα τη ζωή του σε ηλικία μόλις 52 ετών το 2003, συνδέθηκε άρρηκτα με το σινεμά του Λεός Καράξ, καθώς συνεργάστηκε με το σκηνοθέτη στις τρεις πρώτες ταινίες του. Για τους «Εραστές στη Γέφυρα», ο Εσκοφιέ έστησε κάδρα νατουραλιστικά, φτιαγμένα από νωπά χρώματα και χειροπιαστή υφή, ωστόσο μεγαλουργεί στις νυχτερινές σκηνές, με αποκορύφωμα τη σεκάνς των πυροτεχνημάτων του τέλους. Ο Καράξ τον έχει αποκαλέσει μεγάλο αδερφό του, ενώ παρά το γεγονός πως μετά τους «Εραστές» η σχέση τους κατέρρευσε, δεν έχασε ποτέ το σεβασμό του για εκείνον. Εξάλλου, ο σκηνοθέτης έχει πει για τον Εσκοφιέ πως «πρώτα ονειρευόταν τα κάδρα του και μετά τα γύριζε».

Σχετικά Θέματα