Κριτική

Ο Οίκος Gucci

Από -

Πολ Γκέτι και Άλντο Γκούτσι. Δυο πάμπλουτοι επιχειρηματίες που κάποια στιγμή βρέθηκαν στη δίνη της αρνητικής επικαιρότητας, ενώ άφησαν τον μάταιο τούτο κόσμο μόνοι και πικραμένοι. Δυο ήρωες του Ρίντλεϊ Σκοτ, στον οποίο αρέσει να κινηματογραφεί ανθρώπους με όλα τα λεφτά του κόσμου στα χέρια τους, δημιουργούς ενός success story στο οποίο είναι οι απόλυτοι θριαμβευτές και ταυτόχρονα οι μεγαλύτεροι losers. Κι όπως στο «Όλα τα Λεφτά του Κόσμου» (2017), ο βασικός πρωταγωνιστής της ταινίας ήταν η νύφη του Γκέτι, Γκέιλ Χάρις, στον «Οίκο των Gucci» στο κέντρο του κάδρου στέκονται οι Μαουρίτσιο Γκούτσι και Πατρίτσια Ρετζιάνι. Ο πρώτος είναι ο γιος του σνομπ Ροντόλφο, ο οποίος στη δεκαετία του ’70 διοικεί μαζί με τον φιλόδοξο κι επεκτατικό αδελφό του Άλντο τον διάσημο οίκο μόδας τους. Ο Μαουρίτσιο σπουδάζει δικηγόρος για να κάνει καριέρα μακριά από τις οικογενειακές επιχειρήσεις, όταν ο έρωτας με τη λαϊκή Πατρίτσια, κόρη ενός ιδιοκτήτη στόλου σκουπιδιάρικων, τον απομακρύνουν από τον πατέρα του και τον ρίχνουν στην αγκαλιά του ραδιούργου θείου του. Έτσι, Άλντο και Πατρίτσια θα πετάξουν τον αφελή Μαουρίτσιο στα βαθιά του σικάτου και κερδοφόρου οίκου, ξεκινώντας έναν ενδοοικογενειακό αγώνα εξουσίας, στον οποίο σύμμαχοι και εχθροί αλλάζουν διαρκώς ρόλους.

Το χρονικό «The House of Gucci» της Σάρα Γκέι Φόρντεν προσφέρει τη σεναριακή βάση για μια ιστορία ανόδου και πτώσης από την οποία δεν λείπει ούτε ένα συστατικό μιας κοσμοπολίτικης σαπουνόπερας: έρωτες, πάθη, προδοσίες, glamour, ίντριγκες και γυρίσματα της τύχης, με τελική κατάληξη το έγκλημα. Η δίνη όλων αυτών παρασέρνει αρχικά την Πατρίτσια, μια μοντέρνα Λάιδη Μάκβεθ, η οποία λειτουργεί σαν καταλύτης για να έρθουν στην επιφάνεια όλα τα σκοτεινά ένστικτα των μελών μιας οικογενειακής επιχείρησης, τα οποία στο τέλος της ιστορίας θα έχουν μείνει εντελώς έξω από τη διαχείριση του οικονομικού κολοσσού που είναι σήμερα (την εποχή του απρόσωπου, χρηματιστηριακού κέρδους) ο οίκος Gucci.

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ διηγείται αυτή την πορεία προς την καταστροφή σαν όπερα μπούφα, αναποφάσιστη ως προς τη δοσολογία δράματος, σασπένς και μαύρου χιούμορ. Η εύπεπτη αφήγηση κι η έτοιμη κοινωνική κριτική συνοδεύονται από στιλάτες, αλλά άδειες από συναισθήματα και εκπλήξεις εικόνες. Μάταια το σάουντρακ-τζουκμπόξ, το οποίο παίζει ασταμάτητα άριες και τραγούδια, προσπαθεί να τις νοστιμίσει. Προέχει ο γρήγορος ρυθμός της πλοκής που ισοπεδώνει τις πολύτιμες λεπτομέρειες, ο δε σαρκασμός αλλού είναι βαθιά διαβρωτικός κι αλλού ανεξέλεγκτος. Στο τέλος, με όλους τους χαρακτήρες να αγγίζουν την καρικατούρα, δεν υπάρχει ούτε ένας με το τραγικό μεγαλείο που χάρισε ο Κρίστοφερ Πλάμερ στον Πολ Γκέτι του.

ΗΠΑ, Καναδάς. 2021. Διάρκεια: 157΄. Διανομή: TULIP.

banner

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά