Θέμα

Οι βιογραφίες στις οποίες το σινεμά «τραγουδά» τα αληθινά μπλουζ

Από -

Μαύρα σώματα αιωρούνται στον νότιο άνεμο / Παράξενο φρούτο που κρέμεται απ’ τις λεύκες». Ακόμα και σε αυτήν την πρόχειρη μετάφραση των στίχων του «Strange fruit», του διασημότερου κομματιού της Μπίλι Χόλιντεϊ, η δύναμη του νοήματος που περΣικλείουν, διατηρείται ανέπαφη. Ό,τι ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1930 ως «Πικρό φρούτο» Σ(«Bitter fruit»), το ποίημα δηλαδή που εμπνεύστηκε ο εβραϊκής καταγωγής Έιμπελ Μίροπολ όταν συγκλονίστηκε από τη φωτογραφία τριών απαγχονισμένων Αφροαμερικανών εφήβων στην Ιντιάνα, εννιά χρόνια μετά έγινε στα χείλη της Lady Day ένας ύμνος ενάντια στα ρατσιστικά λιντσαρίσματα των λευκών.

Ένα συγκλονιστικό τραγούδι διαμαρτυρίας που έβαλε τη σπουδαία μουσικό στο στόχαστρο του FBI για χρόνια, μέχρις ότου οι αρχές κατάφεραν να τη συλλάβουν το 1947 για κατοχή ναρκωτικών, γνωρίζοντας πως υποφέρει από τον εθισμό. Το στενό μαρκάρισμα των αστυνομικών, η άνθηση της καριέρας της Χόλιντεϊ, τα προσωπικά βάσανα και η επίδρασή της στο κίνημα των κοινωνικών δικαιωμάτων έρχονται σε πρώτο πλάνο στην ταινία «Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον Μπίλι Χόλιντεϊ» του Λι Ντάνιελς («Μονάκριβη», «Ο Μπάτλερ»), η οποία χάρισε μια ανέλπιστη Χρυσή Σφαίρα και μια οσκαρική υποψηφιότητα στην πρωταγωνίστρια Άντρα Ντέι.

A change is gonna come

Το γεγονός ότι βρίσκεται στις μαρκίζες μια σινε-βιογραφία σαν και αυτήν δεν στερείται συνδέσεων με την παρούσα ιστορική συγκυρία. Μάλιστα, πορεύεται παράλληλα με τις δυναμικές πολιτικές διεκδικήσεις που έχουν εντατικοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ακόμα περισσότερο δε μετά τις αποτρόπαιες δολοφονίες των Μπριόνα Τέιλορ και Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς. Η διαχρονικά παραγκωνισμένη κοινωνικά και υποτιμημένη πολιτισμικά αφροαμερικανική κοινότητα, παρότι σταθερά πρωτοπόρος καλλιτεχνικά –ειδικά στη μουσική– επιδιώκει με ανανεωμένη αποφασιστικότητα τη χειραφέτησή της, ξεκινώντας από τους δρόμους των πόλεων και φτάνοντας μέχρι τη θέση της στην αμερικανική κουλτούρα.

banner

Έτσι, φιλμ όπως αυτό του Ντάνιελς ή η πρόσφατη «Θρυλική Μα Ρέινι» (Τζορτζ Σι Γουλφ, 2020) βοηθούν όχι μόνο στην επιβεβαίωση της αδιαπραγμάτευτης αξίας περιπτώσεων όπως η Χόλιντεϊ, αλλά και ενός μείζονος πολιτικού προβλήματος. Διότι το αμερικανικό κράτος ουδέποτε έπαψε, στ’ αλήθεια, να φέρεται στους Αφροαμερικανούς πολίτες ως υπόδουλους, διατηρώντας γύρω τους ένα σύστημα συνεχούς επιτήρησης, περιορισμού των κινήσεων και αποτροπής της πολιτικής τους οργάνωσης. Είτε βγάζοντας από το χάρτη άμεσα ή έμμεσα τους ηγέτες του (Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Μάλκολμ Χ, Φρεντ Χάμπτον) είτε φροντίζοντας να αμαυρώσει τη δημόσια εικόνα των πιο διακεκριμένων και ταλαντούχων μελών της κοινότητας, επιδιώκει να ενισχύσει στο λευκό ακροατήριο την εντύπωση του εν δυνάμει παραβατικού, αυτοκαταστροφικού μαύρου, όπως στην υπόθεση της Χόλιντεϊ.

Μέσω των κινηματογραφικών βιογραφιών, το σινεμά έχει αποπειραθεί πολλάκις να επαναδιαπραγματευτεί το μύθο διάσημων και ενδεχομένως παρεξηγημένων προσώπων, που δεν βρήκαν τη δικαίωση που αναζητούσαν εν ζωή. Με αφορμή, λοιπόν, την ταινία του Ντάνιελς, κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στα φιλμ που μας σύστησαν από την αρχή σπουδαίους Αφροαμερικανούς μουσικούς, δίνοντας έμφαση στην τζαζ, τη σόουλ και τα μπλουζ.

Mississippi goddam

Πολύ προτού η Άντρα Ντέι υποδυθεί τη Χόλιντεϊ στη μεγάλη οθόνη, ένα αξεπέραστο αστέρι της Motown έκανε τη δική του απόπειρα στο ρόλο. Στο «Η Κυρία Τραγουδάει τα Μπλουζ» (Σίντνεϊ Τζ. Φιούρι, 1972), η Νταϊάνα Ρος έκανε ένα φιλόδοξο κινηματογραφικό ντεμπούτο, φτάνοντας μέχρι τις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Εντελώς συμβατική στη δομή της, η ταινία σκιαγραφεί την άνοδο και την πτώση της Χόλιντεϊ ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς, δίχως να σταθεί ιδιαίτερα στις πολιτικές διαστάσεις του βίου της, προσφέροντας ωστόσο μερικές εξαιρετικές διασκευές των κομματιών της από τη Ρος.

Έχει ενδιαφέρον, από την άλλη, να δούμε τι συνέβη κινηματογραφικά με τη «διάδοχο» της Χόλιντεϊ, την ατρόμητη Νίνα Σιμόν, παρότι η τελευταία απεχθανόταν κάθε παραλληλισμό με τη Lady Day: «Ο μόνος λόγος που με συγκρίνουν μ’ εκείνη είναι επειδή είμαστε κι οι δύο μαύρες. Δεν θα με συνέκριναν ποτέ με τη Μαρία Κάλλας, για παράδειγμα, παρότι είμαι μια ντίβα όπως εκείνη», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Κι η αλήθεια είναι πως, υπό αυτή την έννοια, η Σιμόν πράγματι αδικείται. Εάν εξαιρεθούν οι διασκευές που είχε κάνει, μεταξύ αυτών και το «Strange fruit», όπως επίσης τα παρόμοιας φύσης προσωπικά προβλήματα που την ταλαιπωρούσαν, η Σιμόν έχει λίγα κοινά με τη Χόλιντεϊ.

Ανάμεσα σε αυτά είναι και η συγγραφή συγκλονιστικών πολιτικών τραγουδιών, τα οποία η Σιμόν ερμήνευσε με στεντόρειο πάθος, όπως το «Four women», που μιλά για τη βία ενάντια στις μαύρες γυναίκες την περίοδο της δουλείας, και το διάσημο «Mississippi goddam», που αφιερώνεται στο θάνατο του ακτιβιστή Μέντγκαρ Έβερς. Επομένως, είναι κρίμα που η πληθωρικότητα του χαρακτήρα της Σιμόν είναι ανύπαρκτη στο πολυσυζητημένο για τους λάθος λόγους «Νίνα» (2016), το οποίο πέρασε και δεν ακούμπησε, με την κατά τα άλλα ταλαντούχα Ζόι Ζαλντάνα να αποδεικνύεται εδώ μάλλον ανεπαρκής.

Mess around

Η κατάσταση είναι σαφώς βελτιωμένη ποιοτικά στις ταινίες που καταπιάνονται με σόουλ δημιουργούς. Δημοφιλέστερη όλων είναι, αναμενόμενα, το «Ray» (Τέιλορ Χάκφορντ, 2004), όπου ο Τζέιμι Φοξ δίνει μια –δικαίως– βραβευμένη με Όσκαρ ερμηνεία στο ρόλο του Ρέι Τσαρλς. Η παραγωγή, που επέβλεπε επί χρόνια ο ίδιος ο μουσικός, αποθεώνει φυσικά εκείνον και τη διάνοιά του, αν και δεν παραβλέπει τη σωρεία προσωπικών λαθών: τόσο τη μακροχρόνια χρήση ναρκωτικών που τον έβαζε συχνά σε μπελάδες με την αστυνομία όσο και την άσχημη συμπεριφορά απέναντι στις συντρόφους του.

Αντίστοιχα τρικυμιώδη ζωή και είχε ο «νονός της σόουλ» Τζέιμς Μπράουν, ο οποίος απέκτησε τη δική του σινε-βιογραφία το 2014, με τίτλο «Get On Up», διά χειρός Τέιτ Τέιλορ («Υπηρέτριες»). Ο ηλεκτροφόρος πρωταγωνιστής Τσάντγουικ Μπόουζμαν πιστώνεται σε σημαντικό βαθμό τη διάχυτη ενέργεια της ταινίας, η οποία αποφεύγει, ωστόσο, να τοποθετηθεί σε αμφιλεγόμενα ζητήματα όπως η ρευστή πολιτική ταυτότητα του Μπράουν, που από σύμμαχος των κινημάτων βρέθηκε να στηρίζει τον Ρίτσαρντ Νίξον και αργότερα τον Ρόναλντ Ρίγκαν. Όχι πολύ φανκ εκ μέρους του Τζέιμς... Αξίζει να σημειωθεί επίσης το ξεχωριστό θεματικά «Cadillac Records» (Νταρνέλ Μάρτιν, 2008), το οποίο δίχως να επικεντρώνεται σε κάποιον συγκεκριμένο μουσικό, ανατρέχοντας στα έργα και τις ημέρες της εμβληματικής Chess Records, απεικονίζει μια σειρά κορυφαίων ερμηνευτών όπως η Έτα Τζέιμς (Μπιγιόνσε Νόουλς), ο Μάντι Γουόυτερς (Τζέφρι Ράιτ) και ο Τσακ Μπέρι (Μος Ντεφ).

Birth of the cool

Όταν ο Κλιντ Ίστγουντ επέλεξε τον άγουρο ακόμα στα τέλη των 80s Φόρεστ Γουίτακερ για το ρόλο του μυθικού σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ στο «Bird» (1988), λίγοι περίμεναν ένα τόσο επιτυχημένο αποτέλεσμα. Η ταινία, γυρισμένη σαν ένα κολάζ αναμνήσεων, επιτρέπει στον ηθοποιό να σολάρει ερμηνευτικά, εκπέμποντας όλη τη φρενίτιδα που ήταν συνυφασμένη με το μπίμποπ, το στιλ της τζαζ στο οποίο ο Πάρκερ πρόλαβε να αφήσει το στίγμα του παρότι πέθανε σε ηλικία μόλις 34 ετών. Τη ζωή ενός άλλου τιτάνα του είδους, του Μάιλς Ντέιβις, ανέλαβε να κινηματογραφήσει ο Ντον Τσιντλ, ο οποίος πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί στο ψυχαγωγικό πλην ασφαλές «Miles Ahead» (2015), δίνοντας έμφαση στο εκρηκτικό ταμπεραμέντο του Ντέιβις παρά στην ασυναγώνιστη μουσική ιδιοφυΐα του.

Τέλος, παρότι δεν συνιστά μια συμβατική σινε-βιογραφία, η ταινία που αποθεώνει την τζαζ και τους μουσικούς της όπως καμία άλλη είναι το «Μεσάνυχτα και... Κάτι» (Μπερτράν Ταβερνιέ, 1986). Ο Γάλλος σκηνοθέτης, βασισμένος στα απομνημονεύματα του Φρανσίς Ποντράς, σκαρφίζεται ως κεντρικό ήρωα έναν σαξοφωνίστα, πατώντας στις αληθινές περιπτώσεις των Λέστερ Γιανγκ και Μπαντ Πάουελ. Πρωταγωνιστής είναι ο εξαιρετικός τζαζίστας Ντέξτερ Γκόρντον, ο οποίος απέσπασε και οσκαρική υποψηφιότητα, ενώ σύντομες εμφανίσεις κάνουν θρύλοι όπως ο Χέρμπι Χάνκοκ, που βραβεύτηκε από την Ακαδημία για το πρωτότυπο σάουντράκ του.

Σχετικά Θέματα