Λίστα

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 30-21

«Ας Περιμένουν οι Γυναίκες»
«Ας Περιμένουν οι Γυναίκες»

Τρίτο μέρος της αντίστροφης μέτρησης των καλύτερων σκηνών του ελληνικού σινεμά, με ένα ποτ πουρί σινε-στιγμών οι οποίες έχουν δημιουργήσει το δικό τους μύθο στην εγχώρια ποπ κουλτούρα• από τη Βέσπα του Θανάση Βέγγου στο «πετσόκομμα» του «Μικρού Ψαριού» και από τον... καθολικά παραδεκτό ορισμό του πέναλτι («Ας Περιμένουν οι Γυναίκες») μέχρι το κέρμα που «αλλάζει» την ιστορία στη «Λούφα και Παραλλαγή».

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: 30-21

30. Τύφλα να ‘χει ο Βαλεντίνο Ρόσι – «Τρελός, Παλαβός και Βέγγος» (Θανάσης Βέγγος, 1967)

Την ίδια χρονιά με τον «Θου Βου», ο Θανάσης Βέγγος στέκεται ξανά μπροστά και πίσω από την κάμερα για μια ακόμα θεότρελη κωμωδία, βασισμένη σε σουρεαλιστικά σλάπστικ γκαγκς. Το σενάριο των Νίκου Τσιφόρου και Ναπολέοντα Ελευθερίου τον θέλει γκαρσόνι στην ταβέρνα «Τα 7 αδέλφια», ερωτευμένο με την αδελφή των ιδιοκτητών Ανθούλα (Ελένη Ανουσάκη). Αλλά την ημέρα του γάμου του ένα ατύχημα του προκαλεί αμνησία κι εκείνος παίρνει τους δρόμους, συναντώντας μια σειρά από ξεκαρδιστικές περιπέτειες, Σε μια απ’ αυτές οικειοποιείται την ταυτότητα του γιατρού που προσπαθεί να τον θεραπεύσει και το σκάει από τα αδέλφια της νύφης, την οποία δεν αναγνωρίζει, πάνω σε ένα μηχανάκι. Μη γνωρίζοντας πώς να το σταματήσει, κάνει αθέλητες κόντρες με ένα καμπριολέ αυτοκίνητο, φωνάζοντας διαρκώς κι απελπισμένα στον οδηγό του «ξέρεις από βέσπα;». Τη διασημότερη, μαζί με το «καλέ μου άνθρωπε!», ατάκα ολόκληρης της φιλμογραφίας του.

29. Only the lonely – «Δεσποινίς Ετών 39» (Αλέκος Σακελλάριος, 1954)

Η πλέον παραγνωρισμένη ταινία της πλούσιας φιλμογραφίας του Αλέκου Σακελλάριου δεν είναι μια ακόμα σπιρτόζα κωμωδία, αλλά μια θεόπικρη δραμεντί και μια αφόρητα ειλικρινής σάτιρα των μικροαστικών ηθών της μεταπολεμικής Ελλάδας. Πάνω στο κλασικό μοτίβο του αδελφού που δεν μπορεί να παντρευτεί αν πρώτα δεν αποκαταστήσει την αδελφή του, ο Σακελλάριος στήνει μια απολαυστική χορογραφία παρεξηγήσεων που μπλέκουν τον Βασίλη Λογοθετίδη, την αιώνια αρραβωνιαστικιά του Ίλυα Λιβυκού και την 39 ετών Σμάρω Στεφανίδου, για την οποία αναζητείται επειγόντως γαμπρός. Το αναπάντεχο τέλος, σκηνοθετημένο με λιτή κομψότητα που αναδεικνύει όλες τις μελαγχολικές νότες (ένα αργό τράβελινγκ από ψηλά καταλήγει στα πρόσωπα των δυο αγκαλιασμένων αδελφών), θα βρει τη Χρυσάνθη να κάθεται στα γόνατα του Τηλέμαχου, ο οποίος την παρηγορεί τραγουδώντας της «ώχου ώχου τα μικρούλια, που ‘χουν μείνει μοναχούλια». Ένα τολμηρό κι απαισιόδοξο φινάλε που εμπόδισε την ταινία να γνωρίσει εμπορική επιτυχία και αντικαταστάθηκε με χάπι εντ στο ριμέικ του 1968 με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα («Ο Ρωμιός Έχει Φιλότιμο»).

28. Το πετσόκομμα – «Το Μικρό Ψάρι» (Γιάννης Οικονομίδης, 2014)

Στο πέρας μιας φιλμογραφίας που κι αν έχει χαρίσει δεκάδες ατάκες και σκηνές ανθολογίας, εκείνη που κατάφερε να διαπεράσει τα σινεφίλ όρια σε τέτοιο βαθμό ώστε χρησιμοποιήθηκε ακόμα και σα διαφημιστικό σλόγκαν, βρίσκεται στο νεο-νουάρ «Μικρό Ψάρι». Η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη που έφτασε μέχρι το διαγωνιστικό τμήμα της Μπερλινάλε, θέλει το Βαγγέλη Μουρίκη στο ρόλο του Στράτου, ενός αρτοποιού και πληρωμένου δολοφόνου, ο οποίος έχει στα σκαριά ένα κρυφό μεγαλεπήβολο σχέδιο. Στην προσπάθειά του να το υλοποιήσει, διασταυρώνεται με τον βετεράνο παράνομο Πετρόπουλο (Γιώργος Γιαννόπουλος). Εκείνος τον αναγνωρίζει από τα παλιά και ξεσπά σε μια αμίμητη αποθέωση, στα όρια της υστερίας, η οποία κορυφώνεται στην ατάκα «πώς τους πετσόκοψες έτσι», αναφερόμενος στα παρελθόντα ανδραγαθήματα του Στράτου. Η ευστοχία της φράσης, ισόποσα αυθεντική - λαϊκή - γκανγκστερική, έρχεται ως συνέπεια του υπερβολικού παιξίματος του Γιαννόπουλου, το οποίο με τη σειρά του αντιδιαστέλλεται με τον ανέκφραστο Μουρίκη, ο οποίος καθιστός δέχεται παθητικά τη μάτσο επιτελεστικότητα του συνομιλητή του. Η συγκεκριμένη αντίφαση διαχειρίζεται αιχμηρά από τον Οικονομίδη που πλανοθετεί λιτά, διογκώνοντας την επίδραση μιας διαπεραστικά έντονης σκηνής που συνοψίζει κιόλας το ύφος του σκηνοθέτη. Διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ.

27. Καμαρούλα μια σταλιά – «Συνοικία το Όνειρο» (Αλέκος Αλεξανδράκης, 1961)

Από τις πρώτες ταινίες του «παλιού» ελληνικού σινεμά που επιχείρησαν να μιλήσουν κοινωνικά ξεπερνώντας την απλή ηθογραφία είναι η παρθενική και μοναδική σκηνοθετική απόπειρα του Αλέκου Αλεξανδράκη. Γυρισμένη στην παραγκούπολη του Ασυρμάτου, στις παρυφές του Φιλοπάππου, και πιστή στα διδάγματα του ιταλικού νεορεαλισμού, η «Συνοικία το Όνειρο» καταγράφει με ειλικρίνεια και πάθος τα δράματα, τις χίμαιρες, τις μικροχαρές και τις βαθιές λύπες της μετεμφυλιακής αθηναϊκής καθημερινότητας. Εκεί όπου μια αλάνα, με φόντο τις τερατόμορφες πολυκατοικίες που φυτρώνουν σαν τσιμεντένια μανιτάρια ως μακριά τον ορίζοντα, αντιπροσωπεύει το απόλυτο μικροαστικό όνειρο. Ένα οικοπεδάκι που θα φιλοξενήσει ένα φτωχό σπιτικό, όπως το περιγράφει γλαφυρά και συγκινητικά η Ελένη (Αλέκα Παΐζη) στον Ασημάκη της (Αλέκος Πέτσος). Δεν ξέρει όμως πως ο τελευταίος είναι έτοιμος να πληρώσει το επώδυνο τίμημα για τη δική του επιλογή να φύγουν όσο γίνεται μακρύτερα από τα «μικρά κι ανήλιαγα στενά» που θα αποδειχτούν η αναπόδραστη φυλακή τους.

26. Κορώνα ή γράμματα – «Λούφα και Παραλλαγή» (Νίκος Περάκης, 1984)

Οι λεπτές πολιτικές ισορροπίες, η προσωπική ατολμία και η ιστορία που αλλάζει σε ζωντανή σύνδεση συμπυκνώνονται μέσα σε λίγα αγχωτικά λεπτά, όταν ο άσημος φαντάρος Αχιλλέας Λάμπρου (Γιώργος Κιμούλης) καλείται να πάρει μια απόφαση που αποφεύγουν οι ανώτεροί του: να διαλέξει την ώρα που ολοκληρώνεται το δελτίο ειδήσεων της ΥΕΝΕΔ, εάν θα «πέσει» στους δέκτες το σύμβολο της χούντας των συνταγματαρχών ή τη φωτογραφία του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος μόλις είχε κάνει απόπειρα αντικινήματος. Ενώ, λοιπόν, κανείς δε δίνει εντολές κι ο χρόνος μετρά αντίστροφα, ο Λάμπρου παίζει κυριολεκτικά την υπόθεση κορώνα - γράμματα• πόσο συχνά, άραγε κρίθηκαν έτσι καταστάσεις στην ελληνική ιστορία; Η κωμική φλέβα του Νίκου Περάκη αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις στη «Λούφα και Παραλλαγή», αντλώντας έμπνευση από την προσωπική θητεία του για να υμνήσει το ρόλο των αφανών πρωταγωνιστών αλλά και την καθοριστική πονηριά τους. Η οικειότητα δε που δημιουργούν σκηνές της ταινίας σαν κι αυτή, οφείλεται μεταξύ άλλων για το γεγονός πως ψηφίστηκε από τους αναγνώστες του «α» ως η καλύτερη ελληνική ταινία από το 1976 έως σήμερα.

25. Βουκολικός ερωτισμός – «Δάφνις και Χλόη» (Ορέστης Λάσκος, 1931)

Αναμφίβολα η πρώτη αξιόλογη μυθοπλαστική ελληνική ταινία, το βωβό «Δάφνις και Χλόη» μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη με ποιητικές εικόνες, λυρισμό και σκηνοθετική πρωτοτυπία το ομώνυμο βουκολικό ειδύλλιο του Λόγγου. Ο Ορέστης Λάσκος το γύρισε όλο στη Μυτιλήνη με πρωταγωνιστές τον Απόλλωνα Μαρσύα (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του μετέπειτα φωτογράφου Έντισον Βήχου) και την Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια Λουκία Ματλή, εκτός από μια χαρακτηριστική σκηνή. Εκείνη όπου η Χλόη παίρνει γυμνή το μπάνιο της μπροστά από έναν καταρράκτη (θεωρείται το πρώτο γυμνό του ευρωπαϊκού κινηματογράφου), σεκάνς αφοπλιστικής απλότητας και τολμηρής ομορφιάς η οποία γυρίστηκε στη λίμνη Βουλιαγμένη της Κορινθίας και προκάλεσε σκάνδαλο στην εποχή της, καθώς πολλοί κατηγόρησαν την ταινία για χυδαιότητα και πορνογραφία.

24. Ο ορισμός του πέναλτι – «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» (Σταύρος Τσιώλης, 1998)

Τρεις μπατζανάκηδες, τρεις διαφορετικές ιδεολογίες, τρεις διαφορετικές ομάδες. Όλοι βέβαια «παίζουν» στο ίδιο πρωτάθλημα, την Ελλάδα, και διεκδικούν τον τίτλο τολμώντας ο καθένας τις δικές του πονηρές ή μη ντρίμπλες. Και όλα αυτά, όχι (μόνο) για το χρήμα και τη δόξα, αλλά και το θαυμασμό. Πάντα, βέβαια, στο σινεμά του Σταύρου Τσιώλη οι ήρωες παίζουν για τη φανέλα εκτός από τον εαυτό τους. Γι' αυτό και η τριάδα στην... κορυφή της επίθεσης Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς και Αργύρης Μπακιρτζής υποφέρουν πρωτίστως από το ρομαντισμό τους. Άλλος για έναν κατά φαντασίαν έρωτα, άλλος επειδή η μάνα του ψήφισε... Νέα Δημοκρατία. Τα πάθη τους συνοψίζονται σε έναν άριστα γραμμένο τσακωμό, όπου ο διαξιφισμός καταλήγει σε ποδοσφαιρική αντιπαράθεση, όπως συνήθως συμβαίνει μεταξύ αντρών. Λες και όλα μπορούν να λυθούν στο χορτάρι... Αφορμή η αναφορά σε ένα αμφισβητούμενο πέναλτι, το οποίο δόθηκε όταν ο Σκαρτάδος (ΠΑΟΚ) έπεσε στη μεγάλη περιοχή μετά από τάκλιν του Μανωλά (ΑΕΚ) κι ο διαιτητής σφύριξε εις βάρος της αθηναϊκής ομάδας. Το επιστέγασμα της έντονης διαφωνίας είναι ο εκτός εαυτού ΑΕΚτζής Ζουγανέλης να ωρύεται για την αδικία, με μία από τις κυρίες - οπαδούς που παρακολουθεί την κόντρα να ρωτά αθώα: «Ήτανε πέναλτι κύριε Πάνο;», προτού λάβει την αποστομωτική απάντηση από τον ηθοποιό «ο ορισμός του πέναλτι κυρία μου». Φανταστείτε τότε να υπήρχε VAR, τι θα έγραφε ο Τσιώλης...

23. Ο θάνατος της λατέρνας – «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο» (Αλέκος Σακελλάριος, 1957)

Το 1955, ο Αλέκος Σακελλάριος φέρνει στη μεγάλη οθόνη το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», ένα ελαφρύ κοινωνικό δράμα με πρωταγωνιστές δύο λατερνατζήδες (Βασίλης Αυλωνίτης, Μίμης Φωτόπουλος), στο οποίο επίσης συστήνεται στο κοινό η νεαρή τότε Τζένη Καρέζη. Η, για την εποχή, τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας, η οποία απογειώθηκε χάρη και στην πρωτότυπη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι με τραγούδια σαν το «Γαρύφαλλο στ' αυτί», ώθησαν την παραγωγό εταιρία Φίνος Φιλμ να πείσει το Σακελλάριο ώστε να γράψει τη συνέχεια της ιστορίας. Έτσι, δύο χρόνια αργότερα, κυκλοφορεί το πρώτο σίκουελ στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, με τίτλο «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο», διατηρώντας φυσικά τους ίδιους πρωταγωνιστές. Αυτήν τη φορά όμως, ο χαρακτήρας του Αυλωνίτη αρρωσταίνει βαριά και εκείνος του Φωτόπουλου αναζητά τρόπους να τον φροντίσει. Ένα βράδυ, ο Αυλωνίτης ξυπνά σε παραλήρημα έχοντας μόλις δει στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο: οι δυο φίλοι βρίσκονται κάτω από ένα πεύκο καταμεσής ενός κάμπου παίζοντας τη λατέρνα, όταν ξαφνικά τούς περικυκλώνει πλήθος από πανέμορφες τσιγγάνες που χορεύουν. Ανάμεσά τους και η Καρέζη. Ο ήχος της λατέρνας, ανεξήγητα γίνεται ξέπνοος, ώσπου σιγά εντελώς. Από το πουθενά έρχεται ένας γιατρός, ο οποίος δίνει την οριστική διάγνωση: η λατέρνα είναι νεκρή! Τα φορέματα των γυναικών χάνουν το χρώμα τους και όντας μαύρα πια, αποχαιρετούν τη λατέρνα δακρυσμένες σε μια μακρά πένθιμη πομπή. Έτσι ολοκληρώνεται μια απροσδόκητα λυρική σκηνή, την οποία ο Σακελλάριος χρησιμοποιεί υποδειγματικά στην αφήγηση, δίνοντας μορφή στην αγωνία του χαρακτήρα του Αυλωνίτη που διαισθάνεται πως μαζί με τη λατέρνα, ίσως, πεθάνει και αυτός.

22. Καυτές ανάσες – «Από την Άκρη της Πόλης» (Κωνσταντίνος Γιάνναρης, 1998)

Γύρω από μια φωτιά στην καρδιά της νύχτας, οι νεαροί πρωταγωνιστές της σπουδαίας ταινίας του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, μοιράζονται ουσίες και ουσία. Γιατί την ώρα που κάποιοι παλεύουν με την αυτοκαταστροφή, η παρέα ομολογεί σιωπηλά την επίγνωση του μάταιου που τους καθορίζει. Όλοι τους κομμάτι του περιθωρίου, χωρίς να το έχουν επιλέξει, με πενιχρές ευκαιρίες στα χέρια τους για κάτι καλύτερο, το μοναδικό που έχουν είναι ο ένας τον άλλο. Τότε ο πρωταγωνιστής Στάθης Παπαδόπουλος εκμυστηρεύεται ένα όνειρο, στο οποίο κρύβεται μια αλήθεια που μόνο εκείνοι μπορούν να καταλάβουν ουσιαστικά. Η διαύγεια της ερμηνείας του «ερασιτέχνη» ηθοποιού, αλλά και όλων υπολοίπων, δίνει μια μοναδική ενέργεια στην ταινία που επίσης, προσπαθεί να καταγράψει την πραγματικότητα μιας διαφορετικής Αθήνας, αλλά και μιας Ελλάδας που δειλά ετοιμάζεται να καλωσορίσει τον 21ο αιώνα.

21. Τσιριμπίμ τσιριμπόμ – «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη» (Ντίνος Δημόπουλος, 1968)

Ο ιδιοκτήτης του μπουζουξίδικου «Το παλουκάκι» (Αθηνόδωρος Προύσαλης) αναζητά αυτόν (Αλέκος Αλεξανδράκης) που το προηγούμενο βράδυ έμπλεξε σε καυγά στο μαγαζί του και μαζί με την παρέα του, ανάμεσά τους και η «αψηλή τσιριμπίμ τσιριμπόμ» (Μάρω Κοντού), έκαναν λογαριασμό 18.000 δραχμών. Στο επιπλοποιείο του Πολυκράτη (Γιάννης Βογιατζής), όμως, θα βρει τους λάθος ανθρώπους. Το σόι του υπευθύνου (Κατερίνα Γιουλάκη, Γιώργος Γαβριηλίδης, Ηλέκτρα Καλαμίδα), στο οποίο διηγείται αναγκαστικά την όλη ιστορία. Ακολουθεί, δια χειρός Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη, ο ξεκαρδιστικότερος διάλογος του ελληνικού κινηματογράφου, γεμάτος ιδιοφυείς ατάκες που πέφτουν με ρυθμό πολυβόλου. One liners που έχουν γίνει πλέον κλασικές («Μαντάμ, δουλεύεις με διπλό καλμπιρατέρ», «Φέρε τον έλεγχο να σου βάλω άριστα», «Πιάσε ένα Γιάννη που περπατάει μου λέει», «Κι αρπαχτήκανε; - Ε, τι θα κάνανε; Θα κανελώνανε το ρυζόγαλο;», «Ένας κοντός; - Στην αρχή δεν ήτανε. Ύστερα τον κοντύνανε») με έναν Αθηνόδωρο Προύσαλη να δίνει ρεσιτάλ ως αυθεντικό παιδί της πιάτσας.

Οι προηγούμενες θέσεις της λίστας:

50-41
40-31

Σχετικά Θέματα

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά

20/03/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά

Συγκεντρώνουμε σε μία λίστα τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές, ατάκες και εικόνες που σκαρφίστηκε ο εγχώριος κινηματογράφος.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 10-1

12/03/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 10-1

Ανακαλύψτε την κορυφαία δεκάδα με τα σπουδαιότερα στιγμιότυπα του εγχώριου κινηματογράφου.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 20-11

06/03/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 20-11

Από τον «Κυνόδοντα» στο Ζήκο κι από το Θόδωρο Αγγελόπουλο στη «Θεία από το Σικάγο», η αντίστροφη μέτρηση συνεχίζεται.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 40-31

19/02/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 40-31

Η αντίστροφη μέτρηση συνεχίζεται με «Πολίτικη Κουζίνα» και... το προφιτερόλ του Γιώργου Κωνσταντίνου.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 50-41

08/02/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 50-41

Αντίστροφη μέτρηση με τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές, ατάκες και εικόνες που «μιλούν» ελληνικά.