Λίστα

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 40-31

«Απόντες»
«Απόντες»

Συνεχίζεται η αντίστροφη μέτρηση των 50 καλύτερων σκηνών του ελληνικού σινεμά, με το δεύτερο μέρος να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις μελαγχολικές εικόνες της «Πολίτικης Κουζίνας», το... προφιτερόλ του Γιώργου Κωνσταντίνου, μια αξέχαστη μετάφραση στίχων του Ίαν Κέρτις αλλά και μια μοναδική ερωτική συνεύρεση.

Στο τέλος θα βρείτε τις προηγούμενες θέσεις της λίστας.

banner

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: 40-31

40. Πίνακες που αναπνέουν – «Τόπος» (Αντουανέττα Αγγελίδη, 1985)

Ήδη από την προηγούμενη ταινία της «Ιdées Fixes / Dies Irae» (1977), η Αντουανέττα Αγγελίδη είχε σχηματίσει μια ρηξικέλευθη κινηματογραφική γλώσσα, η οποία αγκάλιαζε την αβάντ γκαρντ ανυπακοή και την εν δυνάμει πολιτική ισχύ της κινούμενης εικόνας. Στο επίκεντρο των αφηγήσεών της βρίσκεται πάντα το γυναικείο σώμα, το οποίο επιχειρεί να απεμπλακεί από το περιοριστικό αντρικό βλέμμα και να αυτοπροσδιοριστεί εκ νέου. Συνάμα φρέσκιες οπτικές γωνίες αναζητούνται ως προς την αναπαράσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως συμβαίνει στο μη-χώρο όπου διαδραματίζεται ο «Τόπος». Ένα γνήσια πρωτότυπο φιλμ γύρω από τη γέννηση, το θάνατο και τη σεξουαλικότητα, το οποίο υιοθετεί τη φόρμα των εικαστικών τεχνών όχι μονάχα ως στιλ, αλλά και ως αναπόσπαστο κομμάτι μιας «ζωντανής» και χειροπιαστής αφήγησης. Ενδεικτική είναι η σκηνή, μία από τις εντυπωσιακότερες της ταινίας, στην οποία αναπαριστάται η γένεση της ηρωίδας, με την Αγγελίδη να σμίγει την ποίηση των tableaux vivants με τη σκηνοθετική ευρηματικότητα.

banner

39. Φάρος νοσταλγίας – «Πολίτικη Κουζίνα» (Τάσος Μπουλμέτης, 2003)

Πρωτοφανές εμπορικό σουξέ για τα εγχώρια δεδομένα, με εισιτήρια που άγγιξαν το ενάμιση εκατομμύριο πανελλαδικά, η ταινία του Τάσου Μπουλμέτη κέρδισε τους θεατές χάρη στο χιούμορ, την ειλικρίνεια και τις απροσδόκητες στιγμές μαγείας που ενυπάρχουν διάσπαρτα στην αφήγηση. Όπως όταν ο μικρός πρωταγωνιστής, ο οποίος αφού έχει αρχίσει να μυείται στα μυστικά της μαγειρικής, αλλά και να ανακαλύπτει τα «μπαχάρια» της ζωής, μοιράζεται μια συμβολική στιγμή με το κορίτσι που ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Μαζί, πλάι σε ένα φάρο, αντικρίζουν μια κόκκινη ομπρέλα την οποία παίρνει απαλά ο άνεμος προς άγνωστη κατεύθυνση, ταξιδεύοντάς την με τη συνοδεία τής μελωδικής μουσικής της Ευανθίας Ρεμπούτσικα πάνω από το Βόσπορο. Δεν γνωρίζουν, ακόμη, πως κάπως έτσι κι οι δύο τους θα χωρίσουν ξαφνικά ώσπου να μπορέσουν, μετά από καιρό, να συναντηθούν και πάλι.

38. Νουβέλ βαγκ αλά ελληνικά – «Πρόσωπο με Πρόσωπο» (Ροβήρος Μανθούλης, 1966)

Μετά από πολλά ντοκιμαντέρ και τρεις εμπορικές κωμωδίες («Η Κυρία Δήμαρχος», «Οικογένεια Παπαδοπούλου», «Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ»), ο Ροβήρος Μανθούλης γυρίζει το 1966 την πρώτη απόλυτα προσωπική ταινία του, άμεσα επηρεασμένη από τα γεγονότα της εποχής. Τα πολιτικά, τα οποία συγκλονίζουν μια ετοιμόρροπη ελληνική δημοκρατία, και τα κινηματογραφικά, τα οποία δροσίζονται από ένα νεοκυματικό φρέσκο αέρα θεματικών και αισθητικών αλλαγών. Το βραβευμένο για τη σκηνοθεσία του στο επεισοδιακό 7ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Πρόσωπο με Πρόσωπο» είναι μια πικρή στο βάθος της σάτιρα τόσο των μικροαστικών όσο και των νεόπλουτων κοινωνικών ηθών, αλλά και μια ευρηματική και ανανεωτική για τα εγχώρια δεδομένα κινηματογραφική χειρονομία. Πολλές από τις χιουμοριστικές, παιχνιδιάρικες κι ευφάνταστες ιδέες της συμπυκνώνονται στην ερωτική σκηνή τού Δημήτρη (Κώστας Μεσσάρης) με τη μαθήτριά του στα αγγλικά Βαρβάρα (Ελένη Σταυροπούλου), σκηνοθετημένη με τη χάρη ενός Λουί Μαλ και την ελαφρότητα ενός Ρίτσαρντ Λέστερ.

37. Προετοιμασία για έγκλημα – «Ηλέκτρα» (Μιχάλης Κακογιάννης, 1962)

Αποτέλεσμα της πρώτης κινηματογραφικής συνάντησης Μιχάλη Κακογιάννη και Ευριπίδη, η «Ηλέκτρα» αποτελεί όχι μόνο την κορυφαία στιγμή της αντίστοιχης τριλογίας (ακολουθούν οι «Τρωάδες» και η «Ιφιγένεια»), αλλά και μια από τις δημιουργικότερες μεταφορές αρχαίου δράματος στην οθόνη παγκοσμίως. Βραβευμένη στο Φεστιβάλ Κανών και υποψήφια για ξενόγλωσσο Όσκαρ, εντυπωσιάζει με τη σκηνοθετική και σκηνογραφική λιτότητά της, εκμεταλλευόμενη δημιουργικά το φυσικό ντεκόρ, την ασπρόμαυρη φωτογραφία και τις απόλυτα κινηματογραφικές ερμηνείες. Όπως αυτές της Ειρήνης Παππά (Ηλέκτρα) και της Αλέκας Κατσέλη (Κλυταιμνήστρα), οι οποίες αντιπαρατίθενται με τραγικό μεγαλείο και «υπόκωφο» σασπένς λίγο πριν τη δολοφονία της τελευταίας από τον Ορέστη (Γιάννης Φέρτης). Μια σκηνή ενορχηστρωμένη από τον Κακογιάννη χωρίς ίχνος θεατρικότητας κι όμως τόσο πιστή στο πνεύμα του συγγραφέα.

36. Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι – «Ιωάννης ο Βίαιος» (Τώνια Μαρκετάκη, 1973)

Αφού διώχθηκε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών και κατάφερε να δραπετεύσει στο Αλγέρι, η Τώνια Μαρκετάκη επιστρέφει στην Ελλάδα για να γυρίσει μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Πρώτη ύλη της η πραγματική υπόθεση δολοφονίας της Μαρίας Μπαβέα το 1963 από τον Δημήτρη Ζάγκα. Ο άντρας μαχαίρωσε τη νεαρή γυναίκα, έχοντας προηγουμένως αποπειραθεί να της επιτεθεί σεξουαλικά, προτού τραπεί σε φυγή μες τη νύχτα. Οι αστυνομικές αρχές καθυστέρησαν χαρακτηριστικά στον εντοπισμό του Ζάγκα, κατευθύνοντας την προσοχή τους στο θύμα και τους τρόπους που «προκάλεσε» το δράστη. Όταν τελικά συνελήφθη ο ένοχος, παρότι ομολόγησε, υποστήριξε πως η πράξη του ήταν συνέπεια των διαδοχικών απορρίψεων από τις γυναίκες και την κοινωνική αποξένωση η οποία τού είχε τσακίσει την ψυχολογία. Κάτι σαν τους σύγχρονους incels δηλαδή... Εκείνο όμως που κάνει αριστουργηματικό το φιλμ της Μαρκετάκη, κι ανατριχιαστικά επίκαιρο σήμερα, είναι το αφηγηματικό πλαίσιό του. Η δράση εκφέρεται αποσπασματικά, από τις μαρτυρίες, τα δημοσιεύματα, τον τρόμο που προκαλούν σε μια γυναίκα οι άδειοι βραδινοί δρόμοι. Από τον αφοπλιστικό τρόπο που ξεγυμνώνεται ο ριζωμένος σεξισμός, όταν προτού καν βρεθεί στο εδώλιο ο κατηγορούμενος, το θύμα έχει κιόλας καταδικαστεί. Κι ενώ, λοιπόν, ο δράστης κυκλοφορεί ελεύθερος δεκάδες εργάτριες του σεξ βρίσκονται στοιβαγμένες σε ένα στενόχωρο κελί να τραγουδούν: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι / το σκοτάδι είναι βαθύ / κι όμως ένα παλικάρι / δεν μπορεί να κοιμηθεί /ένα παλικάρι δεν μπορεί να θυμηθεί».

35. Στη δίνη της έκστασης – «Μανία» (Γιώργος Πανουσόπουλος, 1985)

Ταινία στα όρια του άθλου, καθώς γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον Εθνικό Κήπο - ο οποίος στη μεγάλη οθόνη μετατρέπεται σε αγνώριστο τροπικό δάσος, η «Μανία» δεν απογυμνώνει μόνο τα κρυμμένα ένστικτα της ηρωίδας του, αλλά και τις όποιες ηθικές ενστάσεις των θεατών της. Η Αλεξάνδρα Βάντζι ενσαρκώνει μια καθωσπρέπει κυρία, στέλεχος πολυεθνικής, η οποία «απορρυθμίζεται» πλήρως κατά τη διάρκεια μιας βόλτας με την κόρη της στο πάρκο. Εκεί έλκεται από τα στοιχεία της φύσης, σταδιακά απεκδύεται των καταπιεστικών συμβάσεων που όριζαν τη ζωή της και παραδίνεται στη νέα πραγματικότητα που ανακαλύπτει. Μεταξύ αγριμιού και ανθρώπου, ονείρου και παροξυσμού, ο Πανουσόπουλος δείχνει το μονοπάτι στην πρωταγωνίστριά του προς μια παγανιστικών αποχρώσεων χειραφέτηση, η οποία με οδηγό έναν αγνώριστο Άρη Ρέτσο ολοκληρώνεται στο εκστατικό φινάλε της ταινίας.

34. Όπου δεν πίπτει λόγος… – «Το Ξύλο Βγήκε Από τον Παράδεισο» (Αλέκος Σακελλάριος, 1959)

Η παρθενική συνεργασία της Αλίκης Βουγιουκλάκη με τους Αλέκο Σακελλάριο και Μάνο Χατζιδάκι, αμέσως μετά την επιτυχία της «Αστέρως», θα την εκτοξεύσει στην κορυφή του ετήσιου box office και θα την ανακηρύξει σε αδιαμφισβήτητη «εθνική σταρ». Γεννημένη για το ρόλο της αυθάδους όσο και τσαχπίνας μαθήτριας Λίζας Παπασταύρου, η Αλίκη ξετρέλανε τους θεατές της εποχής χορεύοντας, τραγουδώντας και κάνοντας νάζια στους υπομονετικούς καθηγητές της, μέχρι να συναντήσει το νεαρό, γοητευτικό, αλλά «παλαιάς κοπής» φιλόλογο Φλωρά (Δημήτρη Παπαμιχαήλ). Αυτός θα της ρίξει ένα… ιστορικό χαστούκι το οποίο θα ξεκινήσει μια σειρά παρεξηγήσεων που θα καταλήξουν σε επιβεβαίωση των αρχαιοελληνικών αληθειών («έρως ανίκατε μάχαν»), αφού προηγουμένως απελευθερώσει παιδαγωγικά όλους τους συναδέλφους του. Έτσι, πολύ πριν το ελληνικό #MeToo και σε πείσμα κάθε μοντεσοριανής αντίρρησης, το καταιγιστικό μοντάζ από ηχηρές, πειστικότατες σφαλιάρες που αστράφτουν οι Παπαμιχαήλ, Χρήστος Τσαγανέας, Ορέστης Μακρής, Γιώργος Γαβριηλίδης και Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στις άναυδες μαθήτριές τους έγινε instant classic.

33. Οι διακοπές του κυρίου Βουτσά – «Ο Έρωτας του Οδυσσέα» (Βασίλης Βαφέας, 1984)

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και σε μια εποχή που για τους παλιούς κωμικούς η βιντεοκασέτα ήταν πλέον η μόνη επαγγελματική διέξοδος, ο προερχόμενος από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο σκηνοθέτης Βασίλης Βαφέας («Ρεπό») αναθέτει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της καινούριας ταινίας του στον Κώστα Βουτσά. Κι εκείνος αποδεικνύεται εξαιρετικός στο ρόλο του μικροαστού υπαλλήλου που ξαφνικά απολύεται κι αρχίζει μια άσκοπη περιπλάνηση στην καλοκαιρινή Αθήνα, μιας και η οικογένειά του λείπει σε διακοπές. Η συνάντησή του με μια κοπέλα θα τον παρασύρει ως την Ύδρα, όπου η κωμωδία καταστάσεων θα αρχίσει να δίνει τη θέση της σε μια μαγική σινε-απόδραση στη φαντασίωση, με τους Βαφέα και Βουτσά να θολώνουν απολαυστικά τα όρια πραγματικότητας και ονείρου. Σεκάνς – κλειδί η άφιξη του σύγχρονου Οδυσσέα στο ερημικά ήσυχο νησί, πίσω από μια πόρτα του οποίου καραδοκεί ένας θαυμαστός καινούριος κόσμος. Μια άλλη αλήθεια ζωής, την οποία ο Κώστας Βουτσάς ανακαλύπτει με την αστεία κομψότητα του κυρίου Ιλό και την απολαυστική αθωότητα μικρού παιδιού.

32. Η αγάπη μάς κάνει κομμάτια – «Απόντες» (Νίκος Γραμματικός, 1996)

Λίγοι έχουν υμνήσει την (αντρική) φιλία όσο ο Νίκος Γραμματικός στους «Απόντες». Ένα υπέροχο ταξίδι από τα άγουρα χρόνια της ενηλικίωσης έως τις απαρχές της δύσης της, που έχει ως μετρονόμο όσα απρόβλεπτα σκαρφίζεται ο χρόνος. Εκείνα που κάποιον θα πάνε παρακάτω στη ζωή κι αυτά που μερικούς θα κρατήσουν στάσιμους. Ακόμα κι η ωριμότητα, εξάλλου, το σίγουρο που προσδοκά να αποκτήσει κάποιος, είναι σχετική έννοια. Εκείνο που μένει στο τέλος είναι οι άνθρωποι με τους οποίους μοιράστηκαν τα κομβικά γεγονότα της ζωής. Κι αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων από τις μουσικές, τους στίχους, τις φωτογραφίες στις οποίες γυρνάμε ξανά και ξανά, όταν θέλουμε να ζωντανέψουμε παλιές αναμνήσεις. Μια τέτοια γεννιέται στη συγκεκριμένη σκηνή, όπου δύο αχώριστοι -προς το παρόν- φίλοι (Νίκος Γεωργάκης και Τάσος Νούσιας), μοιράζονται τη μελαγχολία τους ακούγοντας το «Love Will Tear Us Apart» των Joy Division.

31. «Δεν θέλω να το μάθω, αλλά να το φάω» – «Χτυποκάρδια στο Θρανίο» (Αλέκος Σακελλάριος, 1963)

Όταν το 1962, απελπισμένη μετά τη θεατρική αποτυχία τού «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», η Αλίκη Βουγιουκλάκη κατέφυγε στη βοήθεια του Αλέκου Σακελλάριου, εκείνος διασκεύασε εν μία νυκτί την ουγγρική κωμωδία «Αδικαιολόγητη απουσία» και της χάρισε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της στο σανίδι. Τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» έκαναν πάταγο στο θέατρο «Rex», την παράσταση όμως έκλεψε ο ανερχόμενος τότε Γιώργος Κωνσταντίνου με τη «σκηνή του προφιτερόλ». Ως άφραγκος νεαρός φοιτητής που κάνει ιδιαίτερα στη μαθήτρια Αλίκη, αυτοσχεδίασε με αμίμητο τρόπο τη λιγωμένη περιγραφή του δελεαστικού γλυκού του οποίου δεν ξέρει το όνομα, κάτι που επανέλαβε όταν το θεατρικό μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη την επόμενη χρονιά. Ένα ρεσιτάλ μιμικής, αμηχανίας και ασυγκράτητης λιγούρας από τον ταλαντούχο κωμικό, ο οποίος διακόπτει το γκαρσόνι (Αλέκος Κουρής) που προσπαθεί να του μάθει το σωστό όνομα του γλυκού με το αποστομωτικό «Δεν θέλω να το μάθω, αλλά να το φάω». Επειδή όμως κοστίζει εφτά δραχμές και η πάστα τέσσερις, τελικά εκείνος θα αρκεστεί σε έναν γλυκύ βραστό.

Οι προηγούμενες θέσεις της λίστας:

50-41

Σχετικά Θέματα