Συνέντευξη

Ο Ζαν-Μισέλ Μπερνάρ κουρδίζει την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»

Από -

Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με μερικούς από τους σπουδαιότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε («Hugo») και ο Μισέλ Γκοντρί («The Science of Sleep», «Γύρνα το Μόνος Σου»), ενώ ξεκίνησε την καριέρα του πλάι στον Κλοντ Σαμπρόλ («Jours Tranquilles à Clichy», «Madame Bovary»). Τώρα ο Γάλλος συνθέτης Ζαν-Μισέλ Μπερνάρ υπογράφει το σάουντρακ της νέας ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη, η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», το οποίο και θα παρουσιάσει ζωντανά στο Γαλλικό Ινστιτούτο (24/2, 19.30) με ελεύθερη είσοδο.

Το event που θα γίνει παρουσία των πρωταγωνιστών της ταινίας (Βασίλης Μπισμπίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης, Στάθης Σταμουλακάτος), θα προλογίσει ο Γιάννης Οικονομίδης. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει την προβολή αποσπάσματος του ντοκιμαντέρ «In the Tracks of Jean-Michel Bernard» και στη συνέχεια ο συνθέτης θα συνομιλήσει με τον συνθέτη Νίκο Κυπουργό και τον κριτικό κινηματογράφου Χρήστο Μήτση για τη μουσική της «Μπαλάντας…». Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Λίγες πριν τη ζωντανή εμφάνισή του στην Αθήνα, είχαμε μια απολαυστική κουβέντα με τον πολύπειρο δημιουργό πάνω στην κινηματογραφική μουσική όσο και στη συνεργασία του με τον Οικονομίδη, με τον οποίο απέκτησε μια ιδιαίτερα ζεστή σχέση.

Γνωρίζω πως είχατε επισκεφτεί την Ελλάδα για συναυλίες στο παρελθόν, πώς όμως γνωριστήκατε με τον Γιάννη Οικονομίδη;
Πράγματι, είχα έρθει στην Αθήνα για δύο συναυλίες μαζί με τον ατζέντη μου, ο οποίος με έφερε σε επαφή με τον παραγωγό Χρήστο Κωνσταντακόπουλο. Πριν τις συναυλίες μοιραστήκαμε ένα υπέροχο μεσημεριανό, κατά τη διάρκεια του οποίου αποφάσισε να έρθει στο live. Του άρεσε πολύ η μουσική και στη συνέχεια μου μίλησε για την ταινία του Γιάννη. Μετά από λίγο καιρό μου έγινε επίσημα η πρόταση να γράψω τη μουσική και μου έστειλαν το σενάριο. Το βρήκα αμέσως εξαιρετικά ενδιαφέρον και ήταν μια ευχάριστη αλλαγή για εμένα, γιατί εκείνη την περίοδο είχα εμπλακεί σε διάφορες «σκοτεινές» ταινίες όπως η «Ληστεία» του Τζέλα Μπαμπλουανί.
Δεν είχα γνωρίσει ακόμα δια ζώσης τον Γιάννη, μόνο μέσω Skype, όμως παρότι έχω συνθέσει μουσική για πολλές ταινίες ένιωσα πως υπήρχε κάτι ξεχωριστό εδώ. «Κλικάραμε» και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πως αποφάσισε να με εμπιστευτεί εξ ολοκλήρου στο κομμάτι της μουσικής, χωρίς ο ίδιος να επέμβει καθόλου. Αυτό, ξέρεις, είναι τρομερά σπάνιο. Έτσι, σκέφτηκα ότι ήθελα να γράψω κάτι αναπάντεχο, κάτι που δε θα περίμενε ένας θεατής να ακούσει σε μια ελληνική ταινία. Εξάλλου δε συνηθίζω να συνθέτω μουσική συνηθισμένη, μου αρέσει να της δίνω μια παραξενιά που την κάνει να ξεχωρίζει. Νομίζω πως όλοι είναι πολύ χαρούμενοι με το αποτέλεσμα κι εγώ σίγουρα απόλαυσα τη διαδικασία. Βέβαια, το καλύτερο από όλα αυτό είναι που γνώρισα τον Γιάννη, είναι σα να είμαστε φίλοι εδώ και είκοσι χρόνια!

Εκτίμησα ιδιαίτερα στο σάουντρακ πώς ενώ η ταινία τοποθετείται στην ελληνική επαρχία, εσείς το χρησιμοποιείτε σα να «ντύνετε» με νότες ένα σασπένς θρίλερ από τα '60s.
Ακριβώς, αυτό οφείλεται στο ότι είμαι ιδιαίτερα επηρεασμένος από τον Λάλο Σίφριν, ο οποίος είναι σαν αδερφή ψυχή μου. Σε γενικές γραμμές, όμως, προσπαθώ η μουσική μου να αναμειγνύει επιρροές και στιλ, ώστε να μην μπορεί να κατηγοριοποιηθεί εύκολα, αλλά ταυτόχρονα να ακούγεται σαν κάτι μοντέρνο.

Όταν κάποιος σας ζητάει να γράψετε για μια ταινία, προτιμάτε να πρωταγωνιστεί η μουσική σας ή αισθάνεστε πιο άνετα σε μια μίνιμαλ, διακριτική προσέγγιση;
Στην ταινία του Γιάννη, η δυσκολία ήταν να βρεθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των δύο, γιατί μην ξεχνάς πως το φιλμ κρατάει σε διάρκεια παραπάνω από δυο ώρες. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Γιάννης απολαμβάνει τη διαδικασία της σκηνοθεσίας, παίρνει το χρόνο του για να αποκαλύψει τις προθέσεις των ηρώων. Ο ρυθμός δεν είναι ποτέ γρήγορος. Για αυτό το λόγο η μουσική πρέπει να υπάρχει μέσα στα συναισθήματα των χαρακτήρων, να συνδέεται αδιόρατα με την ατμόσφαιρα της ταινίας.
Προσωπικά δεν ανήκω στους συνθέτες που θέλουν οι θεατές να ακούν έντονα τη μουσική τους σε μια ταινία. Δε με ενοχλεί δηλαδή όταν έρχεται η ώρα του μιξάζ και συνειδητοποιώ πως λείπουν κομμάτια ή έχουν χρησιμοποιηθεί πιο υποτονικά οι συνθέσεις μου. Το πιο σημαντικό είναι να χρησιμοποιούνται σωστά και εμφατικά εκεί που χρειάζεται.
Πάντως κάτι που έχω παρατηρήσει τα τελευταία χρόνια είναι πως πολλοί εγκαταλείπουν την ιδέα μιας ορχήστρας, για παράδειγμα, και επιλέγουν περισσότερο μίνιμαλ σάουντρακ. Στην «Μπαλάντα» ήθελα να βρω τον ιδανικό τρόπο να δώσω ρυθμό στην ταινία.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης

Πώς ξεκινάτε συνήθως να συνθέτετε;
Πριν από οτιδήποτε άλλο, βαθιά μέσα μου είμαι ένας πιανίστας, ένας περφόρμερ. Επομένως στην αρχή πάντα θα περάσω ώρα στο πιάνο παίζοντας κι έπειτα θα γράψω σε χαρτί ό,τι βγήκε. Μάλιστα, συχνά στη δουλειά μου με βρίσκω να σκαρφίζομαι μια μελωδία απλώς και μόνο διαβάζοντας ένα σενάριο. Τότε βέβαια αυξάνεται το ρίσκο να απογοητευτείς όταν λάβεις τα πρώτα πλάνα της ταινίας και η μουσική σου δεν ταιριάζει.
Έτσι, όμως, προφυλάσσεται και το αίσθημα του αναπάντεχου, όταν δηλαδή τα δάχτυλά μου αντιδρούν στις σελίδες του σεναρίου κατά βούληση. Αυτή δεν είναι πάντα η περίπτωση με τις ταινίες που απαιτούν μια ορχήστρα, είναι πολύ μεγάλου προϋπολογισμού κ.λπ. Έχουν κι εκείνες την ομορφιά τους φυσικά, όμως είναι εντελώς διαφορετικά οργανωμένες σαν διαδικασία παραγωγής. Είναι πολύ αυστηρότερες.
Πιστεύω πάντως πως σήμερα εκείνο που αναζητούν οι σκηνοθέτες είναι η προσωπικότητα, κάτι το ασυνήθιστο. Έτσι ήταν και με τον Γιάννη, δεν ήθελε ένα τυπικό σάουντρακ, έτσι είναι ιδιαίτερα τιμητικό για εκείνον που με εμπιστεύτηκε τυφλά. Είναι ένας από τους πιο καλούς ανθρώπους εκεί έξω, αν και καταλαβαίνω πως αυτό μπορεί να ακούγεται περίεργο αν κρίνει κάποιος μόνο τις ταινίες του.

Από τον τρόπο που μου περιγράφετε τη διαδικασία, επιβεβαιώνετε τη σκέψη μου πως ο συνθέτης κάνει την πιο μοναχική δουλειά σε μια ταινία.
Ναι, και μία από τις δυσκολότερες. Είσαι εσύ, ολομόναχος, περιτριγυρισμένος από οθόνες. Εκτός εάν χρειάζεται να δουλέψεις με μια ορχήστρα, την οποία όμως δεν έχεις τις περισσότερες φορές.

Αποφασίσατε να κυκλοφορήσετε ψηφιακά το σάουντρακ της «Μπαλάντας…». Ακούει άραγε σήμερα ο κόσμος κινηματογραφική μουσική όσο παλιότερα;
Όχι, μάλιστα επιλέξαμε την ψηφιακή πλατφόρμα γιατί πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει κυκλοφορία σε φυσική κόπια ενός σάουντρακ. Εξάλλου όταν μιλάμε για κάτι τέτοιο εννοούμε σχεδόν αποκλειστικά τα βινύλια, τα οποία έχουν γίνει φετίχ. Όσον αφορά το υλικό που θα υπάρχει το σάουντρακ μας, δουλέψαμε πολύ την τελική μίξη, ενώ τα κομμάτια προέρχονται από τα ολοκληρωμένα sessions, δεν υπάρχει δηλαδή η μόνο η μουσική που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία.

Σχετικά Θέματα