Θέμα

Οι εντυπώσεις μας από τις ελληνικές ταινίες του 61ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Από -

«Digger»
«Digger»

Ένα εντελώς διαφορετικό φεστιβάλ σε κάθε επίπεδο σε σχέση με όλα τα προηγούμενα, ήταν αυτό το οποίο μόλις εγκαινίασε την έβδομη δεκαετία του σημαντικότερου ελληνικού κινηματογραφικού θεσμού. Πρωτόγνωρη η αίσθηση του να παρακολουθείς τις ταινίες του από το σπίτι, να μην έχεις φίλους και συναδέλφους να τις συζητήσεις, να είσαι εντελώς έξω από τα γνώριμα φεστιβαλικά νερά σου και μακριά από τον σινεφίλ πυρετό που καταλαμβάνει όλους όσοι για ένα δεκαήμερο ανεβοκατεβαίνουν εμμονικά ανάμεσα στο Ολύμπιον και τις Αποθήκες του λιμανιού. Για ακόμα μια φορά, όμως, το πλούσιο πρόγραμμα του θεσσαλονικιώτικου φεστιβάλ αποδείχτηκε γεμάτο εκπλήξεις, από τη γνωριμία με την Άνια Μπρέιεν, μια πρωτοπόρο Νορβηγίδα δημιουργό των 70s με έντονες κασσαβετικές επιρροές, ως μια σειρά από ελληνικές παραγωγές οι οποίες κάνουν τη φετινή εγχώρια σινε-σοδειά να ξεχωρίζει από εκείνες των αμέσως προηγούμενων χρόνων και να αφήνει αισιόδοξες υποσχέσεις (ειδικά αν προσθέσει κανείς και τις βραβευμένες μικρού μήκους της Δράμας που συμπληρώνουν το πρόγραμμα).

Ναι, το ελληνικό σινεμά ήταν ο βασικός πρωταγωνιστής του 61ου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κάτι το οποίο αποτυπώθηκε και στα βραβεία του Διεθνούς Διαγωνιστικού προγράμματος. Για τρίτη μόλις φορά, μετά τον «Λευτέρη Δημακόπουλο» το 1993 και το «Attenberg» το 2010, ο Αργυρός Αλέξανδρος κατέληξε σε ελληνικά χέρια (μόνον το «Απ’ το Χιόνι» έχει κερδίσει την κορυφαία διάκριση του φεστιβάλ), αυτά του Τζώρτζη Γρηγοράκη για το «Digger», ενώ τα «Μήλα» του Χρήστου Νίκου απέσπασαν το βραβείο αντρικής ερμηνείας για τον Άρη Σερβετάλη. Τα δυο αυτά φιλμ, πράγματι, ξεχωρίζουν σαφώς από το σώμα των 15 (δυο εξ αυτών στο τμήμα «Ξεπερνώντας τα σύνορα») ελληνικών ταινιών που έκαναν πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη, με το «Digger» να κερδίζει τις εντυπώσεις, καθώς απέσπασε επίσης τα βραβεία κοινού, Νεότητας, Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου.

«Μήλα»
«Μήλα»

Σε αναζήτηση ταυτότητας

Τα φιλμ των Γρηγοράκη και Νίκου, αμφότερα σκηνοθετικά ντεμπούτα, θίγουν με διαφορετικό τρόπο το ζήτημα της ταυτότητας, κυρίαρχο στις περισσότερες ταινίες, οι οποίες προσπαθούν να χαρτογραφήσουν έναν κόσμο σε μετάβαση και μια κοινωνία σε πλήρη αποπροσανατολισμό (στην αφίσα του φεστιβάλ μια πυξίδα). Για τα λανθιμικού ύφους «Μήλα», των οποίων το κομψό αφηγηματικό στιλιζάρισμα υπηρετεί έξοχα την πρωτότυπη, επίκαιρη σεναριακή ιδέα τους (μια πανδημία προκαλεί στους ανθρώπους απώλεια μνήμης), το παρελθόν μας είναι η ταυτότητά μας, την οποία δεν μπορούμε να επανεφεύρουμε χωρίς τίμημα. Για το πιο προσγειωμένο στην ελληνική γη «Digger», το οποίο χειρίζεται μετρημένα την απλή αλληγορία του – η τεχνολογία απέναντι στη φύση, η εξέλιξη απέναντι στις παραδοσιακές αξίες – και με πειστικό ρεαλισμό το ανθρώπινο δράμα του, την αντιπαράθεση πεισματάρη πατέρα και αποξενωμένου γιου, η έννοια της ταυτότητας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον τόπο, την ανθρώπινη κοινότητα και τη πίστη σε ιδανικά που αντιστέκονται στις καιροσκοπικές αλλαγές προτεραιοτήτων.

«Ντάνιελ ‘16»
«Ντάνιελ ‘16»

Όπως ο Γρηγοράκης, πολλοί ήταν οι συνάδελφοί του που έστρεψαν φέτος το φακό τους μακριά από τα αστικά προβλήματα της πρωτεύουσας, προνομιακό πεδίο εξέλιξης των περισσοτέρων σύγχρονων ελληνικών ταινιών. Στο «Ντάνιελ ‘16» ο συγκινητικά λιτός Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος ταξιδεύει ως τον Έβρο και μια κοινότητα αγωγής ανηλίκων για να μας αφηγηθεί μια γλυκόπικρη, μικρού βεληνεκούς μα γεμάτη κινηματογραφικούς χυμούς ιστορία ενηλικίωσης με φόντο τα – ελληνικά, πλέον και ευρωπαϊκά – σύνορα. Στο «Ένας Ήσυχος Άνθρωπος» ο πρωτοεμφανιζόμενος Τάσος Γερακίνης επιλέγει ένα ακριτικό αιγαιοπελαγίτικο νησί για να διηγηθεί στρωτά όσο και προβλέψιμα πως η αδιέξοδη καθημερινότητα, στενά δεμένη με την επαρχιακή πραγματικότητα, οδηγεί ένα φιλήσυχο άνθρωπο σε οριακές επιλογές. Ο Μάρκος Παπαδόπουλος, από την άλλη, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη του 1949, όπου ρεμπέτικα τραγούδια, εμφυλιακά απωθημένα, ένα revenge story και η ανορθόδοξη, άτεχνη και αυθαίρετη σύνδεσή τους μετατρέπουν το φάλτσο «Σαρμάκο – Μια Ιστορία του Βορρά» σ’ ένα πλήρως αποτυχημένο σινε-πείραμα. Πολύ πιο ενδιαφέρον, αν και όχι απόλυτα πετυχημένο, είναι σίγουρα το βραβευμένο στο φεστιβάλ του Ρότερνταμ «Kala Azar» της Τζάνις Ραφαηλίδου. Μιας νεαρής δημιουργού που έρχεται από το χώρο των εικαστικών τεχνών, μεταφέροντας στην οθόνη την conceptual λογική τους και στηρίζοντας μια σκληρά ρεαλιστική οικολογική παραβολή σε μια ισχνή, υποτυπώδη μυθοπλασία που προσπαθεί να αντλήσει συναισθήματα και ιδέες από το «arte povera» κάδρο της. Μια αναμφίβολα τολμηρή κινηματογραφική πρόταση - περισσότερο πρόταση και λιγότερο κινηματογραφική, πάντως.

«Kala Azar»
«Kala Azar»

Σε αναζήτηση σεναριογράφου

Η Ραφαηλίδου, μια από τις πέντε συνολικά γυναίκες δημιουργούς του φετινού προγράμματος, είναι σαφές πως δεν θέλει να ακολουθήσει μια πεπατημένη, ευκολοδιάβατη αφηγηματική οδό. Όσοι όμως επιθυμούν να μείνουν περισσότερο ή λιγότερο πιστοί σε ένα σταθερό σεναριακό οδηγό οφείλουν να επενδύσουν περισσότερα στη δραματουργική κατασκευή και τη διηγηματική ανάπτυξή του. Από τον «Ράφτη» της Σόνια Λίζα Κέντερμαν (βραβεία Διεθνούς Ένωσης Κριτικών και ΕΡΤ), ο οποίος υιοθετεί τον ανάλαφρο αέρα μιας αθηναϊκής δραματικής κομεντί, έως την «Πράσινη Θάλασσα» της Αγγελικής Αντωνίου, όπου (άλλη) μια αμνησιακή ηρωίδα, βγαλμένη από μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, προσπαθεί να «ανακατασκευάσει» τον εαυτό της, οι αδυναμίες κορύφωσης μιας καθημερινής ιστορίας και οι αβοήθητοι δραματικά χαρακτήρες τραυματίζουν βαθιά το τελικό κινηματογραφικό αποτέλεσμα.

Η ενδιαφέρουσα σκηνοθετική ματιά είναι παρούσα και στις δυο φιλικές προς το θεατή ταινίες, μένει όμως μετέωρη, κοιτώντας ένα δράμα που εξελίσσεται «επιφανειακά» και αβοήθητο. Όπως ακριβώς συμβαίνει στον κυπριακό «Πολίτη Τρίτης Ηλικίας» του Μαρίνου Κατρίκκη, μια αφόρητα επίπεδη, μονοδιάστατη προσέγγιση της σύγχρονης αποξένωσης και της διαχείρισης της απώλειας, στο ναΐφ πολιτικοκοινωνικά και κινηματογραφικά «Ποιος, Ποιος θα Φαγωθεί» της Ελπινίκης Βουτσά – Ρεντζεποπούλου, αλλά και στα «Μικρά Όμορφα Άλογα» του Μιχάλη Κωνσταντάτου. Ενός σκηνοθέτη («Luton») με εξαιρετική αίσθηση του κάδρου και της ατμόσφαιρας, ο οποίος υπονομεύει εξ αρχής με κλινική μεθοδικότητα την τακτοποιημένη ρουτίνα μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, την προδιαγεγραμμένη τύχη της οποίας αφήνει κατόπιν «ξεκρέμαστη» μέσα σε μια εύκολη αλληγορία περί αλλοτρίωσης και ταξικού ανταγωνισμού. Να ακόμα μια ευκαιρία να διαπιστώσει κανείς πόσα σοφά δομημένη, πολυδιάστατη, μεστή και κινηματογραφικά ευφυής ταινία είναι τα παρόμοιου ύφους και εντελώς διαφορετικής κλάσης «Παράσιτα».

«Πρόστιμο»
«Πρόστιμο»

Δεν είναι όμως απαραίτητο να είναι κανείς τόσο φιλόδοξος. Μετρημένος και απόλυτα εστιασμένος σε ένα ελληνικού διαμετρήματος γκανγκστερικό θρίλερ, ο Φωκίων Μπόγρης αποδεικνύει στο «Πρόστιμο» πως έχει μάθει καλά το οικονομιδικό μάθημά του. Λαϊκός ρεαλισμός, ζωντανοί χαρακτήρες, μια πρωτοεπίπεδη, στρωτή πλοκή (το μπλέξιμο ενός νεαρού με μπίζνες του υποκόσμου και η απέλπιδα προσπάθειά του να «δραπετεύσει») και ένα απολαυστικό σινε-δίωρο που παραδίδει όσα υπόσχεται. Το ίδιο κάνει και ο Αλέξανδρος Βούλγαρης, πιστός στα avant garde όσο και εσωστρεφή κινηματογραφικά πειράματά του. Στο διάρκειας 166΄ «Γυμναστήριο» του μια ομάδα ηθοποιών εξομολογούνται στην κάμερα τη σχέση τους με τους χαρακτήρες μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ. Μέσα από τους άλλοτε συγκινητικούς κι άλλοτε εξεζητημένους μονολόγους τους εξερευνάται η σχέση ηθοποιού και ρόλου, αληθινής ζωής και τέχνης, ακόμα κι αυτή του λόγου με την εικόνα. Ιδέες που μοιάζουν να αξιοποιούνται με αναπάντεχα πρωτότυπο τρόπο, πριν εξαντληθούν στη μέση της διαδρομής.

Στο τμήμα «Ξεπερνώντας τα σύνορα» προβλήθηκαν το ισπανικής παραγωγής «Η Οδύσσεια του Βάση» («Vassy’s Odyssey») του Βασίλη Παπαθεοχάρη, ένα casual, ασπρόμαυρο road movie που κερδίζει τις εντυπώσεις με τη σινεφίλ ελαφράδα του, πριν προσγειωθεί σε μια κοινότοπη κομεντί εθνικών παρεξηγήσεων, και το ελληνογερμανικό «Στην Πυρά» («Sisters Apart») της Δάφνης Χαριζάνη, γυρισμένο κατά ένα μεγάλο μέρος του στο ορεινό Κουρδιστάν. Εκεί αναζητά μια νεαρή Γερμανίδα στρατιώτης την αδελφή της σ’ ένα στιβαρό περιπετειώδες δράμα, μεθοδικά σεναριογραφημένο και δυναμικά σκηνοθετημένο, το οποίο είχε κάνει το ντεμπούτο του στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου.

Τέλος, το φετινό ελληνικό πανόραμα συμπλήρωσαν τρεις παραγωγές που είχαν ήδη προβληθεί είτε στο εμπορικό κύκλωμα («Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» του Γιάννη Οικονομίδη, «Παρί» του Σιαμάκ Ετεμάντι) είτε στις αθηναϊκές «Νύχτες Πρεμιέρας» («Η Αναζήτηση της Λώρας Ντουράντ» του Δημήτρη Μπαβέλλα). Με τις δυο πρώτες να είναι από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, καταλαβαίνει κανείς πως η ποικιλόμορφη εθνική κινηματογραφία μας σημείωσε μια συνολικά εντυπωσιακή παρουσία στη διαδικτυακή Θεσσαλονίκη τού 2020, κάνοντάς μας να ελπίζουμε βάσιμα και σε μια ανάλογη στις αίθουσες του 2021.

Σχετικά Θέματα