Συνέντευξη

Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής κι ένας «Απόστρατος» στου Παπάγου

Από -

Σε μία από τις σπάνιες φορές που το ελληνικό σινεμά καταφέρνει να ισορροπήσει ιδανικά την arthouse αισθητική με το άνοιγμα σε ένα μαζικό κοινό, η τρίτη ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή είναι φτιαγμένη για να συγκινήσει όσο και να οδηγήσει σε ζωηρές συζητήσεις. Και αυτό επειδή ο κεντρικός ήρωας (Μιχάλης Σαράντης) είναι ένας τριαντάρης ο οποίος, βλέποντας τις επιχειρηματικές απόπειρές του να καταρρέουν, αναγκάζεται να επιστρέψει στο σπίτι του πεθαμένου στρατιω­τικού παππού του. Αποκτά εμμονή μαζί του, με τις στολές και τα παράσημά του, αρχίζοντας σταδιακά να υιοθετεί το στιλ και τη συμπεριφορά του. Όλα αυτά μέχρι να ανακαλύψει το καλά κρυμμένο μυστικό του.

Η ταινία φέρνει κοντά δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους γενιές και ταυτόχρονα κατορθώνει να τις συμφιλιώσει. Ήταν αυτή η πρόθεσή σου με τον «Απόστρατο»;
Έχει ενδιαφέρον αυτό, γιατί δεν περίμενα η αναφορά στον εμφύλιο να έχει τόση επίδραση στο κοινό. Το κίνητρό μου ήταν να μιλήσω για τις προσωπικές σχέσεις, μέσα από την οπτική γωνία ενός 30άρη που 'χει χάσει την ταυτότητά του, για τα πρότυπα που έρχονται από το παρελθόν και μπορούν είτε να σε βοηθήσουν είτε όχι. Επειδή όμως με είχε ξαφνιάσει όταν άκουσα πρώτη φορά να μου μιλάνε για τη συμφιλίωση, προσπαθούσα να ανασύρω από τη μνήμη μου τι ήταν εκείνο που σκεφτόμουν όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο. Τότε λοιπόν θυμήθηκα πόσο με είχε αγγίξει μια ιδέα του Χρόνη Μίσσιου, ο οποίος σε συνέντευξή του τόνιζε την επαναστατική δύναμη της αγάπης. Με επηρέασε αρκετά στη γραφή του χαρακτήρα του Βάσου, επομένως θεωρώ πως ασυναίσθητα εκεί πηγάζει η διάθεση της συμφιλίωσης.

«Όταν κοιτάμε τις ιδεολογίες από απόσταση, παραβλέπουμε τη βιωματική διάστασή τους και τα συναισθήματα που εμπλέκονται. Υπάρχουν φορές που προσωπικά και συναισθηματικά κίνητρα προηγούνται μιας ιδεολογικής “πανοπλίας”».

Εκείνη πάντως έρχεται με έναν ανθρώπινο τρόπο, δίνεις έμφαση στο συναισθηματικό κομμάτι και όχι τόσο στο πολιτικό.
Όταν κοιτάμε τις ιδεολογίες από απόσταση παραβλέπουμε τη βιωματική διάστασή τους και τα συναισθήματα που εμπλέκονται. Εάν όμως επικεντρωθεί κάποιος σε μεμονωμένες περιπτώσεις, του εμφυλίου για παράδειγμα, τις περισσότερες φορές προηγείται μια σειρά από εμπειρίες που ωθούν έναν άνθρωπο προς μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Υπάρχουν φορές που προσωπικά και συναισθηματικά κίνητρα προηγούνται μιας ιδεολογικής «πανοπλίας».

Πόσος καιρός χρειάστηκε μέχρι να ολοκληρωθεί η ταινία;
Η πρώτη ιδέα ήρθε το 2013 και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς είχα μια εκτεταμένη εκδοχή της πλοκής, η οποία όμως είχε πολλές αλλαγές σε σχέση με το τελικό σενάριο. Είχα ανάγκη να κάνω ένα διάλογο με τη γενιά των παππούδων μου. Πέρασαν πολλές γραφές προτού καταλήξω σε μία συγκεκριμένη, ήταν ένας από τους λόγους που τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 2018.

Στο ενδιάμεσο έκανες ένα ντοκιμαντέρ («Στο Σώμα της») κι έγραψες ένα βιβλίο («Εφτά ψυχές στο στόμα», εκδ. Polaris). Η εμπειρία της συγγραφής πόσο θεωρείς ότι σε εξέλιξε ως σεναριογράφο;
Ήταν ένα χρήσιμο μάθημα για εμένα. Το βιβλίο ξεκίνησε αμέσως μετά τον «Ξεναγό» (σ.σ.: το ντεμπούτο του Μαυροειδή), γιατί ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία με τους δικούς μου όρους, χωρίς να χρειαστεί να ξεκινήσω τη χρονοβόρα διαδικασία μιας ταινίας. Ήθελα να μονάσω λίγο! (γέλια) Επιπλέον, οι «Εφτά ψυχές» έχουν τη διάσταση της μπλοκμπαστεριάς, είναι ένα road movie με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα, αλλά οι χαρακτήρες είναι γάτες! Σε σύγκριση με ένα σενάριο, όπου η γλώσσα πρέπει να 'ναι λιτή, ένιωσα ότι μπορώ να έχω όποια ελευθερία ήθελα. Σα να μπαίνω σε ζαχαροπλαστείο μετά από νηστεία. (γέλια) Ελπίζω, πάντως, κάποια στιγμή να καταφέρω να το κάνω animation.

Έχει ενδιαφέρον που αναφέρεσαι στη λιτότητα, γιατί ενώ ο «Απόστρατος» χρησιμοποιεί πολλά σύμβολα και μεταφορές στην αφήγησή του, ταυτόχρονα είναι χαμηλότονο σε όσα θέλει να πει.
Η διάθεσή μου είναι να αποδραματοποιώ τις καταστάσεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση έπειτα από αρκετές εκδοχές του σεναρίου, άλλαξα σημεία που θεώρησα πως υπάρχει μια υπερβολή. Προσπαθώ να διατηρώ το δραματικό στοιχείο και να το συμπληρώνω με σαρκασμό, ώστε να διευρύνεται η γκάμα του ύφους μιας σκηνής.

Το χιούμορ εξάλλου είναι σημαντικό κομμάτι της ταινίας, δεν είναι λίγες οι κοφτέρες ατάκες...
Έρχεται αβίαστα αυτό, μου αρέσει οι διάλογοι να έχουν πλάκα. Αλλά προσέχω ποιοι είναι εκείνοι που θα πουν κάτι αστείο. Για παράδειγμα ο πρωταγωνιστής δεν έχει χιούμορ, δεν έχει κατακτήσει την ικανότητα να αυτοσαρκάζεται. Σε αντίθεση με τον Ερμή ο οποίος το κάνει σε παθολογικό βαθμό.

Η συνεργασία με τον Θοδωρή Ρέγκλη στο soundtrack πώς προέκυψε;
Για τη μουσική είχα ως σημείο αναφοράς ένα κομμάτι του Ερίκ Σατί, έτσι έψαχνα να συνεργαστώ με κάποιον ο οποίος θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί και να του δώσει έναν ξεχωριστό τόνο. Άκουσα δείγματα μουσικής από διαφορετικούς μουσικούς, όμως κατέληξα στον Θοδωρή γιατί ακολούθησε μια ρεμπέτικη προσέγγιση η οποία μου άρεσε πάρα πολύ.

Για να επιστρέψω στην ταινία, οι ήρωες καλούνται να διαχειριστούν τις προσωπικές ήττες τους σε διαφορετικές μορφές, αλλά μοιάζουν μονίμως εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο.
Αρχικά για να λογιστεί κάτι ως ήττα, ο άλλος θα πρέπει να την αναγνωρίσει ως τέτοια, για να προχωρήσει παρακάτω. Είναι πιστεύω ένα προσωπικό ζήτημα του καθενός. Στην ταινία υπάρχουν χαρακτήρες που προσφέρονται για μια διαφορετική ανάγνωση πάνω σε αυτό, όπως εκείνος του Ερμή (Αλέξανδρος Μαυρόπουλος). Την ίδια στιγμή βέβαια κινούνται με μια λογική ανέφικτης ευτυχίας, γιατί ό,τι κι αν κάνουν δεν είναι αρκετό, δεν μπορούν να τα έχουν όλα.

Εάν σου ζητούσαν να εντάξεις τον «Απόστρατο» σε ένα είδος, πλάι σε ποιες ταινίες θα την τοποθετούσες;
Δυσκολευόμουν από την αρχή της παραγωγής να φέρω παραδείγματα άλλων ταινιών ως σημεία αναφοράς. Το «Ένας Σοβαρός Άνθρωπος» των αδερφών Κοέν θα μπορούσα να πω πως με επηρέασε. Χωρίς να μοιάζουν μεταξύ τους οι ταινίες, μου άρεσε η αλληλεπίδραση του δράματος με τον καλοπροαίρετο σαρκασμό και πώς διαχειρίζεται το ηθικό διακύβευμα των ηρώων.

Ο Μιχάλης Σαράντης «κουβαλά» την ταινία με την ερμηνεία του. Τον είχες εξαρχής υπόψη;
Ήταν ένας από τους πρώτους ηθοποιούς που είδα και ήταν σαφές ευθύς αμέσως ότι ταίριαζε στον κόσμο της ταινίας. Ομολογώ όμως ότι δεν τον σκέφτηκα κατευθείαν για πρωταγωνιστή. Ο λόγος ήταν πως είχα φανταστεί διαφορετικά τον Άρη, ενώ ο Μιχάλης έχει ένα πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο. Καθώς προχωρούσε το κάστινγκ αποφασίσαμε να κάνουμε ένα δοκιμαστικό μαζί του και για τον κεντρικό ρόλο και τότε πείστηκα πως ήταν ο κατάλληλος για αυτό. Το πολύ ενδιαφέρον με τον Μιχάλη είναι το πόσο εύστοχος είναι στη δουλειά του, μπορεί να αλλάζει ύφος, αύρα, διάθεση σε δευτερόλεπτα.

Από τον «Ξεναγό» που μας τριγυρνάει στην Αθήνα, τώρα επικεντρώνεσαι σε μια γειτονιά της, τον Παπάγο.
Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με την πόλη, οι σπουδές μου στην αρχιτεκτονική έχουν συνηγορήσει ως προς αυτό. Η δραματουργική αξία ενός χώρου, σε όλες του τις διαστάσεις, είναι μεγάλη. Από το προσωπικό μου συρτάρι, το σπίτι, μέχρι τη γειτονιά. Εν τω μεταξύ ο Παπάγου, με το που στρίψεις τη Μεσογείων, αλλάζει αμέσως η ενέργεια της πόλης. Υπάρχει μια ομίχλη, μια αλλόκοσμη ησυχία...

Σχετικά Θέματα