Λίστα

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 10-1

«Όλα Είναι Δρόμος»
«Όλα Είναι Δρόμος»

Η κορυφαία δεκάδα της αντίστροφης μέτρησης συνοψίζει εν πολλοίς τα πάθη του ελληνικού κινηματογράφου. Την πολιτική αντιπαράθεση, τις ανεπούλωτες πληγές, το λυρισμό μιας βραδιάς στα μπουζούκια, την εξιλέωση μέσω του γέλιου. Τους έρωτες που έσμιξαν κι εκείνους που έμειναν ανεκπλήρωτοι. Συγκεντρώνει εικόνες κινηματογραφικής ποίησης και πράξεις που καρφώθηκαν στο θυμικό της ντόπιας κουλτούρας. Αυτές, λοιπόν, είναι οι 10 σπουδαιότερες σκηνές του ελληνικού σινεμά.

banner

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: 10-1

10. Καίγομαι και σιγολιώνω – «Ρεμπέτικο» (Κώστας Φέρρης, 1983)

Η ιστορία του ρεμπέτικου είναι η ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Ένα μουσικό είδος γεννημένο από πόνο, φτιαγμένο από ανθρώπους που βρήκαν στους ήχους του τη λύτρωση του καημού τους. Εκείνων που διεκδικούσαν μια ανέλπιστη δόξα, όντας κοινωνικά παραγκωνισμένοι και αδυνατώντας να ξεφορτωθούν το στίγμα του περιθωριακού. Ο Κώστας Φέρρης και η Σωτηρία Λεονάρδου, η οποία πρωταγωνιστεί και συνυπογράφει το σενάριο, τοποθετούν στο επίκεντρο της ταινίας μια ηρωίδα που σωματοποιεί όλα όσα σημαίνει το ρεμπέτικο από την πρώτη στιγμή που έρχεται στον κόσμο. Γεννιέται ενώ ο κακοποιητικός μπουζουκτσής πατέρας της βρίσκεται στο πάλκο, ο ίδιος άντρας που αργότερα σκοτώνει βίαια τη μητέρα της. Ένα τραύμα που συνδυάζεται στη ζωή της με εκείνο της προσφυγιάς, της Κατοχής και των τοξικών προσωπικών σχέσεων. Η Μαρίκα όμως, όπως ονομάζεται ο χαρακτήρας της Λεονάρδου σα μια αναφορά στη θρυλική τραγουδίστρια Μαρίκα Νίνου, ξορκίζει τα κακά με το τραγούδι. Όπως σε αυτήν τη χαρακτηριστική στιγμή, όπου στο κατάμεστο μαγαζί του ρεμπέτη Θωμά τραγουδά ανατριχιαστικά το «Καίγομαι Καίγομαι». Η αλήθεια του τραγουδιού παγώνει τη Λεονάρδου πριν ψελλίσει τους πρώτους στίχους, ο παιδικός της φίλος στο βιολί (Μιχάλης Μανιάτης) τής δίνει θάρρος, η ανάμνηση του θανάτου της μάνας της επιστρέφει και τότε, ξεκινά.

banner

9. Χριστός ανέστη – «Οι Βοσκοί» (Νίκος Παπατάκης, 1967)

Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ο εξευτελισμός κι η ταπείνωση του εξουσιαστή προς τον εξουσιαζόμενο, βρίσκονται πάντα στην καρδιά των ταινιών του Νίκου Παπατάκη. Οι «Βοσκοί», μία από τις καλύτερες της φιλμογραφίας του, τοποθετούν το εν λόγω δίπολο στην ελληνική επαρχία λίγο πριν την εκδήλωση της δικτατορίας (η ταινία μάλιστα ολοκληρώθηκε στα κρυφά μόλις ξέσπασε). Σε ένα χωριό, ένας πάμφτωχος βοσκός (Γιώργος Διαλεγμένος) που ονειρεύεται να μεταναστεύσει στην Αθήνα, κατηγορείται άδικα για την κλοπή ζώων αλλά και για όποια άλλη συμφορά προκύψει. Παράλληλα, είναι ερωτευμένος με την κόρη (Όλγα Καρλάτος) του πλουσιότερου άντρα της μικρής κοινότητας, την οποία διεκδικούν ακόμα δύο φιλόδοξοι γαμπροί. Η ένταση μεταξύ όλων των πλευρών κορυφώνεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, όταν την ώρα της λειτουργίας και με όλο τον κόσμο μαζεμένο, ο βοσκός εκλιπαρεί τον ντόπιο άρχοντα για συγχώρεση κι ένας εκ των διεκδικητών κορτάρει τη «νύφη». Ο υποκριτικός καθωσπρεπισμός, το έλεος για τα μάτια του κόσμου, η βαθιά υποτιμητική αντιμετώπιση της λαϊκής τάξης και μαζί, οι κρυφές επιθυμίες που εκδηλώνονται μουλωχτά, συνοψίζονται σε μια εντυπωσιακή σκηνή όπου τα πρόσωπα των δραστών φωτίζονται μονάχα από τα κεριά των πιστών.

8. Απαράδεκτον για πράκτορες – «Βοήθεια! Ο Βέγγος Φανερός Πράκτωρ 000» (Θανάσης Βέγγος, 1967)

Στη δεκαετία του ’60 η τεράστια επιτυχία των ταινιών του Τζέιμς Μποντ έκανε εξαιρετικά δημοφιλές το είδος της κατασκοπικής περιπέτειας και ο ακαταμάχητος Βρετανός πράκτορας βρήκε γρήγορα μιμητές σε όλα τα κινηματογραφικά μήκη και πλάτη του πλανήτη. Ο Έλληνας συνάδελφός του δεν θα μπορούσε παρά να υιοθετήσει την κωμική πλευρά αυτής της σινε-φρενίτιδας, με τον Θανάση Βέγγο να υπογράφει – σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου και Ναπολέοντα Ελευθερίου - μια από τις πλέον σουρεαλιστικές στιγμές της εγχώριας φιλμογραφίας ως φέρελπις κατάσκοπος που εγγράφεται στη σχολή… Τζέιμς Μποντ. Ακολουθεί ένα ντελίριο από σλάπστικ και non sense γκαγκς που παραπέμπουν στη σωματική κωμική παράδοση του βωβού σινεμά, αρχής γενομένης από την εκπαίδευση των εκκολαπτόμενων πρακτόρων. Με τον Ζανίνο ως αυστηρό επικεφαλής και τον Θανάση ως γκαφατζή μαθητευόμενο, ο οποίος προσπαθεί απεγνωσμένα να μπει στη λογική του όλου ψυχροπολεμικού πνεύματος και του μότο της σχολής «το ξύλο δεν βγήκε από τον παράδεισο, αλλά από τον Τζέιμς Μποντ». Η μεγάλη εμπορική επιτυχία της ταινίας οδήγησε στο ακόμα πιο θεοπάλαβο σίκουελ «Θου Βου Φαλακρός Πράκτωρ: Επιχείρησις Γης Μαδιάμ» δυο χρόνια αργότερα, το οποίο παρά τα 370.000 εισιτήρια που έκοψε μόνο στην Αθήνα οδήγησε την εταιρία παραγωγής «ΘΒ Ταινίες Γέλιου» σε χρεοκοπία.

7. Η κορώνα, ο σταυρός και το ζεϊμπέκικο – «Ευδοκία» (Αλέξης Δαμιανός, 1971)

Αδιαμφισβήτητα μια από τις σπουδαιότερες ελληνικές ταινίες, η «Ευδοκία» αντιπαραθέτει την ωμή, λαϊκή κινηματογραφική της ποίηση απέναντι σε κάθε αφηγηματική βιρτουοζιτέ. Γεμάτη παζολινικό πάθος και χυμούς ζωής από το πρώτο της πλάνο, περιγράφει με συγκινητική ειλικρίνεια τον καταδικασμένο έρωτα ενός φαντάρου και μιας πόρνης, ο οποίος ξεκινά σε ένα μικρό κουτούκι (τα γυρίσματά της σκηνής έγιναν στην Κάτω Κηφισιά). Στην αμέσως προηγούμενη σεκάνς μια γειτόνισσα (Κούλα Αγαγιώτου) λέει στην Ευδοκία (Μαρία Βασιλείου) το φλιτζάνι: «Να εδώ, πρόσεχε, που είναι η κορώνα» Ευδοκία: «Πάει να πει;» - «Γαλόνια, στρατός. Κι εδώ είναι ο σταυρός. Η κορώνα κι ο σταυρός. Φυλάξου από τον σταυρό…» Η κάμερα κάνει ζουμ μέσα στο φλιτζάνι, κι ενώ ακούγονται οι πρώτες νότες του μπουζουκιού το πλάνο ανοίγει στον λοχία Γιώργο Μπάσκο (Γιώργος Κουτούζης), ο οποίος υπό τα βλέμματα της Ευδοκίας, του προστάτη της (Χρήστος Ζορμπάς) και της παρέας του χορεύει ένα αντρίκιο ζεϊμπέκικο. Ολόκληρη η σκηνή, με το φλερτ, την αντιζηλία που φουντώνει και τη συμπλοκή που ακολουθεί, εξελίσσεται σχεδόν χωρίς καθόλου λόγια, αφήνοντας τα σώματα, τα βλέμματα και την αθάνατη μελωδία του Μάνου Λοΐζου να περιγράψουν μοναδικά τα ασυγκράτητα ανθρώπινα πάθη.

6. Το Βιετνάμ – «Όλα Είναι Δρόμος» (Παντελής Βούλγαρης, 1998)

Ο Μάκης Τσετσένογλου έχει λερωμένη τη φωλιά του και το ξέρει. Ο Μάκης Τσετσένογλου δεν έκανε ένα λάθος, μια φορά, αλλά πολλά συνεχόμενα. Κι αυτό, επίσης, το ξέρει. Τώρα πια, χωρίς τη γυναίκα που αγαπά και τα παιδιά που λατρεύει, δεν του 'χει απομείνει τίποτα. Ούτε η θέληση για ζωή, παρόλο που του λείπει το θάρρος για να αυτοκτονήσει (πλησιάζει τις ράγες, μα δεν πέφτει μπροστά από το ορμητικό τρένο). Δίχως άλλη επιλογή, πάει στο μοναδικό μέρος που δεν είναι ανεπιθύμητος, το νυχτερινό κέντρο «Βιετνάμ». Κάθεται πρώτο τραπέζι πίστα, φορώντας την καμπαρντίνα που δε βγάζει ποτέ. Πίνει ουίσκι με πάγο, καπνίζει, δειλά-δειλά τραγουδά και χορεύει, ώσπου αρχίζει να σπάει τα πάντα στο μαγαζί. Όταν πια ξεμένει από πιάτα και έπιπλα, σειρά παίρνει -τι άλλο;- το ίδιο το κέντρο. Το αγοράζει επιτόπου, βγαίνει έξω με την ορχήστρα, κι αυτό που ακολουθεί ένα από τα πιο αποθεωτικά φινάλε που έχουν γυριστεί ποτέ. Ο Γιώργος Αρμένης σε μια αδιανόητη ερμηνεία φτιαγμένη από καπνό, δάκρυα, αλκοόλ κι ενοχές, γκρεμίζει το «Βιετνάμ» δίνοντας υπόσταση στα συντρίμμια που βρίσκονται μέσα του, ενώ χορεύει με την καμπαρντίνα του να φλέγεται. Και η ατάκα «Ηλία, ρίχτο!» γίνεται συνώνυμη ενός ύστατου αποχαιρετισμού πριν την πιο ποιητική πτώση.

5. Σ’ αγαπώ – «Η Κάλπικη Λίρα» (Γιώργος Τζαβέλλας, 1955)

Από την αυστηρά επιλεκτική φιλμογραφία της Έλλης Λαμπέτη (μόλις δέκα παρουσίες στη μεγάλη οθόνη) ξεχωρίζουν σαφώς η τριπλή συνεργασία της με τον Μιχάλη Κακογιάννη και η εμφάνισή της στο τελευταίο σκετς της «Κάλπικης Λίρας». Μιας σπονδυλωτής ταινίας με πρωτότυπο τίτλο «Η Ιστορία Μιας Κάλπικης Λίρας», η οποία συνδυάζει ηθογραφικά, κοινωνικά, κωμικά και μελοδραματικά στοιχεία με πρωτόγνωρη για το ελληνικό σινεμά κομψότητα. Στηλιτεύοντας τη φθορά των ανθρωπίνων σχέσεων και συνειδήσεων που προκαλεί το χρήμα, τέσσερις ιστορίες παρακολουθούν την πορεία μιας πλαστής χρυσής λίρας να αλλάζει χέρια και μαζί τη ζωή των περιστασιακών κατόχων της. Έτσι θα φτάσει στα χέρια ενός άκαρδου (φαινομενικά) ηλικιωμένου (Ορέστης Μακρής) και μέσω της βασιλόπιττάς του σ’ ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Τον φτωχό, μα μποέμ ζωγράφο Παύλο (Δημήτρης Χορν) και την Αλίκη (Έλλη Λαμπέτη), κόρη πλούσιας οικογένειας. Ο σφοδρός έρωτάς τους τούς κάνει να ξεχνούν τα οικονομικά προβλήματα, ενώ το «σ’ αγαπώ» της Αλίκης εμπνέει τον Παύλο στη δημιουργία ενός πορτραίτου το οποίο πιστεύει πως θα είναι και το σπουδαιότερο έργο του. Ένα απλό, μα απίστευτα βαθύ κι εκφραστικό «σ’ αγαπώ» το οποίο επαναλαμβάνει με στιλάτο ερωτισμό η Λαμπέτη, βγαλμένο από την αληθινή ζωή (η σχέση της με τον Χορν κράτησε μια εφταετία) και παραδομένο στην κινηματογραφική αιωνιότητα.

4. Αποκαθήλωση του παρελθόντος – «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1995)

Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε μαζί της τον πολιτικό κόσμο κι ιδιαίτερα εκείνων που ζούσε στα Βαλκάνια, σε μια βαθιά ιδεολογική μα πρωτίστως υπαρξιακή κρίση. Οι κατακερματισμένες εθνικές ταυτότητες επαναπροσδιορίζονται, το παρελθόν αναμοχλεύεται και το μέλλον δείχνει αβέβαιο. Αυτή τη σύγχυση βιώνει και ο ανώνυμος πρωταγωνιστής της ταινίας, ο Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης ο οποίος λέγεται απλώς Α (Χάρβεϊ Καϊτέλ), όταν βρεθεί να αναζητά μια χαμένη μπομπίνα των αδελφών Μανάκια σε διαφορετικές βαλκανικές χώρες. Καθώς περνά σύνορα, εμπόλεμες ζώνες, πόλεις και χωριά, συνειδητοποιεί πως αγνοεί τη θέση του στον κόσμο. Δεν έχει ωστόσο περιθώρια να περιμένει. Η ιστορία προχωρά χωρίς εκείνον, μαζί με τις σαρωτικές αλλαγές που φέρνει, παρασέρνοντάς τον στο άγνωστο. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος αποτυπώνει αυτή τη διφορούμενη κίνηση, του πνευματικά στάσιμου ανθρώπου και του χρόνου που κυλά αδιάκοπα, σε μια σκηνή όπου ο ήρωας βρίσκεται σε ένα πλοίο μαζί με ένα τεράστιο αποκαθηλωμένο άγαλμα του Λένιν. Ο έκπτωτος ηγέτης δε δείχνει πια το δρόμο, ποιος είναι όμως ο προορισμός άραγε;

3. Ηρωική έξοδος – «Ο Δράκος» (Νίκος Κούνδουρος, 1956)

Πριν ακόμα ο Μικελάντζελο Αντονιόνι και το μοντέρνο σινεμά στρέψουν το φακό τους στην υπαρξιακή αλλοτρίωση της αστικής ζούγκλας και την απέλπιδα αναζήτηση ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, ο Νίκος Κούνδουρος μετέτρεψε μοναδικά όλο αυτό το πολιτισμικό αδιέξοδο σε σπαρακτική κινηματογραφική τραγωδία. Σε μια από τις σπουδαιότερες ερμηνείες από Έλληνα ηθοποιό, ο Ντίνος Ηλιόπουλος υποδύεται εξαιρετικά τον ασήμαντο τραπεζικό υπάλληλο που, μοιάζοντας εκπληκτικά με τον καταζητούμενο «Δράκο», μια συμμορία τον εκλαμβάνει ως τον ατρόμητο κακοποιό ο οποίος θα ηγηθεί στην κομπίνα που ετοιμάζουν – την κλοπή και πώληση ενός Στύλου του Ολυμπίου Διός σε Αμερικανό αγοραστή! Ο Θωμάς αποδέχεται σιωπηλά την καινούρια ταυτότητά του, η οποία του δίνει υπόσταση και νόημα ζωής, όταν όμως η επώδυνη αλήθεια αποκαλύπτεται, ο νόμος του υποκόσμου δεν θα τον συγχωρέσει. Το οδυνηρό τίμημα πληρώνεται σ’ ένα καταγώγι όπου όλοι οι παράνομοι χορεύουν μαζί ένα βαρύ ζεϊμπέκικο (σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι), το οποίο συνδέει άμεσα την αρχαία τραγωδία και το χορό της με τις νεοελληνικές λαϊκές τελετουργίες.

2. Ούτε μαζί σου ούτε χωρίς εσένα – «Στέλλα» (Μιχάλης Κακογιάννης, 1955)

Από τις πρώτες ταινίες που ταξίδεψαν έξω από τα ελληνικά σύνορα, φτάνοντας μέχρι το φεστιβάλ Κανών και την ξενόγλωσση Χρυσή Σφαίρα, η δεύτερη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη (είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν το «Κυριακάτικο Ξύπνημα») έχει για πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που αναζητά την ελευθερία της αγνοώντας κάθε κόστος. Ελευθερία απέναντι στη φτηνή ηθικολογία της εποχής, αλλά και τη σεξιστική αντρική εξουσία, με την Μελίνα Μερκούρη να αναδεικνύεται, στην πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή της, σε δυναμικό φεμινιστικό σύμβολο της μεγάλης οθόνης. Το σενάριο διασκευάζει το εμπνευσμένο από την «Κάρμεν» του Προσπέρ Μεριμέ θεατρικό του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» και ο Κακογιάννης ενηλικιώνει το ελληνικό σινεμά με ένα πολυδιάστατο νεορεαλιστικό δράμα, κορυφωμένο με λιτή τραγικότητα: Ξημερώματα σε μια φτωχογειτονιά του Πειραιά (στην πραγματικότητα στη συμβολή των οδών Καλλιδρομίου, Πλαπούτα και Τσαμαδού στα Εξάρχεια) η Στέλλα αποχαιρετά τον Αντώνη (Κώστας Κακκαβάς) και μένη μόνη για να «αντιμετωπίσει» τον Μίλτο (Γιώργος Φούντας) που την περιμένει. Ακόμα ερωτευμένη μαζί του, έχει επιλέξει την ελευθερία της και ξέρει καλά πως ήρθε η ώρα να το πληρώσει. Γι’ αυτό και δεν υπακούει στην απελπισμένη προειδοποίησή του «φύγε Στέλλα, κρατάω μαχαίρι», τη διασημότερη ίσως ατάκα του ελληνικού σινεμά και συνώνυμο κάθε καταδικασμένου από τις κοινωνικές επιταγές έρωτα.

1. Το πανοραμικό της Ιστορίας – «Ο Θίασος» (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1975)

Το πλάνο που έγινε σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη, καθώς εκτός από δραματουργικά άψογο ήταν και κινηματογραφικά πρωτόγνωρο• παρότι φαινομενικά απλό. Με ένα πανοραμικό της κάμερας, στην ίδια σκηνή αλλάζει ο χρόνος, αλλά όχι ο χώρος. Στο «Θίασο» δεν είναι λίγες οι φορές που συμβαίνει αυτό, αν και η πιο χαρακτηριστική βρίσκεται λίγο πριν τη συμπλήρωση δύο ωρών. Η Κατοχή έχει τελειώσει, η Ελλάδα πανηγυρίζει ανεμίζοντας σημαίες των νικητριών χωρών, όμως πυροβολισμοί διακόπτουν τη χαρά. Το πλήθος σκορπίζει, λιγοστά θύματα μένουν στο έδαφος. Η κάμερα στρέφεται προς τα αριστερά όπου μια διαδήλωση πλησιάζει. Οι σημαίες πια είναι μόνο κόκκινες. Με μια ανεπαίσθητη κίνηση μεταφερθήκαμε από την Απελευθέρωση στα αιματηρά Δεκεμβριανά. Η σκηνή συμπεριλαμβάνεται επίσης στη λίστα με τις 100 καλύτερες στην ιστορία του σινεμά.

Οι προηγούμενες θέσεις της λίστας:

50-41
40-31
30-21
20-11

Σχετικά Θέματα

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά

20/03/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά

Συγκεντρώνουμε σε μία λίστα τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές, ατάκες και εικόνες που σκαρφίστηκε ο εγχώριος κινηματογράφος.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 20-11

06/03/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 20-11

Από τον «Κυνόδοντα» στο Ζήκο κι από το Θόδωρο Αγγελόπουλο στη «Θεία από το Σικάγο», η αντίστροφη μέτρηση συνεχίζεται.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 30-21

27/02/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 30-21

Η Βέσπα του Θανάση Βέγγου, το «πετσόκομμα» του «Μικρού Ψαριού» και ο διάσημος ορισμός του πέναλτι σας περιμένουν στη συνέχεια της αντίστροφης μέτρησης.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 40-31

19/02/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 40-31

Η αντίστροφη μέτρηση συνεχίζεται με «Πολίτικη Κουζίνα» και... το προφιτερόλ του Γιώργου Κωνσταντίνου.

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 50-41

08/02/2021

Οι 50 καλύτερες σκηνές στην ιστορία του ελληνικού σινεμά: θέσεις 50-41

Αντίστροφη μέτρηση με τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές, ατάκες και εικόνες που «μιλούν» ελληνικά.