Συνέντευξη

Ο Σταύρος Τσιώλης μιλά για τις αθώες απάτες και τις γυναίκες που γεμίζουν τη ζωή

Από , -

Συναντήσαμε στα Εξάρχεια τον αγαπημένο σκηνοθέτη, ο οποίος μας μίλησε για την πολυαναμενόμενη νέα του ταινία «Γυναίκες που Περάσατε από Δω», για τις θεατρικές δουλειές αλλά και για τα μελλοντικά σχέδιά του.

Ξανά οι γυναίκες στον τίτλο ταινίας σας. Μήπως τελικά δεν γίνεται χωρίς αυτές;
Με τη νέα μου ταινία ολοκληρώνεται μια τριλογία, αλλά οφείλω να σας εκμυστηρευτώ πως αυτό οφείλεται σε μια αθώα απάτη, διότι καμία από τις τρεις δεν είχε εξαρχής τη λέξη «γυναίκες» στον τίτλο της... Μια μέρα ήμασταν που λέτε για γύρισμα με τον Χρήστο Βακαλόπουλο στη Στεμνίτσα, όταν μας πλησιάζει ο διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Καψούρος. Διάβαζε το βιβλίο του Φάρλεϊ Μόατ «Λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε» και μας πρότεινε να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο προσθέτοντας τη λέξη «γυναίκες». Του Χρήστου του άρεσε η ιδέα, επειδή όλοι θα αναρωτιούνταν τι μπορεί να σημαίνει. Πράγματι κρατήσαμε το «Παρακαλώ Γυναίκες μην Κλαίτε» και η ταινία προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία για εβδομάδες!
Πάμε στο 1998, τώρα, όταν ταξιδεύαμε στη Λίμνη Βόλβη για να γυρίσουμε το «Ιστορικό Συνέδριο της Βόλβης». Αυτός ο τίτλος με είχε καταγοητεύσει, είχα ενθουσιαστεί που θα έκανα μια ταινία για ένα ιστορικό γεγονός. Ο παραγωγός όμως, ο Βασίλης Κατσούφης, είχε αντιρρήσεις και μας ζήτησε να κάνουμε μια προσπάθεια να βρούμε άλλον τίτλο. Σπάσαμε όλοι το κεφάλι μας, δεν έχετε ιδέα τι βλακείες ειπωθήκαν... Μας επέπληξε τότε η κόρη μου Κατερίνα, λέγοντάς μας: «Δεν ντρέπεστε, κάθεστε και χαζολογάτε ενώ οι κακομοίρες οι γυναίκες σας περιμένουν μάταια». Ξέσπασε ο Γιάννης Ζουγανέλης και της απάντησε: «Παράτα μας, ρε Κατερίνα, ας περιμένουν οι γυναίκες!» Εγώ πάγωσα επιτόπου. Του ζήτησα να το ξαναπεί κι έμειναν όλοι ξεροί. Έτσι προέκυψε άλλη μία απάτη...
Ερχόμαστε λοιπόν στην καινούργια ταινία. Μετά το «Φτάσαμεε!..» λόγω ενός προβλήματος υγείας δεν ασχολήθηκα ξανά με τον κινηματογράφο. Ένας φίλος όμως με έπεισε να κάνουμε μια ταινία με τη λέξη «γυναίκες» στον τίτλο για να ολοκληρωθεί αυτή η άτυπη τριλογία. Άντε τώρα να βρούμε ξανά κάτι. Μια μέρα καθόμασταν σε ένα μαγαζί και παρατηρούσαμε τον κόσμο που περνούσε. Τότε συνέβη ένα παράξενο πράγμα, πέρασαν σερί περί τις 12 γυναίκες· όλες περιποιημένες, όμορφες... Τρελάθηκα! Και λέω στον φίλο μου: «Αν ήταν κάθε μέρα έτσι οι γυναίκες που περνάνε από εδώ, θα ερχόμουν συνέχεια σε αυτό το μαγαζί». Ένιωσα να ξαναζώ τη στιγμή με τον Ζουγανέλη. Βρήκαμε τίτλο: «Γυναίκες που Περάσατε από Δω».

Η απάτη όμως δεν είναι αυτό που νοστιμεύει τη ζωή;
Αυτό είναι αλήθεια, όλοι μας κάνουμε μικρές απατεωνιές. Έρχονται πολλοί και με ρωτούν πώς έκανα την τριλογία, αν τη σκεφτόμουν χρόνια κ.λπ. Τρίχες! Προέκυψε αναπάντεχα αυτή η ιστορία, οι ομοιότητες είναι τυχαίες. Στη νέα μου ταινία οι δύο ήρωες είναι εντελώς απροετοίμαστοι για το κύμα των ανθρώπων που τους επισκέπτεται. Έχουν στήσει το αυτοσχέδιο σαλονάκι τους καθώς φυλάνε τσίλιες και, επί τη ευκαιρία, πουλάνε κάνα κουλουράκι. Οι γυναίκες λοιπόν, βλέποντάς τους, νιώθουν μια οικειότητα, κάθονται μαζί τους κι εκμυστηρεύονται τα όσα τούς συμβαίνουν.
Αυτή η εικόνα μού θύμισε την ταινία «Λίγος Καπνός Ακόμη», με τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, στην οποία υπάρχουν διάφορες γυναίκες που λένε τις ιστορίες τους, τα όνειρά τους. Ένιωσα ότι και οι δικές μου γυναίκες έχουν πολλά κοινά μαζί τους. Πέρα από αυτό, είχα σκεφτεί άλλες δέκα ιστορίες, αλλά η ταινία θα κρατούσε πάνω από έξι ώρες. Σας μιλούσα όμως για τους ήρωες. Ο χαρακτήρας του Κωνσταντίνου Τζούμα έχει μια τάση προς τη διανόηση, εκείνος του Ερρίκου Λίτση είναι αμόρφωτος με μια ροπή προς την ποίηση. Οι γυναίκες έρχονται ξαφνικά και γεμίζουν την ύπαρξή τους.

«Νιώθω μέσα μου ότι σε μερικά χρόνια αυτά τα ταλέντα (σ.σ. οι νέοι σκηνοθέτες) θα βγουν μαζικά στο προσκήνιο και θα γνωρίσουμε την άνθηση που βιώνει τώρα ο ρουμάνικος κινηματογράφος για παράδειγμα. Αυτά τα παιδιά δεν πρέπει να λυγίσουν απέναντι σε καμία δυσκολία. Αν στην ηλικία που είμαι έχω μια συμβουλή, αυτή είναι να χρησιμοποιούν ελληνικό τίτλο.»

Στην πραγματικότητα δηλαδή ­αυτοί οι δύο γνωρίζουν περισσότερο τις ιστορίες των γυναικών παρά τις ίδιες τις γυναίκες.
Όπως τα λέτε είναι. Η καθεμία έρχεται κι εξομολογείται το βάσανό της. Υπό άλλες συνθήκες οι ιστορίες αυτές δε θα έπρεπε να μπουν καν σε ταινία, όσα τους έχουν σημαδέψει όμως τις κάνουν ξεχωριστές, μιλάνε για πράγματα που δεν έχουν γραφτεί ούτε σε τραγούδια.

Παράλληλα γράφετε θεατρικά ­έργα, αλλά και η ταινία σας έχει κάποια τέτοια χαρακτηριστικά.
Κατά μία έννοια είναι θεατρικό, αφού το σενάριο γράφτηκε σε ένα μήνα – κι έπρεπε να γραφτεί με αυτόν τον τρόπο διότι είχαμε χαμηλό προϋπολογισμό. Δε γινόταν να κάνουμε ακόμη ένα road movie, να τρέχουμε από δω και από κει, αυτά είναι πολυτέλειες. Από τη στιγμή λοιπόν που οι ήρωές μας φυλάνε τσίλιες, δεν μπορείς να μετακινήσεις τη δράση από το σημείο όπου στέκονται. Έτσι κι αλλιώς, εμένα μου αρέσει η απλότητα, θέλω τα πλάνα να είναι ταπεινά, χωρίς να προσπαθώ να πω κάτι μεγάλο.

Βλέπουμε όμως κάποια φλας μπακ, όπως και πλάνα από τις προηγούμενες ταινίες σας.
Έπρεπε κάπως να «σπάσουμε» αυτό το θεατρικό στήσιμο που λέτε κι εσείς. Η λύση προέκυψε μέσα από τη συνεργασία μου με τον Γιώργο Μαυροψαρίδη, ο οποίος έκανε το μοντάζ. Κάθισε και είδε όλες μου τις ταινίες για να καταλάβει πώς νιώθω. Είχε κόψει τα καλύτερα μέρη από καθεμία και, καθώς μου τα έδειχνε, με παρέσυρε και τα χρησιμοποιήσαμε, αλλά χαλάλι του. Ανάμεσα στα πλάνα υπάρχει κι ένα από την ταινία «Σχετικά με τον Βασίλη». Το βάλαμε προς τιμήν του Βασίλη Καψούρου, τον οποίο χάσαμε πριν από μερικά χρόνια, καθώς σε αυτήν δούλεψε πρώτη φορά ως διευθυντής φωτογραφίας.

Πάντως, με το θέατρο συνεχίζετε να ασχολείστε. Πώς προέκυψε αυτή η ενασχόληση;
Το θέατρο το αγαπάω πάρα πολύ, μου έχει δώσει τον Τσέχοφ και τον Τενεσί Ουίλιαμς. Χρειαζόμουν πάντως να κάνω κάτι το οποίο δεν απαιτούσε πολλά χρήματα κι έναν παραγωγό πάνω από το κεφάλι μου. Να σου πω ακόμη ότι ντρέπομαι να πάω εγώ να ζητήσω λεφτά από το Κέντρο Κινηματογράφου τη στιγμή που υπάρχουν νέα παιδιά που μοχθούν για να βρουν χρηματοδότηση. Η δική μας γενιά έβγαλε τον Αγγελόπουλο, τον Παπατάκη, τον Δαμιανό... Έρχονται τώρα οι καινούργιοι και βγάζουν τον Λάνθιμο, ο οποίος γίνεται σκηνοθέτης παγκόσμιου βεληνεκούς. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Παρακολουθείτε τις ταινίες των νέων σκηνοθετών;
Βεβαίως, όλες και πολλές φορές μάλιστα. Νιώθω μέσα μου ότι σε μερικά χρόνια αυτά τα ταλέντα θα βγουν μαζικά στο προσκήνιο και θα γνωρίσουμε την άνθηση που βιώνει τώρα ο ρουμάνικος κινηματογράφος για παράδειγμα. Αυτά τα παιδιά δεν πρέπει να λυγίσουν απέναντι σε καμία δυσκολία. Αν στην ηλικία που είμαι έχω μια συμβουλή, αυτή είναι να χρησιμοποιούν ελληνικό τίτλο.

Ο Αργύρης Μπακιρτζής πώς και δεν συμμετείχε στην ταινία;
Προσέξτε να δείτε... Για να παίξει ο Αργύρης, θα έπρεπε να διώξω τον Τζούμα ή τον Λίτση. Υπήρχε όμως ένας ρόλος ο οποίος τελικά δεν μπήκε στην ταινία. Στην ιστορία της κοπέλας που πάει στο Λεβερκούζεν υπήρχε σκηνή με τον άντρα της και τη μάνα του να την κυνηγάνε στο αεροδρόμιο παρακαλώντας τη να μείνει. Εκείνον θα υποδυόταν ο Μπακιρτζής. Δεν συνέβη, βέβαια, αλλά του έκανα την τιμή να γράφει στους τίτλους «και ο Αργύρης Μπακιρτζής».

Να ελπίζουμε σε επόμενη ταινία σας σύντομα;
Ναι, θα λέγεται «Χιόνι». Ο τίτλος συνοδεύεται από το τρίστιχο ενός τραγουδιού του Αντώνη Βαρδή σε στίχους του Βασίλη Γιαννόπουλου, το οποίο λέει: «Ένα τραγούδι είσαι / που χρόνια με εκδικείσαι / γιατί δεν έχεις ξεχαστεί». Είναι μια ταινία που θέλαμε να κάνουμε το ’80 με τον Γιώργο Αρβανίτη [σ.σ. διευθυντής φωτογραφίας], αλλά τελικά καταλήξαμε να γυρίζουμε το «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία». Το «Χιόνι» είχε μείνει σε εκκρεμότητα, αλλά ήρθε η ώρα του...

Σχετικά Θέματα