Θέμα

Ο Ράντου Ζούντε γράφει ξανά τη ρουμάνικη ιστορία με «Κεφαλαία Γράμματα»

«Με Κεφαλαία Γράμματα»
«Με Κεφαλαία Γράμματα»

Το όνομα του Ράντου Ζούντε διαδόθηκε ευρέως όταν το «Άφεριμ!» (2016) έγινε φεστιβαλικό σουξέ (Αργυρή Άρκτος Σκηνοθεσίας στην Μπερλινάλε) χάρη στην πρόδηλη αισθητική πρωτοτυπία της ταινίας και τις σπάνιες θεματικές που έθιγε. Διότι, όπως και να το κάνουμε, δεν κυκλοφορεί συχνά ένα ασπρόμαυρο βαλκανικό νεογουέστερν με ήρωα έναν αστυνομικό που αναζητά τον τσιγγάνο δραπέτη ο οποίος είχε παράνομη σχέση με τη γυναίκα ενός βογιάρου.

banner

Ένας όμως ακόμα λόγος για τον οποίο ξεχώρισε το όνομα του Ζούντε, ήταν γιατί με το «Άφεριμ!» προσέδωσε νέα πνοή στο ρουμάνικο σινεμά, το οποίο βρίσκεται σε σταθερή άνθιση από τις αρχές των ‘00s, όταν ο Κριστιάν Μουντζίου απέσπασε το Χρυσό Φοίνικα με το αριστουργηματικό «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες» (2007). Εκείνη την εποχή ο Ζούντε δεν ήταν απλώς παρατηρητής του νέου ρουμάνικου σινε-κύματος που διαμορφωνόταν, αλλά ενεργό παρασκηνιακό μέλος. Ως βοηθός σκηνοθέτη συμμετείχε στην «Οργή» («Furia» - 2002, Ράντου Μουντεάν) και τη σπουδαία «Οδύσσεια του Κυρίου Λαζαρέσκου» (2005) του επίσης καθοριστικού Ρουμάνου δημιουργού Κρίστι Πούιου. Παράλληλα, από το ίδιο πόστο συνεργάστηκε με τον Κώστα Γαβρά στο «Αμήν» (2002), προτού γυρίσει το γλυκόπικρο μικρό μήκους ντεμπούτο του «The Tube with a Hat» («Lampa cu Caciula», 2006) το οποίο συνέλλεξε πλήθος βραβείων σε διεθνή φεστιβάλ, συστήνοντας έτσι στον κινηματογραφικό κόσμο στο ταλέντο και το ύφος του.

«Άφεριμ!»
«Άφεριμ!»

Παρότι η πρώτη φάση της φιλμογραφίας του Ζούντε («The Happiest Girl in the World» - 2009, «Everybody in our Family» - 2012) απέχει στιλιστικά έτη φωτός από την μετά-«Άφεριμ!» περίοδο, οι ταινίες αυτές σμίλεψαν το σκηνοθετικό χαρακτήρα του δημιουργού κι έστρωσαν το έδαφος για όσα τον απασχολούν σήμερα. Οι ιδιοτροπίες της ρουμανικής οικογένειας, ιδιαίτερα η πνιγηρή κι ενίοτε βίαιη πατριαρχία, η ιδεολογική σύγχυση των σύγχρονων τριαντάρηδων που μεγάλωσαν στον καπιταλισμό και μια εθνική ταυτότητα σε μετάβαση – ανάμεσα στο φολκλόρ της επαρχίας και το άλμα προς τον εξευρωπαϊσμό, είναι ορισμένες από τις θεματικές που ο Ζούντε έφερε στο προσκήνιο έχοντας πάντα ως φίλτρο το απελευθερωτικό μαύρο χιούμορ.

Ο παράγοντας που ανέδειξε τον 43χρονο δημιουργό σε ένα ξεχωριστό πόλο του σινεμά της χώρας του, ήταν η διάθεσή να ασχοληθεί με τα κακώς κείμενα της ρουμάνικης ιστορίας. Όλα όσα έχει καλύψει η σκόνη μιας συλλογικής σιωπής, τα πολιτικά λάθη, τις ανείπωτες εθνικές ενοχές και τις ανεπούλωτες πληγές ενός λαού που σπάνια κοιτάζει κατάματα τον εαυτό του. Γιατί το «Άφεριμ!» επί παραδείγματι έγινε η πρώτη ταινία που έφερε τους Ρουμάνους πρόσωπο με πρόσωπο με το φαινόμενο των Ρομά σκλάβων. Μια αποτρόπαιη πρακτική που ξεκίνησε τον 13ο αιώνα προτού καταργηθεί μόλις το 1856, καταφέρνοντας παράλληλα να εμποτίσει το ρατσισμό απέναντι στους Ρομά στο εθνικό υποσυνείδητο. Είναι ενδεικτικό πως πολύ πρόσφατα, όταν ξέσπασε η πανδημία, έγιναν αποδέκτες χλεύης ακόμα και από Ρουμάνους διανοούμενους οι οποίοι μοιράστηκαν ρατσιστικά memes στα social media. Ο Ζούντε ήταν εκεί για να αποδομήσει πλήρως τη λαθεμένη στάση τους γυρίζοντας μια εξαιρετική μικρού μήκους με τίτλο «Dear Intellectuals» («Stimati Oameni de Cultură»), την οποία μπορείτε να δείτε εδώ:

banner

Μόλις ένα χρόνο μετά το «Άφεριμ!» ο Ζούντε επανεφηύρε το στιλ του για τις εικαστικά εντυπωσιακές «Σημαδεμένες Καρδιές», όπου η ζωή και το έργο του λογοτέχνη Μαξ Μπλέτσερ γίνεται το καύσιμο μιας αντιπολεμικής ιστορίας που διαδραματίζεται εξολοκλήρου σε ένα νοσοκομείο στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας το 1937. Πρόκειται για την τελευταία χρονιά που διεξήχθησαν ελεύθερες εκλογές στη Ρουμανία μέχρι το 1990, και για αυτό το λόγο σήμερα παρουσιάζεται εξιδανικευμένα στην κοινή γνώμη καθώς προηγείται του αυταρχικού καθεστώτος Τσαουσέσκου. Ωστόσο ο Ζούντε φροντίζει να υπενθυμίσει στους συμπατριώτες του πως τότε η χώρα προετοιμαζόταν ιδεολογικά για έναν πόλεμο στον οποίο ρίχτηκε με όπλο το μίσος υποστηρίζοντας τον Άξονα. Όχι μόνο αυτό, αλλά κατά τη διάρκεια της σύμπλευσης με τους ναζί ο ρουμάνικος στρατός διέπραξε μερικά από τα αισχρότερα εγκλήματά του.

«Σημαδεμένες Καρδιές»
«Σημαδεμένες Καρδιές»

Πρωτίστως εκείνο της εκκαθάρισης των Εβραίων που ζούσαν στη Ρουμανία, το οποίο έρχεται σε πρώτο πλάνο στο σπουδαίο «Αδιαφορώ εάν Καταγραφούμε στην Ιστορία ως Βάρβαροι» («Îmi este Indiferent daca în Istorie vom intra ca Barbari», 2018). Το φιλμ δανείζεται τον ανατριχιαστικό τίτλο του από μια φράση που ακούστηκε σε υπουργικό συμβούλιο το καλοκαίρι του 1941, κηρύσσοντας ουσιαστικά έτσι την έναρξη της εθνοκάθαρσης. Εδώ πια ο Ζούντε ενστερνίζεται πλήρως τη μεταμοντέρνα προσέγγισή του στο σινεμά, καταργώντας τα όρια μεταξύ συνεργείου, cast, μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Διότι παρακολουθούμε με λεπτομέρεια, μέσω μεγάλων διαλόγων, την απόπειρα μιας πολιτικοποιημένης σκηνοθέτιδας να στήσει παράσταση γύρω από την τότε δράση του ρουμάνικου στρατού, παράλληλα με τους ηθικούς προβληματισμούς και τα πολιτικά αδιέξοδά της. Η ταινία ανοίγει μια συζήτηση που λίγοι στη χώρα θέλουν να κάνουν, με το σκηνοθέτη να μη μασάει τα λόγια του σε κανένα πεδίο που θίγεται. Αναγνωρίζει την ειρωνεία του σινεμά που δρα ως όπλο προπαγάνδας αλλά και ανακατασκευής της ιστορίας, σκιαγραφεί χωρίς περιστροφές τη δράση των συμπατριωτών του απέναντι στον εβραϊκό πληθυσμό με χαρακτηριστική νηφαλιότητα, ενώ τοποθετείται γενναία ενάντια στην ανιστόρητη εξίσωση ναζισμού-κομμουνισμού. Κάποια στιγμή ακούγεται η ατάκα «δεν έχουμε το δικαίωμα να είμαστε διακριτικοί» κι αλίμονο αν ο Ζούντε κάνει ποτέ το αντίθετο, σε μια χειμαρρώδη κριτική που παρά το εντελώς ακαδημαϊκό ύφος πετυχαίνει πλήρως τους ουσιώδεις σκοπούς της.

«Αδιαφορώ εάν Καταγραφούμε στην Ιστορία ως Βάρβαροι»
«Αδιαφορώ εάν Καταγραφούμε στην Ιστορία ως Βάρβαροι»

Για να φτάσουμε στο φετινό «Με Κεφαλαία Γράμματα» («Uppercase Print») που έκανε πρεμιέρα στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν τέθηκαν τα θεμέλια της εξέγερσης ενάντια στον παντοδύναμο ακόμα Τσαουσέσκου. Συγκεκριμένα η ταινία αφορά την περίπτωση του έφηβου Μούγκου Καλινέσκου, ο οποίος έγραψε πάνω από 20 συνθήματα με κιμωλία προκαλώντας την οργή της μυστικής αστυνομίας (της διαβόητης Σεκουριτάτε), η οποία όταν τελικά τον συνέλαβε φρόντισε να τσακίσει τη ψυχολογία του και να «καταδικάσει» σε περιθωριοποίηση την οικογένειά του. Ο Ζούντε υιοθετεί εκ νέου μια αντισυμβατική προσέγγιση διαιρώντας τα επιμέρους συστατικά της ταινίας. Η δράση συντελείται ολόκληρη σε στούντιο με μίνιμαλ πλην εντυπωσιακά σκηνικά, οι ηθοποιοί αποκρίνονται απευθείας στην κάμερα εν είδη μονολόγου, ενώ το ιστορικό πλαίσιο και η ατμόσφαιρα της εποχής αποδίδονται μέσα από αρχειακό υλικό. Στην πράξη, ο θεατής κατασκευάζει την ταινία στο μυαλό του, αφού ουδέποτε αθροίζονται στην οθόνη τα παραπάνω συστατικά. Ένας φορμαλισμός που ξεκινά δυναμικά αλλά «βαραίνει» όταν αυξάνονται οι χαρακτήρες και η πλοκή περιπλέκεται.

Επί της ουσίας τώρα, ο Ζούντε κινείται σε δύο κατευθύνσεις· από τη μία επιδιώκει να αποδώσει τιμή σε έναν αφανή ανιδιοτελή ήρωα όπως ο Καλινέσκου και από την άλλη, έρχεται σε ρήξη με όσους είναι πρώτοι να θίξουν τα κακώς κείμενα του παλαιού καθεστώτος, αλλά σήμερα εθελοτυφλούν απέναντι στην ολοκληρωτική κυριαρχία του καπιταλισμού. Άτεγκτος απέναντι στη μοχθηρία της μυστικής αστυνομίας και τον κυνισμό με τον οποίο αντιμετώπιζε τον ίδιο το λαό του ο Τσαουσέσκου, ο σκηνοθέτης δίνει στους ηθοποιούς του να αναγνώσουν τις αναφορές που είχαν γράψει οι άνθρωποι της ασφάλειας, ώστε μέσω των λεγόμενών τους να καταδειχθεί ο παραλογισμός που διέτρεχε τις τάξεις τους. Ταυτόχρονα όμως, επιστεί την προσοχή στο παρόν όπου απουσιάζει ηχηρά μια σθεναρή εναλλακτική σε ένα σύστημα που έμπρακτα δεν προσφέρει τη χειραφέτηση που δήθεν υπόσχεται.

«Με Κεφαλαία Γράμματα»
«Με Κεφαλαία Γράμματα»

Τέλος, στα «Κεφαλαία Γράμματα» υπογραμμίζεται μια ακόμα πτυχή της ρουμανικής ταυτότητας με την οποία ο Ζούντε συνδιαλέγεται από την προαναφερθείσα πρώτη μικρού μήκους του. Σε εκείνη, ένας φτωχός πατέρας με το παιδί του διασχίζουν χιλιόμετρα με μια παλιά τηλεόραση για να την επισκευάσουν, ώστε ο μικρός να προλάβει την ταινία με τον Μπρους Λι που παίζεται το απόγευμα. Η κινούμενη εικόνα, το θέαμα και δη το σινεμά, ασκεί διαχρονική σαγήνη στους Ρουμάνους, από την εποχή που η κρυφή θέαση μιας βιντεοκασέτας έπαιρνε διαστάσεις διαμαρτυρίας, μέχρι σήμερα που η προσέλευση στους κινηματογράφους έχει αυξητική τάση κάθε χρόνο (προ πανδημίας). Επί Τσαουσέσκου δε ήταν το βασικό προπαγανδιστικό όπλο, με τη δημόσια τηλεόραση να εκπέμπει συγκεκριμένες ώρες την ημέρα ως επί το πλείστον προς τιμήν του. Ο Ζούντε στα «Κεφαλαία Γράμματα» δείχνει αποσπάσματα εκπομπών όπου η γραφικότητα ξεπερνά τα όρια, με καλλιτέχνες να τραγουδούν έως και οπερατικούς ύμνους για τον ηγέτη. Ο αστείος τρόπος με τον οποίο επέβαλλε την επίπλαστη λατρεία προς το πρόσωπό του ο Τσαουσέσκου δεν πέρασε απαρατήρητος από το ρουμάνικο λαό, ο οποίος όταν εξεγέρθηκε φρόντισε η ανατροπή να γίνει… εντός έδρας, εισβάλλοντας στα στούντιο των κρατικών καναλιών. Γιατί στη Ρουμανία, η επανάσταση μεταδόθηκε σε ζωντανή σύνδεση.

Σχετικά Θέματα

Οι εντυπώσεις μας από τις ελληνικές ταινίες του 61ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

18/11/2020

Οι εντυπώσεις μας από τις ελληνικές ταινίες του 61ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Ο Χρήστος Μήτσης είδε όλες τις εγχώριες παραγωγές της διοργάνωσης που ολοκληρώθηκε στη συμπρωτεύουσα και γράφει τις (πρώτες) σκέψεις του.

5 βραβεία για το «Digger» στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

16/11/2020

5 βραβεία για το «Digger» στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Δείτε όλους τους νικητές της διοργάνωσης που ολοκληρώθηκε για πρώτη φορά διαδικτυακά.

«Stardust»: Όλα αυτά που δεν ήταν ο Ντέιβιντ Μπόουι

07/11/2020

«Stardust»: Όλα αυτά που δεν ήταν ο Ντέιβιντ Μπόουι

Είδαμε την ταινία για τη ζωή του σπουδαίου καλλιτέχνη στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης η οποία θυμίζει εγχειρίδιο για το πώς να... μη γυρίζεται μια κινηματογραφική βιογραφία.

Ο Ράντου Ζούντε μιλά για τις «Σημαδεμένες Καρδιές» της ρουμανικής ιστορίας

02/11/2017

Ο Ράντου Ζούντε μιλά για τις «Σημαδεμένες Καρδιές» της ρουμανικής ιστορίας

Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί ένα μοναδικό δράμα εποχής που ασκεί έμμεση κριτική στο σύγχρονο πολιτικό παρόν.