Θέμα

Ο Τάικα Γουαϊτίτι παθαίνει «Τζότζο»

Από -

Πρέπει να ανήκεις σε κάποια ξεχωριστή πάστα ανθρώπων για να έχεις την άνεση να προσποιείσαι πως κοιμάσαι την ώρα που ο Τζέρεμι Άιρονς ανακοινώνει το όνομά σου στους υποψηφίους του Όσκαρ καλύτερης ταινίας μικρού μήκους. Ο λόγος, φυσικά, για τον 30χρονο τότε Τάικα Γουαϊτίτι, ο οποίος το 2005 διεκδικούσε για πρώτη φορά ένα βραβείο της ακαδημίας με το ρομαντικό «Two Cars, One Night». Ήταν ένα ξεκάθαρο δείγμα του ταμπεραμέντου και της μοναδικής ικανότητάς του να διαχειρίζεται ακομπλεξάριστα άβολες, αγχώδεις καταστάσεις, μια ιδιότητα που διοχέτευσε με επιτυχία στις μετέπειτα ταινίες του.

Οι ιστορίες που σκαρφίζεται ο Γουαϊτίτι διαχειρίζονται έναν πλούτο συναισθημάτων, βασίζονται πάντα στην κωμωδία, είναι τρυφερές και γεμάτες ζωντάνια, ενώ –το κυριότερο– πραγματεύονται με αστείρευτη φαντασία τις πολυπλοκότητες της ζωής. Συνηθίζει, μάλιστα, να τις εξερευνά μέσα από ένα σταθερό μοτίβο, αυτό της αθώας παιδικής ματιάς απέναντι στην κυνική λογική των ενηλίκων, μοτίβο που επανέρχεται στο «Τζότζο».

Ο Γουαϊτίτι εμπνέεται από το βιβλίο «Caging skies» της Κριστίν Λέουνενς, το οποίο τοποθετείται στα τέλη του Β΄ Παγκόσμιου, με ήρωα ένα αγόρι ένθερμο υποστηρικτή των ναζί (Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις) που έχει ως φανταστικό φίλο τον Αδόλφο Χίτλερ. Ο μικρός θα υποστεί ένα σφοδρό σοκ όταν μια μέρα ανακαλύψει πως στο σπίτι του κρύβεται μια συνομήλική του Εβραία (Τόμασιν ΜακΚένζι) στην προσπάθειά της να γλιτώσει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως το συνηθίζει, ο Γουαϊτίτι κρατά έναν από τους βασικούς ρόλους –εκείνον του Χίτλερ–, ενώ η Σκάρλετ Γιόχανσον υποδύεται τη μητέρα του αγοριού. Ο εβραϊκής καταγωγής Νεοζηλανδός είναι ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που μπορεί να διαχειριστεί την ταυτόχρονα μακάβρια, ιδεολογικά φορτισμένη αλλά και κωμικά εύφορη διάσταση της ιστορίας, χωρίς να γίνει προσβλητικός ή συναισθηματικά χειριστικός.


Το έχει καταφέρει εξάλλου ήδη στο παρελθόν. Η ταινία που τον έκανε ευρύτερα γνωστό στο παγκόσμιο κοινό ήταν το ξεκαρδιστικό mockumentary «What We Do in the Shadows» (2014), το οποίο έσμιξε απολαυστικά το χιούμορ με τον τρόμο, ακολουθώντας την καθημερινότητα τεσσάρων βρικολάκων που ζουν στο σύγχρονο Γουέλινγκτον. Προηγουμένως είχε καταφέρει να γράψει ιστορία σκηνοθετώντας μία από τις εμπορικά πιο επιτυχημένες ταινίες στο νεοζηλανδικό box office, το «Boy» (2010), μια ταινία επανένωσης ενός αγοριού που ακούει φανατικά Μάικλ Τζάκσον με τον απόντα, εγκληματία πατέρα του.

Η θεματική της συμφιλίωσης και της συγχώρεσης επανέρχεται και στο «Hunt for the Wilderpeople» (2016), μία από τις καλύτερες ταινίες του Γουαϊτίτι, όπου ένα αλλοπρόσαλλο ανθρωποκυνηγητό ξεσπά εναντίον του Σαμ Νιλ και του πιτσιρικά Τζούλιαν Ντένισον στον ρόλο του θετού ανιψιού του. Αυτό ήταν και το φιλμ που γοήτευσε τους ιθύνοντες της Marvel, οι οποίοι έδωσαν στον σκηνοθέτη το εισιτήριο για το Χόλιγουντ, προτείνοντάς του να αναλάβει το «Thor: Ragnarok» (2017). Το αποτέλεσμα; Αέρας φρεσκάδας στο super franchise και η επιβεβαίωση του ταλέντου του Γουαϊτίτι.

Με το «Τζότζο», ο 45χρονος δημιουργός κέρδισε το βραβείο κοινού στο Τορόντο, το οποίο ακολούθησαν έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων εκείνες καλύτερης ταινίας και σεναρίου. Οι πιθανότητες να κερδίσει κάποιο από τα αγαλματίδια είναι λίγες –δεν βοήθησε και η χλιαρή υποδοχή της ταινίας από κοινό και κριτικούς–, η παρουσία του όμως ανεβάζει τις προσδοκίες μας για το αστείο που θα σκαρφιστεί αυτήν τη φορά στην απονομή...

Σχετικά Θέματα